Τετάρτη, 19 Ιουλίου 2017

Γιον Νταλ Τόμασον

Ο Δανός επιθετικός ή και μεσοεπιθετικός Γιον Νταλ Τόμασον (Jon Dahl Tomasson), γεννήθηκε στις 29 Αυγούστου του 1976, στη Κοπεγχάγη. Παίζοντας για την Δανία, όντας φινλανδικής και ισλανδικής καταγωγής, έκανε 112 διεθνείς εμφανίσεις και σημείωσε 52 γκολ, κάτι που τον καθιστά τον Κορυφαίο Σκόρερ της εθνικής δανικής ομάδας. Ήταν γνωστός για τη δύναμη του και τον οπορτουνισμό του μπροστά στην εστία, παρά την έλλειψη αξιόλογου ρυθμού ή σωματοκατασκευής. Υπήρξε ένας από τους Σπουδαιότερους Επιθετικούς στην ιστορία της δανικού ποδοσφαίρου, με μεγάλη καριέρα σε Ολλανδία, Αγγλία, Ιταλία, Γερμανία και Ισπανία. Η πιο αξιοσημείωτη πορεία του σε συλλογικό επίπεδο, ήταν στο πρώτη του θητεία στην Φέγενορντ, με την οποία κατέκτησε το Κύπελλο UEFA του 2002 και με τη Μίλαν, με την οποία κατέκτησε το Champions League του 2003 και έφτασε στον τελικό το 2005. Τιμήθηκε επίσης με το βραβείο του Δανού Παίκτη της Χρονιάς τόσο το 2002 όσο και το 2004.


Ξεκίνησε να παίζει ποδόσφαιρο στην ηλικία των 5 ετών στην ομάδα Νέων της Σόλροντ BK κοντά στο Κόγκε. Στα 9 του χρόνια, μετακόμισε στον μεγαλύτερο σύλλογο της περιοχής, την Κόγκε BK. Ξεκίνησε την επαγγελματική του καριέρα με τον ίδιο σύλλογο, τον Νοέμβριο του 1992, σε ηλικία 16 ετών. Κατά τη διάρκεια των επόμενων δύο σεζόν βοήθησε την ομάδα να κερδίσει 2 διαδοχικές ανόδους, πρώτα το 1993 όταν ανέβηκαν στη δανική Γ’ Κατηγορία και αμέσως το 1994 στην Β’ Κατηγορία. Συνολικά, σκόραρε 28 γκολ σε 48 αγώνες. Τον Δεκέμβριο του 1994, στην ηλικία των 18 ετών, πήρε μεταγραφή στην ολλανδική Χέρενφεν. Έγινε ο Πρώτος Σκόρερ της ομάδας τη σεζόν 1995/96 με 14 γκολ σε 30 αγώνες, πράγμα που επανέλαβε έναν χρόνο αργότερα, σκοράροντας 18 τέρματα. Συνολικά πέτυχε 37 γκολ σε 78 ματς και συν τοις άλλοις, κέρδισε επίσης το βραβείο του Καλύτερου Πρωτοεμφανιζόμενου στο ολλανδικό πρωτάθλημα του 1996, επικρατώντας ποδοσφαιριστών όπως ο  Μπουντεβάιντεν Ζέντεν (Boudewijn Zenden) & ο Πάτρικ Κλάιφερτ (Patrick Kluivert).


 Τον Ιούλιο του 1997, μετά από τις πολύ καλές σεζόν που είχε στο ολλανδικό πρωτάθλημα, πήγε στη Νιούκαστλ. Ο Κένι Νταλγκλίς (Kenny Dalglish) έβλεπε στον Τόμασον τον τέλειο παίκτη για να συνεργαστεί με τον Άλαν Σίρερ (Alan Shearer). Η συνεργασία αρχικά λειτούργησε καλά, με τον Τόμασον να εντυπωσιάζει κατά τη διάρκεια ενός φιλικού καλοκαιρινού τουρνουά στη Δημοκρατία της Ιρλανδίας. Ωστόσο, όταν ένας σοβαρός τραυματισμός απείλησε μέχρι και την καριέρα του Σίρερ, σε συνδυασμό με την αμφιλεγόμενη μεταγραφή του δημοφιλούς επιθετικού Λες Φέρντιναντ (Les Ferdinand) στη Τότεναμ, σήμαινε ότι ο Τόμασον θα έπρεπε να αγωνιστεί πλέον ως κεντρικός επιθετικός, από ρόλο μεσοεπιθετικού που είχε μέχρι τότε. Αγωνίστηκε για να προσαρμοστεί στη νέα του θέση, αλλά γενικά δεν κατάφερε να ανταποκριθεί στο νέο ρόλο, λόγω της σχετικής έλλειψης σε σωματική δύναμη. Το μόνο που κατάφερε ήταν να σκοράρει 4 γκολ σε 35 εμφανίσεις σε όλες τις διαγωνισμούς. Εν τω μεταξύ, η κακή απόδοση του ήρθε σε μια εποχή που όλη η ομάδα βούλιαζε, αφού στις δύο προηγούμενες σεζόν, η Νιούκαστλ είχε επιτύχει θέσεις επιλαχούσας στην Premier League, αλλά και για την σεζ8ν του 1997/98 που το μόνο που κατάφερε, ήταν να πάρει μια 13η  θέση.


Τον Ιούλιο του 1998 επέστρεψε στην Ολλανδία και την Ερεντιβίζιε, για λογαριασμό της Φέγενορντ. Γύρισε στην φυσική του θέση, του μεσοεπιθετικού κα τη πρώτη σεζόν του στην ομάδα του Ρότερνταμ κατέκτησε το πρωτάθλημα και το Σούπερ Καπ Ολλανδίας. Τα επόμενα χρόνια δεν κατάφερε να κατακτήσει κάποιον τίτλο, τερματίζοντας στη 3η θέση τη σεζόν 1999-2000, τη 2η, τη σεζόν 2000/01 και πάλι την 3η θέση τη σεζόν 2001/02. Ήταν ο Πρώτος Σκόρερ της Φέγενορντ για τη σεζόν 2000/01, σκοράροντας 15 γκολ στο πρωτάθλημα. Ακολούθησαν 17 γκολ για τη σεζόν 2001/02, σε μια περίοδο όπου έφτιαξε ένα ισχυρό δίδυμο με τον Πιερ βαν Χόιντονγκ (Pierre van Hooijdonk), ο οποίος κατάφερε να γίνει πρώτος σκόρερ της Eredivisie με 24 γκολ. Κατάφερε να κατακτήσει το Κύπελλο UEFA της περιόδου 2001/02, τον πρώτο ευρωπαϊκό τίτλο της Φέγενορντ μετά από 26 χρόνια. Σημείωσε συνολικά τέσσερα γκολ στο τουρνουά και το σημαντικότερο, σκόραρε το 3ο γκολ για την ομάδα του Ρότερνταμ, στη νίκη με 3-2 επί της Μπορούσια του Ντόρτμουντ στον τελικό, ενώ στη συνέχεια ψηφίστηκε ως ο MVP της αναμέτρησης. Συνολικά σε 128 ματς, σκόραρε 55 γκολ.


Το καλοκαίρι του 2002, πήγε με ελεύθερη μεταγραφή στη Μίλαν. Στην αρχή ήταν στον πάγκο, αλλά μετά το χατ τρικ που πέτυχε σε αγώνα του Τσάμπιονς Λιγκ, κέρδισε την εμπιστοσύνη του προπονητή και έγινε βασικός στην 11άδα. Κατέκτησε την πρώτη σεζόν το Κύπελλο Ιταλίας, ενώ το 2004 κατέκτησε το πρωτάθλημα και το Σούπερ Καπ Ιταλίας. Αγωνίστηκε στον τελικό του Τσάμπιονς Λιγκ 2004/05, στη Κωνσταντινούπολη με αντίπαλο τη Λίβερπουλ, σκοράροντας στη διαδικασία των πέναλτι που οδηγήθηκε το παιχνίδι, ύστερα από το 3-3 της κανονικής διάρκειας και της παράτασης. Σ’ αυτόν τον αγώνα, η Μίλαν είχε προηγηθεί 3-0 στο ημίχρονο! Όταν ο Κριστιάν Βιέρι (Christian Vieri) εντάχθηκε στην ομάδα τον Ιούλιο του 2005, κρίθηκε ως εν δυνάμει πλεονασματικός και ως εκ τούτου, συμφώνησε με τη Μίλαν να τοποθετηθεί στη λίστα μεταγραφών της. Συνολικά, με την ομάδα του Μιλάνου πέτυχε 22 γκολ σε 76 αναμετρήσεις.


Τον Ιούλιο του 2005 η Στουτγάρδη δαπάνησε 7.500.000 ευρώ για να τον αποκτήσει. Η σεζόν 2005/06 δεν ήταν επιτυχημένη για την Στουτγάρδη, καθώς τερμάτισε στην 9η θέση του βαθμολογικού πίνακα. Παρ' όλα αυτά, ήταν ο πρώτος σκόρερ της ομάδας, πετυχαίνοντας 8 γκολ. Αποφάσισε να παραμείνει στην γερμανική ομάδα και για την επόμενη σεζόν, την 2006/07 όταν και η Στουτγάρδη κατέκτησε στο τέλος την γερμανική Μπουντεσλίγκα, με τον ίδιο όμως να έχει αποχωρήσει από τον σύλλογο. Συνολικά σκόραρε 8 τέρματα σε 30 ματς.


Στις 24 Ιανουαρίου του 2007, πήγε δανεικός στην Βιγιαρεάλ, ώστε να καλύψει το κενό του Τούρκου Νιχάτ Καχβεσί (Nihat Kahveci), ο οποίος ήταν τραυματισμένος. Έκανε το ντεμπούτο του με το «κίτρινο υποβρύχιο» 3 μέρες αργότερα, στις 27 Ιανουαρίου, με αντίπαλο την Ρεάλ Μαδρίτης. Είναι μόλις ο 5ος παίκτης που έχει αγωνιστεί στα 4 κορυφαία ευρωπαϊκά πρωταθλήματα (αγγλική Premier League, ιταλική Serie A, γερμανική Bundesliga και ισπανική Primera División). Οι υπόλοιποι είναι οι Ρουμάνοι Φλορίν Ραντουτσόγιου (Florin Răducioiu και Γκεόργκε Ποπέσκου (Gheorghe Popescu), ο Πορτογάλος Άμπελ Ξαβιέ (Abel Xavier) και ο Καμερουνέζος Πιερ Γουομέ (Pierre Nlend Womé). Μετά την λήξη του δανεισμού, αποκτήθηκε με κανονική μεταγραφή από την Στουτγάρδη, καθώς ο Δανός είχε ικανοποιήσει τους ανθρώπους της Βιγιαρεάλ. Όμως, τη σεζόν 2007/08, σκόραρε μόνο 3 γκολ, χάνοντας και τη θέση του στη βασική 11άδα.


Η κακή αγωνιστική επίδοση στην Ισπανία, τον ανάγκασε να φύγει από τον σύλλογο και να επιστρέψει στην Φέγενορντ. Τραυματίστηκε στην πρώτη του σεζόν, αν και πέτυχε 4 γκολ σε 3 παιχνίδια. Τη περίοδο 2009/10 τραυματίστηκε ξανά, αλλά αυτή τη φορά για μικρότερο χρονικό διάστημα. Πέτυχε 14 τέρματα σε 28 αγωνιστικές. Την επόμενη σεζόν όμως, ύστερα από τον νέο πολύ σοβαρό τραυματισμό του, που τον άφησε έξω από κάθε αγωνιστική δράση για 6 μήνες, στις 6 Ιουνίου του 2011, ανακοίνωσε την απόσυρσή του από την ενεργό δράση.


Από το 1992 έως το 1997, αγωνίστηκε σε όλες τις αντίστοιχες μικρές δανικές εθνικές ομάδες, σκοράροντας συνολικά, 27 γκολ σε 37 αγώνες γι’ αυτές! Στις 29 Μαρτίου του 1997, έκανε το διεθνές ντεμπούτο με την ανδρική δανική εθνική ομάδα, με αντίπαλο τη Κροατία. Μέχρι το 2010, έκανε 112 διεθνείς εμφανίσεις και σημείωσε 52 γκολ, κάτι που τον καθιστά τον κορυφαίο σκόρερ της εθνικής δανικής ομάδας, από κοινού με τον Πουλ Νίλσεν (Poul Nielsen)! Αγωνίστηκε στα Euro του 2000 και του 2004 καθώς και στα Παγκόσμια Κύπελλα του 2002 και του 2010.

Όταν τελείωσε η ποδοσφαιρική του σταδιοδρομία, ξεκίνησε την προπονητική του καριέρα από την Εξέλσιορ στην Ολλανδία, αρχικά σαν βοηθός προπονητή και από την 1η Ιουλίου του 2013, ως πρώτος. Από τις 26 Δεκεμβρίου του 2013, μέχρι το 2014, οδήγησε τη Ρόντα του Κερκάντε και για τη περίοδο 2015/16 ήταν βοηθός στη Φίτεσε. Από το 2016, είναι βοηθός στην εθνική Δανίας. Ζει στην Ολλανδία και χει δύο γιους, τον Luca (γεν. το 2008) και τον Liam (γεν. το 2012), μαζί με τη Δανή φίλη του Line Kongeskov.





PALMARES

Περίοδος: Σύλλογος, Συμμετοχές (Γκολ)

Εφηβική καριέρα

  • ·         1984/85: Solrød Fodbold Club
  • ·         1985–1992: Køge Boldklub

Επαγγελματική καριέρα

  • ·         1992–1994: Køge Boldklub, 48 (28)
  • ·         1994–1997: Sportclub Heerenveen, 78 (37)
  • ·         1997/98: Newcastle United Football Club, 23 (3)
  • ·         1998–2002: Feyenoord Rotterdam, 122 (55)
  • ·         2002–2005: Associazione Calcio Milan, 76 (22)
  • ·         2005–2007: Verein für Bewegungsspiele Stuttgart 1893, 30 (8)
  • ·         2007/08: Villarreal Club de Fútbol, 36 (7)
  • ·         2008–2011: Feyenoord Rotterdam, 37 (20)

Σύνολο καριέρας: 450 (180)

Διεθνής

  • ·         1997–2010: Δανία, 112 (52)

Προπονητική καριέρα

  • ·         2012/13: Stichting Betaald Voetbal Excelsior (βοηθός)
  • ·         2013: Stichting Betaald Voetbal Excelsior
  • ·         2014: Sportvereniging Roda Juliana Combinatie Kerkrade
  • ·         2015/16: Stichting Betaald Voetbal Vitesse (βοηθός)
  • ·         2016–    : Δανία (βοηθός)

Τίτλοι

Συλλογικοί

Με τη Feyenoord Rotterdam
  • ·         Κύπελλο UEFA: 2001/02
  • ·         Πρωτάθλημα Ολλανδίας: 1998/99
  • ·         Σούπερ Καπ Ολλανδίας: 1999

Με την AC Milan
  • ·         UEFA Champions League: 2002/03 και φιναλίστ 2004/05
  • ·         Πρωτάθλημα Ιταλίας: 2003/04
  • ·         Κύπελλο Ιταλίας: 2002/03
  • ·         Σούπερ Καπ Ιταλίας: 2004

 Προσωπικές Διακρίσεις

  • ·         Καλύτερος Δανός U19 της Χρονιάς: 1994
  • ·         Ταλαντούχος της Χρονιάς για την Ολλανδία: 1996
  • ·         3ος Καλύτερος Σκόρερ Διοργάνωσης Παγκοσμίου Κυπέλλου: 2002 (4 γκολ)
  • ·         Δανός Ποδοσφαιριστής της Χρονιάς: 2 (2002, 2004)
  • ·         Μέλος Ιδανικής 11άδας Διοργάνωσης Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος: 2004