Πέμπτη, 20 Ιουλίου 2017

Πάουλο Σόουζα

Ο Πορτογάλος αμυντικός μέσος Πάουλο Σόουζα (Paulo Manuel Carvalho de Sousa), γεννήθηκε στις 30 Αυγούστου του 1970, στο Βισέου, μια πόλη στο κέντρο της βόρειας Πορτογαλίας. Μέλος της «Χρυσής Γενιάς» του πορτογαλικού ποδοσφαίρου, ξεκίνησε την καριέρα του στην Μπενφίκα, παίζοντας ακόμη και για την Σπόρτινγκ για μια πενταετία στη πατρίδα του. Στη συνέχεια, αγωνίστηκε στην Ιταλία και στη Γερμανία, κερδίζοντας το Champions League με τη Γιουβέντους και με την Μπορούσια Ντόρτμουντ, για να γίνει ο πρώτος παίκτης που κατέκτησε το Τσάμπιονς Λιγκ με δύο διαφορετικές ομάδες, αλλά και το Διηπειρωτικό Κύπελλο με την τελευταία. Αργότερα, μετά από μια διετία στην Ίντερ, ήλθε το 2000 στον Παναθηναϊκό και στα 2 χρόνια που αγωνίστηκε με το «τριφύλλι» πρόλαβε να δείξει δείγματα του τεράστιου ταλέντου του, όντας από τους πρωταγωνιστές της επιτυχημένης παρουσίας των «πρασίνων» στα ευρωπαϊκά γήπεδα. Οι σοβαροί τραυματισμοί στα τελευταία χρόνια της καριέρας του, τον ανάγκασαν στο τέλος του 2002 να αποχωρήσει από τα γήπεδα σε ηλικία μόλις 32 ετών.


Στο ζενίθ της καριέρας του θεωρήθηκε ένας από τους Καλύτερους Αμυντικούς Μέσους στον κόσμο και παρά τους τραυματισμούς που του στέρησαν πολλές ευκαιρίες πρόλαβε να καταξιωθεί στην ποδοσφαιρική ιστορία. Χάρη στην άψογη τεχνική, το θαυμάσιο κοντρόλ της μπάλας, την εξαιρετική μεταβίβαση, τη μεγάλη αγωνιστική αντίληψη, αλλά και ισχυρό σουτ που διέθετε, υπήρξε ένα πραγματικό «εργαλείο» για τους προπονητές του, ξεχωρίζοντας στη μεσαία γραμμή και χάρη στη μεγάλη του ακτινοβολία! Εκτός από θαυμάσιος ποδοσφαιριστής ήταν και εξαιρετικός χαρακτήρας μέσα και έξω από τα γήπεδα. Για την εθνική πορτογαλική ομάδα, έκανε 51 διεθνείς εμφανίσεις, χωρίς να σημειώσει κάποιο τέρμα και εμφανίστηκε σε ένα Παγκόσμιο Κύπελλο και 2 Ευρωπαϊκά πρωταθλήματα. Στα τέλη της δεκαετίας του 2000, ξεκίνησε με την προπονητική, οδηγώντας διάφορους συλλόγους στην Αγγλία, την Ουαλία και σε άλλες χώρες, έχοντας κατακτήσει εθνικά πρωταθλήματα με τη Μακάμπι του Τελ Αβίβ και τη Βασιλεία.


Ξεκίνησε την καριέρα του το 1989 στη Μπενφίκα. Με τα χρώματα των «Αετών» αγωνίστηκε έως το 1993, κατακτώντας την αναγνώριση. Συνέχισε για μία σεζόν στη Σπόρτινγκ Λισσαβόνας με επιτυχία και το 1994 έκανε το μεγάλο άλμα στο εξωτερικό, υπογράφοντας στη Γιουβέντους. Το 1996 κατέκτησε το Τσάμπιονς Λιγκ με τη «Κυρία», ωστόσο οι «μπιανκονέρι» δεν τον κράτησαν στην ομάδα τους, παρά τη σημαντική του προσφορά! Δεν άργησε να βρει νέα ποδοσφαιρική «στέγη», αφού πλέον ήταν περιζήτητος. Εντάχθηκε στη Ντόρτμουντ και στον επόμενο τελικό του Τσάμπιονς Λιγκ, η Γιούβε τον βρήκε αντίπαλό της! Σε εκείνο τον αγώνα έπαιξε εκπληκτικά, σκόραρε, πήρε την προσωπική του ρεβάνς και έγινε ο πρώτος παίκτης που κατακτούσε το Τσάμπιονς Λιγκ με δύο διαφορετικές ομάδες! Κατά τη διάρκεια της θητείας του στον γερμανικό σύλλογο, όμως, άρχισαν να κάνουν την εμφάνισή τους και οι τραυματισμοί, που τόσο πολύ έμελλε να τον ταλαιπωρήσουν έως το τέλος της σταδιοδρομίας του. Επέστρεψε στην Ιταλία, για λογαριασμό της Ίντερ, στην οποία δεν «έπιασε». Το 2000 δόθηκε δανεικός στην Πάρμα, από όπου... πέρασε και δεν ακούμπησε και την ίδια χρονιά αποτέλεσε παρελθόν.


Αμέσως μετά, στις 2 Ιουλίου του 2000, είπε το «Ναι» στον Παναθηναϊκό, με τη διοίκηση του «τριφυλλιού» να τινάζει τη μπάνκα στον αέρα για να τον ντύσει στα πράσινα. Πιο συγκεκριμένα, έδωσε το ποσό των 500 εκατομμυρίων δραχμών στην Ίντερ και σύναψε συμβόλαιο με τον Πορτογάλο έναντι 1,1 δισεκατομμυρίων δραχμών το χρόνο (κοντά στα 3,7 εκατομμύρια ευρώ!). Πρόλαβε να δείξει ψήγματα της μεγάλης του κλάσης στο ελληνικό κοινό. Μπορεί σε γενικές γραμμές να μη δικαιολόγησε τα πολλά χρήματα που δαπανήθηκαν για χάρη του, κυρίως λόγω τραυματισμών, όμως ο κόσμος του Παναθηναϊκού τον αγάπησε έντονα. Ακόμη θυμάται το ασύλληπτο γκολ του στο 3-1 επί της Γιουβέντους, στις 8 Νοεμβρίου του 2000, το οποίο έδωσε στο «τριφύλλι» την πρόκριση για την επόμενη φάση του θεσμού και άφησε την πρώην ομάδα του εκτός συνέχειας! Θυμάται επίσης έντονα και την καταπληκτική ασίστ του στον Κριστόφ Βαζέχα (1234) στο 1-1 με τη Ντεπορτίβο Λα Κορούνια στις 19 Σεπτεμβρίου του 2000, στο ΟΑΚΑ, για την πρώτη αγωνιστική της φάσης των ομίλων του Τσάμπιονς Λιγκ.


Ο Σόουζα ήταν παίκτης για τα μεγάλα ματς. Έτσι και την επόμενη χρονιά (2001/02), η συμβολή του κυρίως στα παιχνίδια στη Λεωφόρο με την Άρσεναλ και τη Σάλκε ήταν καθοριστική για την πρόκριση του «τριφυλλιού» στον επόμενο γύρο του Τσάμπιονς Λιγκ. Όμως, τα προβλήματα τραυματισμών που τον ταλαιπωρούσαν, καθώς και η κόντρα του με τον Άγγελο Αναστασιάδη τον οδήγησαν στην έξοδο! Ο τότε κόουτς του «τριφυλλιού» δεν άντεχε με τις συχνές απουσίες του, πίστευε ότι κοροϊδεύει τον ίδιο και την ομάδα και σε μία συνέντευξη Τύπου-σταθμό, στη Λεωφόρο, είπε την αμίμητη φράση: «Υπακοή ίσον ζωή, ειδάλλως θάνατος!», πριν αναφέρει πως: « … Δεν ήταν έτοιμος ο κύριος Σόουζα να παίξει σήμερα στον Παναθηναϊκό, δεν ήταν έτοιμος να μαρκάρει, να βάλει τα πόδια του στη φωτιά, αλλά μόνο για να κάνει πασούλες και να περπατάει. Δεν μπορεί το παλικάρι!».



Ο Σόουζα τέθηκε στο περιθώριο από τον Αναστασιάδη, ο οποίος όμως έφυγε νωρίτερα από τον Πορτογάλο! Το τέλος του από τον Παναθηναϊκό ήρθε μετά την αναμέτρηση με τη Ρεάλ Μαδρίτης και τη βαριά ήττα των «πράσινων» τον Δεκέμβριο του 2001. Ή τουλάχιστον η αφορμή του τέλους του. Ο Πορτογάλος ήρθε σε κόντρα με τον τότε βοηθό προπονητή της ομάδας, Στράτο Αποστολάκη και λίγο αργότερα αποδεσμεύθηκε, έχοντας χρησιμοποιηθεί σε μόλις 10 ματς πρωταθλήματος. Η αφορμή, ήταν ένα φραστικό επεισόδιο που είχε με τον Στράτο Αποστολάκη και ο λόγος … ένα μπουκάλι κρασί! Η αποστολή δειπνούσε στη Μαδρίτη με το κλίμα να μην είναι το ιδανικό εξαιτίας της ήττας με 3-0 από τη Ρεάλ. Ο Σόουζα αποτέλεσε παρελθόν μετά από 1,5 χρόνο στον Παναθηναϊκό!



Υπέγραψε εξάμηνο συμβόλαιο με την Εσπανιόλ, ώστε να έχει παιχνίδια στα πόδια του εν όψει του Μουντιάλ του 2002. Μετά το τέλος της διοργάνωσης κρέμασε οριστικά τα παπούτσια του, στα 32 του χρόνια. Στο πλούσιο παλμαρέ του βρίσκονται, μεταξύ άλλων, το Παγκόσμιο Κύπελλο Νέων του 1989, που πήρε με την εθνική K20 της χώρας του, ένα πρωτάθλημα (1991) και ένα Κύπελλο Πορτογαλίας (1993), που τα χάρηκε με τη Μπενφίκα, ένα πρωτάθλημα (1995), ένα Κύπελλο (1995),και το Τσάμπιονς Λιγκ του 1996, τα οποία κατέκτησε με τη Γιουβέντους, καθώς και το Τσάμπιονς Λιγκ και το Διηπειρωτικό Κύπελλο που κέρδισε το 1997 με τη Ντόρτμουντ, όντας ο πρώτος ποδοσφαιριστής που κατέκτησε τον υπέρτατο ευρωπαϊκό διασυλλογικό τίτλο,  με δύο διαφορετικούς συλλόγους!


Μέλος της «Χρυσής Γενιάς» του Πορτογαλικού ποδοσφαίρου, στα 19 του χρόνια ήταν ήδη Παγκόσμιος Πρωταθλητής Νέων με την αλησμόνητη ομάδα της Πορτογαλίας, έχοντας για συμπαίκτες τον Λουίς Φίγκο (Luís Filipe Madeira Caeiro Figo), τον Ρούι Κόστα (Rui Manuel César Costa) κ.α.. Χρίσθηκε 51 φορές διεθνής, χωρίς να σημειώσει κάποιο γκολ, κάνοντας το διεθνές ντεμπούτο του στις 16 Ιανουαρίου του 1991, σ’ ένα φιλικό εναντίον της Ισπανίας που έληξε ισόπαλο 1-1. Πήρε μέρος στα Ευρωπαϊκά Πρωταθλήματα του 1996, φτάνοντας στα προημιτελικά και του 2000, όπου αποκλείστηκε στα ημιτελικά,  καθώς επίσης και στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 2002, χωρίς να αγωνιστεί. Η τελευταία διεθνής εμφάνιση του ήρθε λίγο πριν από το Παγκόσμιο Κύπελλο της Άπω Ανατολής, σε μια φιλική νίκη επί της Κίνας .


Το 2008 διορίστηκε βοηθός προπονητή στην Εθνική Πορτογαλίας, αλλά αργότερα στην ίδια χρονιά, ανέλαβε προπονητής της Κουίνς Παρκ Ρέιντζερς, μένοντας εκεί μέχρι το τέλος της σεζόν (2008/09). Το 2009 ανέλαβε προπονητής της ουαλικής Σουόνσι, που τότε αγωνιζόταν στη Τσάμπιονσιπ. Το καλοκαίρι του 2010 ανέλαβε προπονητής της Λέστερ. Συνέχισε για 2 σεζόν στην ουγγρική Βιντεότον, τη περίοδο 2013/14 βρέθηκε στο Ισραήλ για λογαριασμό της Μακάμπι του Τελ Αβίβ, γύρισε για μια σεζόν στη Βασιλεία, κατακτώντας τα εθνικά πρωταθλήματα και με τις 2, ενώ από το 2015 είναι στο τιμόνι της Φιορεντίνα

PALMARES

Περίοδος: Σύλλογος, Συμμετοχές (Γκολ)

Εφηβική καριέρα

  • ·         1984–1986: Repesenses
  • ·         1986–1989: Sport Lisboa e Benfica

Επαγγελματική καριέρα

  • ·         1989–1993: Sport Lisboa e Benfica, 87 (1)
  • ·         1993/94: Sporting Clube de Portugal, 31 (2)
  • ·         1994–1996: Juventus Football Club, 54 (1)
  • ·         1996/97: Ballspielverein Borussia 09 Dortmund, 27 (1)
  • ·         1998–2000: Football Club Internazionale Milano, 31 (0)
  • ·         2000: (δανεικός) → Società Sportiva Dilettantistica Parma Calcio 1913, 8 (0)
  • ·         2000/01: Παναθηναϊκός Αθλητικός Όμιλος, 10 (0)
  • ·         2002       Reial Club Deportiu Espanyol de Barcelona, 9 (0)

Σύνολο καριέρας: 257 (5)

Διεθνής

  • ·         1989–1991: Εθνική Νέων Πορτογαλίας, 9 (1)
  • ·         1991–2002: Πορτογαλία, 52 (0)

Προπονητική καριέρα

  • ·         2005–2008: Εθνική Παίδων Πορτογαλίας U16
  • ·         2008/09: Queens Park Rangers Football Club
  • ·         2009/10: Swansea City Association Football Club
  • ·         2010: Leicester City Football Club
  • ·         2011–2013: Videoton Football Club
  • ·         2013/14: Maccabi Tel Aviv Football Club
  • ·         2014/15: Fußballclub Basel 1893
  • ·         2015–     : Associazione Calcio Firenze Fiorentina


Τίτλοι

Ως ποδοσφαιριστής

Συλλογικοί

Με τη Benfica
  • ·         Πρωτάθλημα Πορτογαλίας: 1990/91
  • ·         Κύπελλο Πορτογαλίας: 1992/93
  • ·         Σούπερ Καπ Πορτογαλίας: 1989

Με τη Juventus
  • ·         UEFA Champions League: 1995/96
  • ·         Πρωτάθλημα Ιταλίας: 1994/95
  • ·         Κύπελλο Ιταλίας: 1994/95
  • ·         Σούπερ Καπ Ιταλίας: 1995

Με τη Borussia Dortmund
  • ·         UEFA Champions League: 1996–97
  • ·         Διηπειρωτικό Κύπελλο: 1997
  • ·         Σούπερ Καπ Γερμανίας: 1996

Διεθνείς

  • ·         Παγκόσμιο Κύπελλο Νέων FIFA (U-20): 1989
  • ·         Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα: 3η θέση το 2000


Ως προπονητής

Με τη Videoton
  • ·         Λιγκ Καπ Ουγγαρίας: 2011/12
  • ·         Σούπερ Καπ Ουγγαρίας: 2 (2011, 2012)

Με τηMaccabi Tel Aviv
  • ·         Πρωτάθλημα Ισραήλ: 2013/14

Με τη Basel
  • ·         Ελβετικό Πρωτάθλημα 2014/15