Τετάρτη, 31 Μαΐου 2017

Κάρλος Κασέλι: Ο Βασιλιάς του Τετραγωνικού Μέτρου

Ο Χιλιανός κεντρικός επιθετικός Κάρλος Κασέλι (Carlos Humberto Caszely Garrido), γεννήθηκε στις 5 Ιουλίου του 1950, στο Σαντιάγκο, τη πρωτεύουσα της Χιλής. Ουγγρικής καταγωγής, με το παρατσούκλι «Rey del Metro Cuadrado» (Ο Βασιλιάς του Τετραγωνικού Μέτρου), λόγω της απίστευτης ικανότητάς του στο κλειστό παιχνίδι, θεωρείται ως ένας από τους Σημαντικότερους Παίκτες της Χιλής. Μεταξύ του 1969 και του 1985, κέρδισε 48 διεθνείς συμμετοχές και σκόραρε 29 γκολ για την εθνική ομάδα της Χιλής και συμμετείχε στα Παγκόσμια Κύπελλα του 1974 και του 1982. Αρκετά γρήγορος με θαυμάσιο κοντρόλ, εκτελεστική δεινότητα αλλά και πολύ οξύθυμος μέσα στο γήπεδο. Αποβλήθηκε πολλές φορές διαμαρτυρόμενος στους διαιτητές για τις αποφάσεις τους και είναι ο Πρώτος Παίκτης στην ιστορία του Παγκοσμίου Κυπέλλου που αποβλήθηκε με κόκκινη κάρτα, όταν αυτές εισήχθησαν στο ποδόσφαιρο, το 1974! 


Σε συλλογικό επίπεδο, έπαιξε για αρκετές ομάδες στην καριέρα του, συμπεριλαμβανομένων της Κόλο-Κόλο (1968-1973), της Λεβάντε (1973-1974), της Εσπανιόλ (1974-1978), πριν επιστρέψει στην Κόλο-Κόλο (1978-1985). Τελείωσε την καριέρα του με την Μπαρτσελόνα του Γκουγιακίλ στον Ισημερινό το 1986. Χαίρει τεράστιου σεβασμού στη πατρίδα του ως υπέρμαχος των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, έγινε  γνωστός για την αντίθεσή του στο δικτατορικό καθεστώς της Χιλής, όντας ένας από τους λίγους Κορυφαίους ποδοσφαιριστές της Χιλής που δήλωσαν την αντίθεσή του στο καθεστώς.


Με ρίζες από την Ουγγαρία, είναι ο 3ος γιος του Ρενέ Κασέλι, σιδηροδρομικού υπαλλήλου και της Όλγα Γκαρίδο. Έπαιξε ποδόσφαιρο για ερασιτεχνικούς συλλόγους και ουσιαστικά το έμαθε στα τμήματα υποδομής της Κόλο-Κόλο.  Έκανε το ντεμπούτο του με την πρώτη ομάδα το 1967, σε ένα φιλικό εναντίον της Πενιαρόλ (1-1) και έπαιξε τον πρώτο επίσημο αγώνα του στις 30 Ιουλίου του ίδιου έτους, εναντίον της Σαντιάγκο Μόρνινγκ, στα 17 του χρόνια!  Το 1970 και το 1972 ήταν πρωταθλητής Χιλής και φιναλίστ, αλλά και πρώτος σκόρερ, στο Κόπα Λιμπερταδόρες του 1973. Μέχρι τότε, είχε σκοράρει 75 γκολ για τη Κόλο-Κόλο, τα 66 στο πρωτάθλημα και τα 9 στο Κόπα Λιμπερταδόρες. Λόγω της κριτικής του στο δικτατορικό καθεστώς του Αουγκούστο Πινοσέτ (Augusto José Ramón Pinochet Ugarte) του απαγορεύτηκε να παίξει ποδόσφαιρο στη Χιλή! Πήγε στην Ισπανία για λογαριασμό της Λεβάντε, το 1973, για την οποία σημείωσε 15 γκολ σε 24 αγώνες στη Β’ ισπανική κατηγορία.  Tη σεζόν 1974/75, μεταγράφηκε στην Εσπανιόλ και τη σεζόν 1975/76, αναδείχθηκε Κορυφαίος Σκόρερ της ομάδας με 13 γκολ. Παίζοντας για μια τετραετία στην Εσπανιόλ, μέχρι το 1978,  σημείωσε 29 γκολ συνολικά, 20 στη πρώτη ισπανική κατηγορία, 8 στο Κύπελλο Ισπανίας και 1 στο Κύπελλο UEFA.


Επέστρεψε στην Κόλο-Κόλο το 1978, με την οποία κέρδισε 3 ακόμη τίτλους πρωταθλήματος (1979, 1981 και 1983), άλλους 3 τίτλους Κυπέλλου (1981, το 1982 και το 1985) και ήταν ο Πρώτος Σκόρερ της Κατηγορίας για το 1979 και το 1981 με 20 γκολ και το 1980 με 26. Στις 12 Οκτωβρίου του 1985, έπαιξε τον τελευταίο του αγώνα με την Κόλο-Κόλο και ύστερα αγωνίστηκε για λίγα παιχνίδια με την Μπαρτσελόνα του Γκουαγιακίλ στον Ισημερινό, κυρίως στο Κόπα Λιμπερταδόρες, ύστερα από πρόσκληση του προπονητή της ομάδας και φίλου του Λουίς Σαντιμπάνιεζ (Luis Santibañez). Αποσύρθηκε από την ενεργό δράση με τα χρώματά της, το 1986.


Είναι ο Κορυφαίος Σκόρερ στην ιστορία της Κόλο-Κόλο με 208 γκολ σε 373 επίσημους αγώνες, μπροστά από τον Φρανσίσκο Βαλντέζ  (Francisco Valdes) ο οποίος έχει 205 γκολ σε 412 επίσημους αγώνες. Είναι επίσης ο 2ος Κορυφαίος Σκόρερ της ομάδας στο πρωτάθλημα της Χιλής, με 171 γκολ σε 288 αγώνες και ο 2ος Κορυφαίος (ο μοναδικός Χιλιανός) στο Κόπα Λιμπερταδόρες με 16 γκολ σε 36 παιχνίδια.


Έκανε το ντεμπούτο του με την εθνική ομάδα της Χιλής, στις 28 Μαΐου του 1969, σε μια φιλική ισοπαλία 1-1 με την Αργεντινή. Έπαιξε 49 διεθνείς αγώνες, από το έως το 1985 και σημείωσε 29 γκολ, με απολογισμό 20 νίκες, 12 ισοπαλίες και 15 ήττες. Συμπεριλαμβανομένων και των ανεπίσημων συναντήσεων, σκόραρε 42 γκολ σε 73 παιχνίδια. Συμμετείχε στα Παγκόσμια Κύπελλα της Γερμανίας το 1974 και της Ισπανίας το 1982. Στις 14 Ιουνίου του 1974, στο Ολυμπιακό Στάδιο του Βερολίνου, κατά τη διάρκεια του εναρκτήριου αγώνα του Α’ Ομίλου στο Παγκόσμιο Κύπελλο, εναντίον της Δυτικής Γερμανίας, στο 13ο λεπτό του αγώνα, τιμωρήθηκε με κίτρινη κάρτα και στο 67ο, για ένα ανταποδοτικό μαρκάρισμα στον Μπέρτι Φογκτς (Berti Vogts), πήρε την κόκκινη από τον Τούρκο διαιτητή Ντογκάν Μπαμπατζάν (Doğan Babacan), με συνέπεια την αποβολή του!  Ιστορικά, είναι ο πρώτος παίκτης που αποβλήθηκε σε αγώνα Παγκοσμίου Κυπέλλου, όταν οι κάρτες εφαρμόστηκαν στο ποδόσφαιρο από τη FIFA, για πρώτη φορά στο Μουντιάλ του 1970, στο Μέξικο.


Δεν συμμετείχε σε κανένα παιχνίδι της εθνικής για τη προκριματική φάση του Μουντιάλ του 1978, λόγω πολιτικών διαφορών με το δικτατορικό καθεστώς. Το 1979 επανήλθε στην ομάδα, συμμετέχοντας στο Κόπα Αμέρικα, όπου αναδείχθηκε Καλύτερος Παίκτης του τουρνουά, οδηγώντας τη Χιλή στον τελικό. Στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1982,  έχασε πέναλτι στην ήττα από την Αυστρία με 0-1. Ο τελευταίος του αγώνας για την εθνική ομάδα, ήταν εναντίον της Βραζιλίας στις 21 Μαΐου του 1985, σκοράροντας και τα 2 γκολ στη νίκη με 2-1. Είναι ο 3ος σκόρερ της εθνικής ομάδας της  Χιλής, πίσω από τον Μαρσέλο Σάλας (Marcelo Salas) και τον Ιβάν Ζαμοράνο (Iván Zamorano) και αναφέρεται σταθερά μεταξύ των 5 Μεγαλύτερων Ποδοσφαιριστών Όλων των Εποχών στη Χιλή μαζί με τον Ελίας Φιγκερόα (Elias Figueroa), τον Ιβάν Ζαμοράνο, τον Μαρσέλο Σάλας και τον Λεονέλ Σάντσεζ (Leonel Sánchez)!


Μετά το πραξικόπημα του 1973, η σχέση του με το καθεστώς Πινοσέτ ήταν τεταμένη, ύστερα κυρίως από την άρνησή του να χαιρετήσει τον δικτάτορα πριν από έναν αγώνα της εθνικής ομάδας. Λόγω της δημοτικότητάς του, η πράξη λειτούργησε ως πρότυπο αντίστασης! Η μητέρα του απήχθη και υπέστη βασανιστήρια στα χέρια των πρακτόρων της ασφάλειας το 1974. Έξι χρόνια αργότερα, καλούσε δημόσια το λαό να απορρίψει το προτεινόμενο σύνταγμα στο δημοψήφισμα του 1980! Το 1987 έδωσε συνέντευξη σε εφημερίδα της Χιλής, καταφερόμενος κατά του καθεστώτος Πινοσέτ, με αποτέλεσμα να φυλακιστεί για 8 μήνες! Το 1988 συμμετείχε, μαζί με τη μητέρα του σε τηλεοπτικό spot που υποστήριζε το "ΌΧΙ" σε σχετικό δημοψήφισμα του ίδιου έτους. Χαίρει απεριόριστης εκτίμησης και σεβασμού στη Χιλή, ως υποστηρικτής των ανθρωπίνων δικαιωμάτων κατά την διάρκεια του δικτατορικού καθεστώτος και είναι ένας από τους λίγους κορυφαίους ποδοσφαιριστές της Χιλής που είχε δηλώσει δημόσια την αντίθεσή του σε αυτό.


Μέχρι τον Δεκέμβριο του 2008 εργάστηκε ως δημοσιογράφος και σχολιαστής στο τηλεοπτικό δίκτυο «Κανάλι 13», σε ζωντανές μεταδόσεις του επαγγελματικού ποδοσφαίρου. Αποφοίτησε από το Πανεπιστήμιο του Σαντιάγο, ως πτυχιούχος Φυσικής Αγωγής και έχει πτυχίο Διοίκησης Επιχειρήσεων από το Πανεπιστήμιο της Ναβάρα, στην Ισπανία. Συνεχίζει να παίζει ποδόσφαιρο για μια ομάδα που ονομάζεται «Colo-Colo 1973» και αποτελείται από πρώην παίκτες της Κόλο-Κόλο.




PALMARES

Περίοδος: Σύλλογος, Συμμετοχές (Γκολ)

Εφηβική καριέρα

  • ·         Club Social y Deportivo Colo-Colo

Επαγγελματική καριέρα

  • ·         1967–1973: Club Social y Deportivo Colo-Colo, 123 (66)
  • ·         1973–1974: Levante Unión Deportiva, 24 (15)
  • ·         1974–1978: Reial Club Deportiu Espanyol de Barcelona, 46 (20)
  • ·         1978–1985: Club Social y Deportivo Colo-Colo, 170 (105)
  • ·         1986: Barcelona Sporting Club, 8 (4)

Διεθνής

  • ·         1969–1985: Χιλή, 49 (29)

Τίτλοι

Συλλογικοί

Με τη Colo Colo
  • ·         Πρωτάθλημα Χιλής: 5 (1970, 1972, 1979, 1981, 1983)

Προσωπικές Διακρίσεις

  • ·         Πρώτος Σκόρερ Πρωταθλήματος Χιλής: 3 (1979, 1980, 1981)
  • ·         Πρώτος Σκόρερ Copa Libertadores: 1973
  • ·         Καλύτερος Παίκτης Διοργάνωσης Copa América: 1979
  •  

  •        Στοιχεία από sport24.gr  &  nostimonimar.gr 

Τζιουζέπε Φουρίνο

Ο Ιταλός αμυντικός μέσος Τζιουζέπε Φουρίνο (Giuseppe Furino), γεννήθηκε στις 5 Ιουλίου του 1946, στο Παλέρμο της Σικελίας.  Ένας μικρός μεν το δέμας (1.67 μ.), αλλά εξαιρετικά επίμονος και σχετικά μυώδης ποδοσφαιριστής, με το παρατσούκλι «Furia» (Μανία), λεκτικός συνειρμός με τ’ όνομά του, ήταν γνωστός για το σημαντικό του έργο και την ενέργεια στη μεσαία γραμμή, στην αναχαίτιση των επιθέσεων των αντιπάλων, παίζοντας ως αμυντικός μέσος, αν και ήταν επίσης προικισμένος με καλή τεχνική κατάρτιση. Σκληρός παίκτης, άριστος τακτικά, είχε την ικανότητα να διαβάζει το παιχνίδι, διακρινόμενος και στον επιθετικό τομέα με κύρια χαρακτηριστικά τον ρυθμό και την αντοχή. Ξεκίνησε την καριέρα του με τη Σαβόνα το 1966 και αργότερα πέρασε μια σεζόν με την Παλέρμο το 1968. Το 1969, μεταγράφηκε στη Γιουβέντους, όπου παρέμεινε για 15 χρόνια, αναδεικνυόμενος σε αρχηγό της ομάδας, ενώ κατέκτησε αρκετούς εθνικούς και διεθνείς τίτλους, συμπεριλαμβανομένου ενός ιταλικού ρεκόρ των 8 τίτλων της ιταλικής Serie A. Σε διεθνές επίπεδο, εκπροσώπησε την Ιταλία στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1970, όπου ήταν φιναλίστ.


Γεννήθηκε στο Παλέρμο, αλλά έμεινε μόλις έξι μήνες, μετακομίζοντας οικογενειακώς στο Αβελίνο, ακολουθώντας τον διευθυντή τραπέζης πατέρα του. Έμεινε εκεί μέχρι τα 8 του χρόνια, μετακόμισαν στην Νάπολι και τελικά στα 15 του βρέθηκε στο Τορίνο. Έχοντας αρχικά ξεκινήσει την καριέρα του από τα τμήματα υποδομής της Γιουβέντους, επαγγελματικά έκανε ντεμπούτο για τη Σαβόνα, το 1966, στη Β’ Κατηγορία, παίζοντας για 2 σεζόν και συμμετέχοντας σε 61 παιχνίδια με 7 γκολ. Παρά τον υποβιβασμό της ομάδας στη πρώτη του χρονιά, με τις εξαιρετικές του εμφανίσεις στη Serie C1, τον έφεραν για μια σεζόν, την 1968/69 στην Παλέρμο, με την οποία έκανε ντεμπούτο στη Serie Α, σε μια ήττα 0-3 από τη Κάλιαρι, στις 29 Αυγούστου του 1968. Οι εξαιρετικές του εμφανίσεις με τον Σικελικό σύλλογο, με ένα γκολ σε 27 παιχνίδια, τον επανέφεραν στη Γιουβέντους για τη σεζόν 1969/70.


Έκανε το ντεμπούτο του για τη Γιουβέντους σε μια ισοπαλία 0-0 για το Κύπελλο Ιταλίας εναντίον της Μάντοβα, στις 31 Αυγούστου του 1969, σκόραρε το πρώτο του γκολ του, μια εβδομάδα αργότερα, στις 7 Σεπτεμβρίου, κατά τη διάρκεια μιας νίκης με 3-1 επί της Μπρέσια, πάλι για το Κύπελλο και ντεμπουτάρισε για το πρωτάθλημα στις 14 Σεπτεμβρίου της ίδιας χρονιάς, στη νίκη με 4-1 επί της πρώην ομάδας του, της Παλέρμο. Αγωνίστηκε  για τη «Γηραιά Κυρία» για 15 διαδοχικές περιόδους, με τον τελευταίο αγώνα του έρχεται εναντίον της Αβελίνο στις 6 Μαΐου του 1984. Έκανε 361 εμφανίσεις στη Serie A για τη Γιουβέντους και 528 σε όλες τις διοργανώσεις, σκοράροντας 19 γκολ, ενώ έγινε ο 11ος αρχηγός στην ιστορία του συλλόγου, διαδεχόμενος τον Πιέτρο Αναστάζι (Pirteo Anastasi) το καλοκαίρι του 1976, κρατώντας το περιβραχιόνιο για τα 8 επόμενα χρόνια!  Στις 13 Σεπτεμβρίου του 1981, κατά τη διάρκεια μιας νίκης 3-0 επί της Πάρμα, ξεπέρασε τα 443 παιχνίδια του Τζιαμπιέρο Μπονιπέρτι (Giampiero Boniperti) για την «Γηραιά Κυρία» και με 465 παιχνίδια φορώντας την ασπρόμαυρη φανέλα, έγινε ο ρέκορντμαν συμμετοχών στην ιστορία του συλλόγου, πριν το ρεκόρ του ξεπεραστεί, έξι χρόνια αργότερα, από τον Γκαετάνο Σιρέα (Gaetano Scirea). Στις 5 Σεπτεμβρίου του 1982, έγινε ο πρώτος Γιουβεντίνος στην ιστορία που έφτασε το όριο των 500 παιχνιδιών για την «Κυρία», σε μια ισοπαλία 1-1 εναντίον της Πάντοβα.


Κατέκτησε 8 ιταλικά πρωταθλήματα, κάτι που τον καθιστά τον πολυνίκη Ιταλό, ρεκόρ που μοιράζεται με τον Τζιανλουίτζι Μπουφόν (Gianluigi Buffon) και τον Τζιοβάνι Φεράρι (Giovanni Ferrari), με τους Φουρίνο και Μπουφόν, να τα έχουν όλα με τη Γιουβέντους, ενώ ο Φεράρι κατέκτησε 5 με τη Γιούβε, 2 με την Ίντερ και ένα με τη Μπολόνια, την δεκαετία του 1930. Και ο Βιρτζίνιο Ροζέτα (Virginio Rosetta) έχει κατακτήσει επίσης 8 πρωταθλήματα, αλλά τα 3 από αυτά (2 με τη Προ Βέρτσελι και ένα με τη Γιουβέντους)  ήλθαν πριν η Serie Α’ μετασχηματιστεί  σε επαγγελματική κατηγορία, το 1929. Κατέκτησε επίσης 2 φορές το Κύπελλο Ιταλίας, το Κύπελλο UEFA της περιόδου 1976/77 και το Κύπελλο Κυπελλούχων Ευρώπης του 1983/84. Συμμετείχε στον χαμένο τελικό  του Κυπέλλου Πρωταθλητριών του 1972/73 από τον Άγιαξ και ήταν στην ομάδα, χωρίς να αγωνιστεί, σε αυτόν του 1982/83 από το Αμβούργο, καθώς και στον τελικό του Διηπειρωτικού Κυπέλλου του 1973, στην ήττα 0-1 από την αργεντίνικη  Ιντεπεντιέντε.


Έπαιξε 3 φορές για την εθνική ομάδα της Ιταλίας, μεταξύ 1970 και 1974 και πήρε μέρος στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1970, φτάνοντας στον τελικό (1-4 από τη Βραζιλία). Έκανε το διεθνές ντεμπούτο του κατά τη διάρκεια του τουρνουά, στον αγώνα της Ιταλίας εναντίον της Ουρουγουάης, στις 6 Ιουνίου του 1970, ως αλλαγή του Άντζελο Ντομενγκίνι (Angelo Domenghini). Φόρεσε και πάλι τη φανέλα της εθνικής στις 25 Φεβρουαρίου του 1973, σε μια νίκη με 1-0 εναντίον της Τουρκίας στη Κωνσταντινούπολη, για τα προκριματικά του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1974 και άλλη μια φορά, στις 29 Δεκεμβρίου του 1974, σε μια φιλική ισοπαλία 0-0 με την Βουλγαρία στη Γένοβα. Ο λόγος των περιορισμένων διεθνών εμφανίσεων, εντοπίζεται κυρίως λόγω ύπαρξης των εμβληματικών Ιταλών μέσων, του Ρομέο Μπενέτι (Romeo Benetti) και του Γκαμπριέλε Οριάλι (Gabriele Oriali).


Ο Τζιουζέπε Φουρίνο, παρά το μικρό του σωματότυπού του, υπήρξε ένας ανυποχώρητος και τακτικά ευέλικτος παίκτης, ο οποίος διακρίθηκε για το έργο του σε ρόλο αμυντικού μέσου λόγω της δυνατής και σχετικά μυώδους σωματικής του διάπλασης. Με το παρατσούκλι «Furia» από τους οπαδούς της Γιουβέντους, ήταν γνωστός για την επιθετικότητα και την εργατικότητά του, όντας ένας σκληρός παίκτης, άριστος τακτικά, που είχε την ικανότητα να διαβάζει το παιχνίδι, διακρινόμενος και στον επιθετικό τομέα με κύρια χαρακτηριστικά τον ρυθμό και την αντοχή. Υπήρξε επίσης αρκετά ομαδικός παίκτης, διαθέτοντας καλή τεχνική κατάρτιση, παρά τον αμυντικό ρόλο του.


Μετά την απόσυρσή του από την ενεργό δράση, εγκαταστάθηκε στο Μονκαλιέρι, μια πόλη στην ενδοχώρα του Τορίνο, όπου συνέχισε να εργάζεται ως ασφαλιστής, κάτι που ήδη έκανε από τα τελευταία χρόνια της ποδοσφαιρικής του σταδιοδρομίας.  Το 2015 ήταν υποψήφιος για δήμαρχος της πόλης, στις τάξεις του συνασπισμού της κεντροδεξιάς, χωρίς να καταφέρει να εκλεγεί.


PALMARES

Περίοδος: Σύλλογος, Συμμετοχές (Γκολ)

Εφηβική καριέρα

  • ·         Juventus Football Club

Επαγγελματική καριέρα

  • ·         1966–1968: Savona Foot-Ball Club, 61 (7)
  • ·         1968/69: Unione Sportiva Città di Palermo, 27 (1)
  • ·         1969–1984: Juventus Football Club, 361 (8)

Σύνολο καριέρας: 449 (16)

Διεθνής

  • ·         1970–1974: Ιταλία, 3 (0)


Τίτλοι

Συλλογικοί

Με τη Juventus
  • ·         Πρωτάθλημα Ιταλίας: 8 (1971/72, 1972/73, 1974/75, 1976/77, 1977/78, 1980/81, 1981/82, 1983/84)
  • ·         Κύπελλο Ιταλίας: 2 (1978/79, 1982/83)
  • ·         Κύπελλο UEFA: 1976/77
  • ·         Κύπελλο Κυπελλούχων: 1983/84

Διεθνείς

Με την Ιταλία

  • ·         Παγκόσμιο Κύπελλο: φιναλίστ το 1970

Μηνάς Χατζίδης

Ο Έλληνας μέσος Μηνάς Χατζίδης, γεννήθηκε στις 4 Ιουλίου του 1966, στο Κέτβιγκ, μια πόλη της Έσης κοντά στο Ντούισμπουργκ. Αγωνίστηκε στη Γερμανία στην Μπάγερ του Λεβερκούζεν και την Μπόχουμ και ο Ολυμπιακός τον απέκτησε στα μισά της περιόδου 1987/88. Υπήρξε από τους πιο άτυχους ποδοσφαιριστές του Ολυμπιακού, καθώς αγωνίστηκε στην ομάδα του Πειραιά, σχεδόν για μία 8ετία, σε όλη τη διάρκεια των πέτρινων χρόνων (1988-1996)! Η παρουσία του, αν και πληθωρική δεν συνοδεύτηκε από τίτλους, πανηγυρίζοντας την κατάκτηση μόνο 2 κυπέλλων το 1990 και το 1992 και ενός Σούπερ Καπ το 1992 στα 8 χρόνια που φόρεσε την ερυθρόλευκη φανέλα. Πολύ καλός ποδοσφαιριστής, διακρινόταν για το πάθος του και την αντοχή του. Αγωνίστηκε ακόμα στη Καστοριά, τον Ηρακλή Θεσσαλονίκης και τη Βέροια. Επέστρεψε στη Γερμανία για να κλείσει την καριέρα του και αγωνίστηκε σε αρκετές ομάδες μικρότερων κατηγοριών της χώρας. Στην Εθνική Ελλάδας αγωνίστηκε για πρώτη φορά τον Μάρτιο του 1994 και συμμετείχε σε 10 αγώνες, σημειώνοντας ένα γκολ, ενώ υπήρξε μέλος της ελληνικής αποστολής στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1994, αγωνιζόμενος δύο φορές.


Προέρχεται από οικογένεια μεταναστών στη Γερμανία. Ποδόσφαιρο ξεκίνησε στο Βούπερταλ, στις τοπικές ESV Wuppertal και SV Wuppertaler. Το 1985 μετακόμισε στη Μπάγερ του Λεβερκούζεν και στις 20 Νοεμβρίου του 1985, έκανε το ντεμπούτο του στη Μπουντεσλίγκα, στην εντός έδρας ήττα με 1-2 από την Μπάγερν Μονάχου. Στην Λεβερκούζεν έπαιξε μέχρι τη μέση της σεζόν 1987/88, συμμετέχοντας σε 24 παιχνίδια, με ένα γκολ. Μεταγράφηκε στη Μπόχουμ, όπου έπαιξε για μισό χρόνο, χωρίς πάλι να πάρει περισσότερο χρόνο συμμετοχής, παίζοντας σε 3 αγώνες με ένα γκολ και τον σύλλογο να τερματίζει 12ος στη βαθμολογία. 


Αποκτήθηκε από τον  Ολυμπιακό στα μισά της περιόδου 1987/88. Υπήρξε από τους πιο άτυχους ποδοσφαιριστές του Ολυμπιακού, καθώς αγωνίστηκε στην ομάδα του Πειραιά σε όλη τη διάρκεια των «πέτρινων χρόνων» του συλλόγου (1988-1996)! Τη πρώτη του σεζόν στο Λιμάνι, την 1988/89, έπαιξε σε 21 παιχνίδια με 4 γκολ. Ευτύχησε να πανηγυρίσει την κατάκτηση μόνο 2 κυπέλλων, πρώτα το 1990, 4-2 τον ΟΦΗ και μετά το 1992, 1-1 και 2-0 σε διπλό τελικό τον ΠΑΟΚ, καθώς και του Σούπερ Καπ της τελευταίας χρονιάς. Στα 8 χρόνια που φόρεσε την ερυθρόλευκη φανέλα, τερμάτισε παράλληλα και 4 φορές φορές στη 2η θέση του πρωταθλήματος (1989, 1991, 1992 και 1995). Η σεζόν 1993/94 ήταν η πιο αποτελεσματική της καριέρας του, αφού συμμετείχε σε 30 παιχνίδια των «ερυθρολεύκων», σκοράροντας 5 φορές. Αυτές οι εμφανίσεις ήταν και η αιτία της επιλογής του για το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1994.


Το 1996, έφυγε από τον Ολυμπιακό, συνεχίζοντας τη καριέρα του για μισό χρόνο στη Καστοριά και ακολούθησαν 2 γεμάτες περίοδοι με τον Ηρακλή Θεσσαλονίκης, πετυχαίνοντας 5 γκολ σε 45 αγώνες. Το 1998, αφού έκανε ένα πέρασμα από τη Βέροια, επέστρεψε στη Γερμανία και αγωνίστηκε σε αρκετές ομάδες μικρότερων κατηγοριών της χώρας. Αποσύρθηκε από την ενεργό δράση το 2007, σε ηλικία 40 ετών.


Στην Εθνική Ελλάδας αγωνίστηκε για πρώτη φορά στις 23 Μαρτίου του 1994, στην εντός έδρας φιλική ισοπαλία 0-0, εναντίον της Πολωνίας στο Καυταντζόγλειο Στάδιο της Θεσσαλονίκης. Συμμετείχε συνολικά σε 10 αγώνες και σημείωσε 1 γκολ, στην φιλική ισοπαλία 1-1 με τις Ηνωμένες Πολιτείες στις 28 Μαΐου του 1994. Υπήρξε μέλος της ελληνικής αποστολής, που υπό τον Αλκέτα Παναγούλια, συμμετείχε στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1994, αγωνιζόμενος σε δύο αγώνες, στο 2ο παιχνίδι εναντίον της Βουλγαρίας (0-4), όπου αντικαταστάθηκε στο 48ο λεπτό από τον Τάσο Μητρόπουλο και σε ολόκληρο τον 3ο αγώνα εναντίον της Νιγηρίας (0-2). Το τελευταίο διεθνές παιχνίδι του, έγινε στις 7 Σεπτεμβρίου του 1994, στη νίκη εκτός έδρας με 5-1 επί των Νήσων Φερόε, υπό τις οδηγίες του Κώστα Πολυχρονίου.


PALMARES

Περίοδος: Σύλλογος, Συμμετοχές (Γκολ)

Εφηβική καριέρα


  • ·         ESV Wuppertal
  • ·         Wuppertaler Sport-Verein

Επαγγελματική καριέρα


  • ·         1985–1988: Bayer 04 Leverkusen Fußball, 24 (1)
  • ·         1988: Verein für Leibesübungen Bochum 1848, 3 (1)
  • ·         1988–1996: Ολυμπιακός Σύνδεσμος Φιλάθλων Πειραιώς, 171 (20)
  • ·         1996: Αθλητικός Γυμναστικός Σύλλογος Καστοριάς «Καστοριά», 11 (3)
  • ·         1996–1998: Γυμναστικός Σύλλογος Ηρακλής Θεσσαλονίκης, 45 (5)
  • ·         1998: Γυμναστικός Αθλητικός Σύλλογος Βέροια, 25 (2)
  • ·         1998–2000: Wuppertaler Sport-Verein, 39 (5)
  • ·         2000–2002: Sportvereinigung 07 Elversberg, 59 (12)
  • ·         2002/03: 1. Fußball Club Union Solingen 1990, 19 (0)
  • ·         2003: Erster Fussball Club Kleve, 4 (0)
  • ·         2003–2006: TSV 05 Ronsdorf                     
  • ·         2006/07: SpVgg Radevormwald                
Σύνολο καριέρας: 400 (49)

Διεθνής


  • ·         1994: Ελλάδα, 10 (1)

Τίτλοι


  • ·         Κύπελλο Ελλάδος: 2 (1989/90, 1991/92)
  • ·         Σούπερ Καπ Ελλάδος: 1991/92

Τρίτη, 30 Μαΐου 2017

Κυριάκος Καραταΐδης

Ο Έλληνας κεντρικός αμυντικός Κυριάκος Καραταΐδης, γεννήθηκε τις 4 Ιουλίου του 1965, στην Οινόη της Καστοριάς. Ξεκίνησε το ποδόσφαιρο στην ομάδα της Καστοριάς και το 1988 μεταγράφηκε στον Ολυμπιακό, εξελισσόμενος τα επόμενα 13 χρόνια σε σημαία του! Ένας από τους Κορυφαίους Αμυντικούς  των ελληνικών γηπέδων, τη δεκαετία του 1990, ξεκίνησε σαν αριστερός μπακ και σταδιακά πέρασε στο κέντρο της άμυνας. Πειθαρχημένος, ταχύτατος, δυναμικός, αποτελεσματικός, σταθερός, αγωνίστηκε στους «ερυθρόλευκους» τόσο στα δύσκολα «πέτρινα χρόνια» της ομάδας, όσο και τις μεγάλες επιτυχίες που ακολούθησαν, από την περίοδο 1996/97. Κατάφερε προοδευτικά να καταξιωθεί στη συνείδηση των οπαδών των «ερυθρολεύκων», διατελώντας επί χρόνια ο αρχηγός της ομάδας,  όντας ο ηγέτης της άμυνας του. Μέχρι την περίοδο 2000/01 που αποχώρησε, ήταν ο ρέκορντμαν συμμετοχών των «ερυθρολεύκων» στις ευρωπαϊκές και εθνικές διοργανώσεις.  Το ντεμπούτο του με την εθνική ομάδα της Ελλάδας πραγματοποιήθηκε τον Ιανουάριο του 1990, αγωνιζόμενος με τη γαλανόλευκη φανέλα 34 φορές, ενώ συμμετείχε στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1994, όπου είχε μία συμμετοχή στον αγώνα εναντίον της Βουλγαρίας.


Ξεκίνησε το ποδόσφαιρο από τα Φλατσάτα της Οινόης το 1981 και την επόμενη σεζόν μεταγράφηκε στην ομάδα της Καστοριάς. Κατά τη διάρκεια της σεζόν 1982/83, έπαιξε τα 3 πρώτα παιχνίδια του στην Α’ Εθνική, με τον σύλλογο όμως να μη τα καταφέρνει και να υποβιβάζεται στο τέλος της.  Στη  σεζόν 1983/84, άρχισε να καθιερώνεται στην άμυνα των «γουναράδων», παίζοντας σε 21 αγώνες και ήταν κατά τη διάρκεια της περιόδου 1986/87 που σκόραρε τα 2 πρώτα γκολ της καριέρας του, ενώ θα σκοράρει κι άλλα 2 στη σεζόν 1987/88, τη τελευταία του στη Καστοριά. Μετά από μια 6ετία, 154 αγώνες και 4 γκολ  για τους «γουναράδες», αποκτήθηκε από τον Ολυμπιακό το 1987, επί προεδρίας Γιώργου Κοσκωτά. Τα μεγάλα διοικητικά προβλήματα, που τότε ταλαιπωρούσαν τους «ερυθρόλευκους» και τα δύσκολα «πέτρινα χρόνια» της ομάδας, δεν επηρέασαν ούτε στο ελάχιστο την απόδοσή του, κάτι που εκτιμήθηκε πολύ από τον κόσμο της!


Ξεκίνησε με τον μεγάλο σύλλογο του λιμανιού κατά τη διάρκεια της σεζόν 1988/89, παίζοντας σε 26 παιχνίδια πρωταθλήματος, επί συνόλου 30, σκοράροντας ένα γκολ, στις 9 Οκτωβρίου του 1988, στην εκτός έδρας αναμέτρηση με τον Πανιώνιο, που  χρησιμοποιούσε ως έδρα το Καραϊσκάκη, οδηγώντας τον Ολυμπιακό σε νίκη με 1-0. Ο Ολυμπιακός τελείωσε 2ος στο πρωτάθλημα κερδίζοντας την έξοδο για το Κύπελλο UEFA της περιόδου 1989/90, όπου αποκλείστηκε από την Οσέρ. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, ο σύλλογος τερμάτισε σε μια απογοητευτική 4η θέση, ο ίδιος έπαιξε και στους 30 αγώνες πρωταθλήματος και στο τέλος της κατέκτησε τον πρώτο τίτλο της καριέρας του, το Κύπελλο Ελλάδος, νικώντας στον τελικό τον ΟΦΗ με 4-2.


Μη πέφτοντας ποτέ κάτω από τους 30 αγώνες για το πρωτάθλημα, αγωνίστηκε σε 34 παιχνίδια τη περίοδο 1990/91, τερματίζοντας 2ος στη βαθμολογία. Κατέκτησε για 2η φορά στο ελληνικό Κύπελλο το 1992, με αντίπαλο τον ΠΑΟΚ, ύστερα από το 1-1 της Τούμπας και το 2-0 στο Καραϊσκάκης και το Σούπερ Καπ Ελλάδας της ίδιας χρονιάς, πριν από την 3η θέση στο πρωτάθλημα. Ο Ολυμπιακός τερμάτισε και πάλι την 3η θέση στο πρωτάθλημα της περιόδου 1993/94, ενώ την επόμενη, 1994/95, οι «ερυθρόλευκοι» τερμάτισαν 2οι πίσω από τον Παναθηναϊκό που κέρδισε και τους 3 τίτλους εκείνης της χρονιάς (πρωτάθλημα, κύπελλο και Σούπερ Καπ). Πάλι 3ος τη περίοδο 1995/96, ήταν η τελευταία των «πέτρινων χρόνων» του μεγάλου Πειραιώτικου συλλόγου.


Τα επόμενα χρόνια, με την έλευση του Ντούσαν Μπάγιεβιτς (Dušan Bajević), η κατάσταση άλλαξε και μπήκαν οι βάσεις της σύγχρονης... δυναστείας του συλλόγου του μεγάλου λιμανιού, με την κατάκτηση των πρώτων πρωταθλημάτων επί προεδρίας Σωκράτη Κόκκαλη! Ο «Κούλης» ήταν εκεί, στο «άνοιγμα» της νέας σελίδας στην ιστορία του συλλόγου και μάλιστα, αποτελεί τον μοναδικό ποδοσφαιριστή από εκείνους που αποκτήθηκαν επί Κοσκωτά, ο οποίος πανηγύρισε τίτλο πρωταθλητή με τα ερυθρόλευκα, αφού συμπλήρωσε 14 ολόκληρα χρόνια στην ομάδα! Με τον Ολυμπιακό κατέκτησε 5 πρωταθλήματα και 3 Κύπελλα Ελλάδας, ενώ έφτασε και ως την προημιτελική φάση του Τσάμπιονς Λιγκ της σεζόν 1998/99!


Διετέλεσε για αρκετά χρόνια αρχηγός του Ολυμπιακού, αναδεικνυόμενος σε εμβληματική μορφή για τους «κόκκινους» και ήταν ο ηγέτης της άμυνας τους. Μέχρι την περίοδο 2000/01, όταν και αποχώρησε στα 36 του χρόνια, στην φιέστα του 5ου συνεχόμενου πρωταθλήματος, δηλώνοντας πως εκείνη η ημέρα ήταν η καλύτερη στην ποδοσφαιρική του καριέρα, έχοντας συμπληρώσει 366 συμμετοχές και 3 τέρματα στην Α΄ Εθνική, όντας τότε, ο ρέκορντμαν σε ευρωπαϊκές και εθνικές συμμετοχές των «ερυθρολεύκων»!


Η ηγετική φυσιογνωμία και η προσωπικότητά του, τον έκαναν να ξεχωρίζει στις δύσκολες εποχές και  δεν σκέφτηκε ποτέ να βγάλει την ερυθρόλευκη φανέλα από πάνω του, δηλώνοντας αφοσιωμένος στον αγαπημένο του Ολυμπιακό. «Είμαι πολύ τυχερός, που έζησα αυτές τις στιγμές στον Ολυμπιακό. Η σημερινή ημέρα είναι η καλύτερη στην καριέρα μου. Δεν θυμάμαι τίποτα άσχημο και κακό από την ερυθρόλευκη καριέρα μου. Χρειάστηκα περισσότερο από ένα χρόνο για να καταλάβω ότι ήλθε η ώρα να σταματήσω το ποδόσφαιρο», δήλωσε χαρακτηριστικά! 


Το ντεμπούτο του με την Ελλάδα πραγματοποιήθηκε στις 17 Ιανουαρίου του 1990, στην εντός έδρας φιλική νίκη  με 2-0 εναντίον του Βελγίου. Με τη γαλανόλευκη φανέλα αγωνίστηκε συνολικά 34 φορές και συμμετείχε στο Μουντιάλ 1994 των Η.Π.Α., όπου είχε μία συμμετοχή στον αγώνα εναντίον της Βουλγαρίας (0-4).


Μετά την αποχώρησή του από την ενεργό δράση, ασχολήθηκε με την προπονητική και ανέλαβε την εθνική ομάδα Παίδων της Ελλάδας. Παράλληλα, είναι ο επικεφαλής της ακαδημίας που διατηρεί ο σύλλογος του Πειραιά στο Μενίδι. Στο παρελθόν εργάστηκε επίσης ως προπονητής και διευθυντής στα τμήματα υποδομής του Ολυμπιακού.


PALMARES

Περίοδος: Σύλλογος, Συμμετοχές (Γκολ)

Επαγγελματική καριέρα

  • ·         1982-1988: Αθλητικός Γυμναστικός Σύλλογος Καστοριάς «Καστοριά», 153 (4)
  • ·         1988-2001: Ολυμπιακός Σύνδεσμος Φιλάθλων Πειραιώς, 363 (3)

Διεθνής

  • ·         1990-1998: Ελλάδα, 34 (0)


Προπονητική καριέρα

  • ·         2002-          : Εθνική Παίδων Ελλάδας (U-17)

 

Τίτλοι

Με τον Ολυμπιακό
  • ·         Πρωτάθλημα Ελλάδος: 5 (1996/97, 1997/98, 1998/99, 1999-2000, 2000/01)
  • ·         Κύπελλο Ελλάδος: 3 (1989/90, 1991/92, 1998/99)
  • ·         Σούπερ Καπ Ελλάδος: 1992



Στοιχεία από το balleto.gr και τα evrytanika.gr

Γιαν Μέλμπι

Ο Δανός κεντρικός μέσος και αργότερα κεντρικός αμυντικός, Γιαν Μέλμπι (Jan Mølby) γεννήθηκε, στις 4 Ιουλίου του 1963, στο Κόλντινγκ, μια πόλη στη νότια δανική χερσόνησο, κοντά στο Βέιλε. Ως ποδοσφαιριστής, αγωνιζόμενος κυρίως ως μέσος στην 16ετή καριέρα του, από το 1982 έως το 1998, πέρασε τα δώδεκα από αυτά παίζοντας στην Αγγλία με την Λίβερπουλ. Αφού ξεκίνησε την καριέρα του με τον σύλλογο της γενέτειράς του, μεταγράφηκε στον Άγιαξ, πριν ακολουθήσει μέχρι το τέλος της η Λίβερπουλ. Ήταν 33 φορές διεθνής με τη Δανία, σκοράροντας 2 φορές. Ένας από τους σπουδαιότερους μέσους που φάνηκαν στα ευρωπαϊκά γήπεδα τις δεκαετίες του 1980 και του 1990. Δέσποζε στη μεσαία γραμμή, αφού διέθετε άριστη τεχνική κατάρτιση, μεγάλη αγωνιστική αντίληψη, ενώ ήταν ιδανικός στο να κρατά τη μπάλα. Διακρίθηκε και στο οργανωτικό κομμάτι, αλλά και στο σκοράρισμα. Μετά την αποχώρησή του από τη Λίβερπουλ, έγινε παίκτης-προπονητής της Σουόνσι, όπου πέρασε δύο χρόνια, αναλαμβάνοντας στη συνέχεια την Κιντερμίνστερ, οδηγώντας τη στην άνοδο στην Football League το 2000. Αργότερα είχε μια σύντομη περίοδο στη Χαλ Σίτι, επιστρέφοντας για λίγο πίσω στη Κιντερμίνστερ.


Ξεκίνησε την καριέρα του το 1981, από τον σύλλογο της γενέτειράς του, την Κόλντινγκ IF όπου έγινε ο αρχηγός της ομάδας στην ηλικία των 19 ετών. Δεν έμεινε, ωστόσο, πολύ σε αυτήν, καθώς το 1982, ο Άγιαξ έσπευσε και τον ενέταξε στη δύναμή του. Στα δύο χρόνια που ανήκε στον «Αίαντα» απόλαυσε την εμπιστοσύνη των προπονητών του, κάνοντας 57 συμμετοχές με 11 γκολ και πανηγύρισε την κατάκτηση του νταμπλ τη σεζόν 1982/83. Το 1984, ο τότε τεχνικός ηγέτης της Λίβερπουλ, Τζο Φάγκαν (Joe Fagan), τον προσκάλεσε για ένα δοκιμαστικό με την ομάδα για 10 ημέρες. Υπέγραψε στις 22 Αυγούστου του 1984. Έκανε το ντεμπούτο του 3 ημέρες αργότερα, στις 25, στην ισοπαλία 3-3 στο πρωτάθλημα με τη Νόριτς εκτός έδρας. Το  πρώτο γκολ του για την Λίβερπουλ, το σημείωσε την 1η Δεκεμβρίου του 1984, στην ήττα 1-3 στο πρωτάθλημα από την Τσέλσι στο Στάμφορντ Μπριτζ.


Στην αρχή δεν εντυπωσίασε, ενώ από την περίοδο 1985/86, ο νέος παίκτης-προπονητής Κένι Νταλγκλίς (Kenny Dalglish), άρχισε να πιστεύει στον Μέλμπι, εγκαθιστώντας τον βασικό στην πρώτη ομάδα, όπου και έμελλε να μεγαλουργήσει! Σε ορισμένες περιπτώσεις, ξεκίνησε αγώνες ως 3ος κεντρικός αμυντικός ή ως λίμπερο, πριν από τη μετάβαση του στη μεσαία γραμμή, μαζί με τον Στιβ ΜακΜάχον (Steve McMahon). Σκόραρε 21 γκολ εκείνη τη σεζόν από τη μεσαία γραμμή που ήταν αναμφισβήτητα η καλύτερη του στους «κόκκινους». Η σεζόν ολοκληρώθηκε με το βραβείο του MVP στον νικηφόρο τελικό του αγγλικού Κυπέλλου, εναντίον της Έβερτον, τον πρώτο της ιστορίας μεταξύ των 2 μεγάλων συλλόγων του Μερσεϊσάιντ.


Αγωνίστηκε  στους «reds», για μια ολόκληρη 12ετία, έως τον Φεβρουάριο του 1996! Σ’ αυτό το διάστημα, χρησιμοποιήθηκε σε 218 αναμετρήσεις πρωταθλήματος, πέτυχε 44 τέρματα, και κατέκτησε 3 πρωταθλήματα (1986, 1988, 1990), 3 Κύπελλα (1986, 1989, 1992), το Λιγκ Καπ  του 1995) και 4 Τσάριτι Σιλντ (1986, 1988, 1989, 1990) με τον μεγάλο σύλλογο του Μέρσεϊ! Ήταν αλάνθαστος στις εκτελέσεις πέναλτι, αφού  κατά τη διάρκεια της θητείας του στο «Άνφιλντ», από τα 62 συνολικά τέρματα που σημείωσε, τα 42 προέρχονταν από εκτελέσεις πέναλτι, χάνοντας μόνο 3 στις 45! Είχε και κάποιες ατυχίες, που τον κράτησαν μακριά από τη δράση εμποδίζοντάς τον να προσφέρει περισσότερα στη Λίβερπουλ. Το καλοκαίρι του 1987, κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας, τραυματίστηκε στο πόδι και  έμεινε τρεις μήνες εκτός γηπέδων. Ακόμη, τον Οκτώβριο του 1988 καταδικάστηκε σε τρίμηνη φυλάκιση επειδή προκάλεσε ατύχημα με το αυτοκίνητό του, ενώ υπέστη άλλους δύο τραυματισμούς, τον Μάρτιο του 1988 και τον Οκτώβριο του 1992. Λίγο πριν αποδεσμευθεί από τη Λίβερπουλ, δόθηκε δανεικός, αρχικά στη Μπάρνσλεϊ και κατόπιν στη Νόργουιτς.


Θεωρείται από τους Κορυφαίους Ξένους στην ιστορία της Λίβερπουλ, αφήνοντας το στίγμα του στον ιστορικό σύλλογο.  Μία επιβράβευση για όλα όσα προσέφερε στον ιστορικό αγγλικό σύλλογο ο Δανός, είναι και το γεγονός ότι, φιγουράρει στη 16η θέση της τελικής λίστας, ψηλότερα από κάθε άλλον μη Βρετανό, όταν το 2006, το επίσημο website της Λίβερπουλ, ζήτησε από τους φίλους του συλλόγου το «Top-100» με τους πιο αγαπημένους ποδοσφαιριστές που πέρασαν από την ομάδα, ενώ ήταν 30ος στην κατάταξη του περιοδικού Four Four Two με του ξένους παίκτες που έχουν παίξει στο αγγλικό ποδόσφαιρο. Αφού άφησε οριστικά το «Άνφιλντ», ανέλαβε πόστο παίκτη-προπονητή στη Σουόνσι και  ως ποδοσφαιριστής της, κρέμασε τα παπούτσια του, το 1998.


Χρίσθηκε 33 φορές διεθνής  και σημείωσε 2 γκολ. Έκανε το ντεμπούτο του σε ηλικία 18 ετών, εναντίον της Νορβηγίας, στις 15 Ιουνίου 1982. Ήταν μέλος της ομάδας (συνήθως ως αλλαγή) στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα του 1984 και στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1986. Ο ανταγωνισμός για μια θέση στην μεσαία γραμμή της Λίβερπουλ ήταν τόσο έντονη που δεν πήρε και πολλές διεθνείς συμμετοχές υπέρ του Φρανκ Άρνεσεν (Frank Arnesen) και του Γενς-Γιορν Μπέρτελσεν (Jens-Jørn Bertelsen). Η διεθνής σταδιοδρομία του ήρθε στο τέλος, όταν ο Ρίτσαρντ Μέλερ Νίλσεν (Richard Møller Nielsen) ανέλαβε προπονητής στην εθνική Δανίας το 1990. Τον χρησιμοποίησε μόνο σε 2 παιχνίδια -και οι 2 το 1990. Ποτέ δεν ήταν πλέον βασικός, από ένα φιλικό εναντίον της Ουαλίας μέχρι την ήττα 0-2 εντός έδρας από την Γιουγκοσλαβία για τα προκριματικά του Euro του 1992.


Μετά την αποχώρησή του από τη Λίβερπουλ, εργάστηκε για μία οκταετία, από το 1996 έως το 2004, ως προπονητής, στην Σουόνσι (παίκτης-προπονητής την περίοδο 1996-1998), αναλαμβάνοντας στη συνέχεια την Κιντερμίνστερ, οδηγώντας τη στην άνοδο στην Football League το 2000. Αργότερα είχε μια σύντομη περίοδο στη Χαλ Σίτι, επιστρέφοντας για λίγο πίσω στη Κιντερμίνστερ. Σήμερα, ασχολείται με τον τηλεσχολιασμό αγώνων ποδοσφαίρου για το δανικό δίκτυο TV 2, κυρίως για διεθνείς αγώνες.


PALMARES

Περίοδος: Σύλλογος, Συμμετοχές (Γκολ)

Επαγγελματική καριέρα

  • ·         1981/82: Kolding Idrætsforening, 40 (0)
  • ·         1982–1984: Amsterdamsche Football Club Ajax, 57 (11)
  • ·         1984–1996: Liverpool Football Club, 218 (44)
  • ·         1995: (δανεικός) → Barnsley Football Club, 5 (0)
  • ·         1995: (δανεικός) → Norwich City Football Club,  3 (0)
  • ·         1996–1998: Swansea City Association Football Club, 41 (8)

Σύνολο καριέρας: 364 (63)

 Διεθνής

  • ·         1982–1990: Δανία, 33 (2)

Προπονητική καριέρα

  • ·         1996/97: Swansea City Association Football Club
  • ·         1999–2002: Kidderminster Harriers Football Club
  • ·         2002: Hull City Football Club
  • ·         2003/04: Kidderminster Harriers Football Club

 Τίτλοι

Ως ποδοσφαιριστής

Με τον  Ajax
  • ·         Πρωτάθλημα Ολλανδίας: 1982/83
  • ·         Κύπελλο Ολλανδίας: 1982/83

Με τη Liverpool
  • ·         Πρωτάθλημα Αγγλίας: 3 (1985/86, 1987/88, 1989/90)
  • ·         Κύπελλο Αγγλίας: 3 (1985/86, 1988/89, 1991/92)
  • ·         Λιγκ Καπ Αγγλίας: 1994/95
  • ·         FA Charity Shield: 4 (1986, 1988, 1989, 1990)

Ως προπονητής

  • Kidderminster Harriers
  • ·         Football Conference :  1999–2000



ΠΗΓΗ: balleto.gr