Κυριακή, 30 Απριλίου 2017

Παναγιώτης (Γιώτης) Εγκωμίτης

Ο Κύπριος μεσοεπιθετικός Παναγιώτης (Γιώτης) Εγκωμίτης, γεννήθηκε στις 26 Μαΐου του 1972, στην Αμμόχωστο. Έγινε γνωστός κατά τη διάρκεια της αγωνιστικής του παρουσίας στον Εθνικό Άχνας το 1992. Το 1997 μεταγράφηκε στην Ανόρθωση και το 2000 πήρε μεταγραφή στον ΠΑΟΚ, τιμώντας με την παρουσία του και τα ελληνικά γήπεδα, αγωνιζόμενος για μια εξαετία στον «Δικέφαλο του Βορρά», κατακτώντας 2 φορές το Κύπελλο Ελλάδας, το 2001 και το 2003. Ένας από τους καλύτερους ποδοσφαιριστές που ανέδειξε η Μεγαλόνησος, αεικίνητος, με τρομερό πείσμα, κατάπινε χιλιόμετρα στον αγωνιστικό χώρο, διαθέτοντας δυνατό σουτ, καλή μεταβίβαση, ποιότητα και πάθος! Μυαλωμένος ποδοσφαιριστής και ιδιαίτερα διεισδυτικός, τον διέκρινε η θέληση για τη νίκη και  αποτέλεσε βασικότατο μέλος της ενδεκάδας των «μελανόλευκων» γνωρίζοντας και την αγάπη των φίλων τους! Έκλεισε τη καριέρα του στον Εθνικό Άχνας το 2009. Έχει 45 συμμετοχές και 7 γκολ με την Εθνική Κύπρου.


Ξεκίνησε την καριέρα του, το  1992 στον Εθνικό Άχνας, όπου και έμεινε ως το 1997, κάνοντας  188 εμφανίσεις και πετυχαίνοντας 33 γκολ. Όντας ένας από τα σπάνια ταλέντα του κυπριακού ποδοσφαίρου, προσέλκυσε το ενδιαφέρον των μεγάλων ομάδων στη Μεγαλόνησο! Μετά λοιπόν από την εντυπωσιακή ανέλιξη του, πήρε μεταγραφή για την ομάδα της Ανόρθωσης. Τότε, η μεταγραφή του στη «Κυρία» του κυπριακού ποδοσφαίρου, έγινε με επεισοδιακό τρόπο, καθώς την τελευταία στιγμή, ο τότε πρόεδρος Κίκης Κωνσταντίνου, τον έκλεψε –κυριολεκτικά- μέσα από τα χέρια της Ομόνοιας και ήταν από τις πιο δαπανηρές για το κυπριακό ποδόσφαιρο!


Έμεινε στο Αντώνης Παπαδόπουλος για τρία χρόνια, πανηγυρίζοντας με την «Μεγάλη Κυρία», 3 πρωταθλήματα και ένα κύπελλο Κύπρου. Το επίσημο ντεμπούτο του στις εγχώριες διοργανώσεις, ήταν απέναντι στον Ευαγόρα Πάφου για την πρεμιέρα της περιόδου 1997/98, στον οποίο πέτυχε χατ-τρικ! Την πρώτη του χρονιά, αν και αντιμετώπισε πρόβλημα τραυματισμού, έκανε 21 συμμετοχές και 9 τέρματα. Τη δεύτερη χρονιά, φόρεσε τη φανέλα με τον Φοίνικα στο στήθος 20 φορές ενώ την τελευταία του χρονιά, έκανε πραγματικά όργια εντός γηπέδου σημειώνοντας 16 γκολ σε 20 συμμετοχές. Πραγματοποίησε και αξιοπρόσεκτες για τα δεδομένα της εποχής, πορείες στην Ευρώπη. Ήλθε αντιμέτωπος του Ολυμπιακού το 1998, στα προκριματικά του Τσάμπιονς Λιγκ, ενώ αλήστου μνήμης αποτελεί και ένα γκολ που σημείωσε απέναντι στη Λέγκια Βαρσοβίας.


Η φήμη του μεγάλου ποδοσφαιρικού του ταλέντου, έφθασε μέχρι τη Θεσσαλονίκη και το καλοκαίρι του 2000, ο ΠΑΟΚ δεν δίστασε να ξοδέψει αρκετά λεφτά για να φορέσει ο Κύπριος παίκτης τη φανέλα με τον δικέφαλο! Με τον Γιαννάκη Οκκά, να τελεί υπό παρακολούθηση από τον «Δικέφαλο», ο Μλάντεν Φορτούλα (Mladen Furtula) πήγε πολλές φορές στην Κύπρο για να δει τον παίκτη. Ωστόσο, τον σαγήνεψε ο Γιώτης Εγκωμίτης, αναγκάζοντας τον ΠΑΟΚ να εκταμιεύσει ένα ποσό της τάξης των 900 εκατομμυρίων δραχμών, ώστε να κάνει κάτοικους Θεσσαλονίκης τους δύο ποδοσφαιριστές. Αγωνίστηκε 6 χρόνια στον «Δικέφαλο του Βορρά», λαμβάνοντας μέρος σε 76 συνολικά αγώνες του, με 10 γκολ και ευτύχησε όχι μόνο να έχει μια πολύ καλή θητεία αλλά να κερδίσει και τίτλους μαζί του!


Αναμφίβολα, το highlight της θητείας του στον ΠΑΟΚ, αποτελεί το γκολ που σημείωσε στον τελικό του Κυπέλλου Ελλάδας του 2001, εναντίον του Ολυμπιακού! Το σφύριγμα της λήξης εκείνου του αγώνα, βρήκε τον ΠΑΟΚ νικητή με 4-2 και Κυπελλούχο, ενώ ο ίδιος ήταν από τους καλύτερους του αγώνα!  Δύο χρόνια αργότερα, ήταν και πάλι στη βασική ενδεκάδα του «Δικεφάλου», όταν ο τελευταίος αντιμετώπισε τον συμπολίτη Άρη, πάλι στον τελικό του Κυπέλλου. Οι «μελανόλευκοι» επικρατούν με 1-0 (Γ. Χ. Γεωργιάδης  στο 24’) και ο Κύπριος πανηγυρίζει έτσι τον δεύτερο τίτλο του εν Ελλάδι!  Το 2006, στα 34 του πια, ο διεθνής μέσος άφησε τον ΠΑΟΚ κι επέστρεψε στη Μεγαλόνησο, στον Εθνικό Άχνας, στον οποίο προσέφερε για άλλες 3 σεζόν και το καλοκαίρι του 2009 αποσύρθηκε από τα γήπεδα. Συνολικά, έπαιξε 225 παιχνίδια στη Α’ κυπριακή Κατηγορία, σκοράροντας 63 γκολ. Στις ευρωπαϊκές διασυλλογικές διοργανώσεις, έπαιξε 12 παιχνίδια στο Τσάμπιονς Λιγκ, 17 παιχνίδια στο Κύπελλο UEFA με ένα γκολ και 4 παιχνίδια στο Κύπελλο Ιντερτότο


Πήρε  μέρος σε 45 αγώνες της Εθνικής Κύπρου και σημείωσε  7 γκολ. Κλήθηκε  για πρώτη φορά από τον Ανδρέα Μιχαηλίδη, σε μια φιλική νίκη 2-0 εναντίον της Εσθονίας, στις 9 Μαρτίου του 1994. Σκόραρε το πρώτο διεθνές γκολ του, πάλι σε φιλικό εναντίον της Εσθονίας (3-1), στις 15 Φεβρουαρίου του 1995. Το τελευταίο του τέρμα με την κυπριακή εθνική ομάδα, το πέτυχε στις 28 Φεβρουαρίου του 2001, εναντίον της Ουκρανίας (4-3). Το τελευταίο του διεθνές παιχνίδι, ήταν εναντίον της Σλοβενίας, μια ισοπαλία 2-2, στις 11 Οκτωβρίου του 2003.


Αυτή τη στιγμή, συνεχίζει να παραμένει στον χώρο του ποδοσφαίρου, ως προπονητής, όντας μέλος του προπονητικού τιμ του Εθνικού Άχνας, έχοντας  στο παρελθόν διατελέσει  β' τεχνικός της πρώτης ομάδας αλλά και κόουτς στα τμήματα υποδομής του συλλόγου. Είχε και μια σύντομη θητεία στον πάγκο της Ανόρθωσης στο πλευρό του Ζόραν Μιλίνκοβιτς (Zoran Milinković)

PALMARES

Περίοδος: Σύλλογος, Συμμετοχές (Γκολ)

Επαγγελματική καριέρα

  • ·         1992-1997: Αθλητικός Σύλλογος Άχνας, «Ο Εθνικός», 118 (33)
  • ·         1997-2000: Ανόρθωσις Αμμοχώστου, 61 (28)
  • ·         2000-2006: Πανθεσσαλονίκειος Αθλητικός Όμιλος Κωνσταντινουπολιτών  (ΠΑΟΚ), 78 (10)
  • ·         2006-2009: Αθλητικός Σύλλογος Άχνας, «Ο Εθνικός», 36 (2)

Διεθνής

  • ·         1994-2003: Κύπρος, 45 (7)

Τίτλοι

Με την Ανόρθωση
  • ·         Πρωτάθλημα Κύπρου: 3 (1997/98, 1998/99, 1999-2000)
  • ·         Κύπελλο Κύπρου:  1998
  • ·         Σούπερ Καπ Κύπρου: 2 (1998, 1999)

Με τον ΠΑΟΚ

  • ·         Κύπελλο Ελλάδος: 2 (2000/01, 2002/03)



ΠΗΓΗ: balleto.gr

Σταν Μόρτενσεν

Ο Άγγλος κεντρικός επιθετικός Σταν Μόρτενσεν (Stanley Harding "Stan" Mortensen), γεννήθηκε στις 26 Μαΐου του 1921, στο  Σάουθ Σιλντς, μια παραθαλάσσια πόλη στις εκβολές του ποταμού Τάιν, περίπου 8 χλμ. έξω  από το Νιούκαστλ, στη κομητεία του Ντάραμ, στη βόρεια Αγγλία. Έγινε διάσημος για την συμμετοχή του στον τελικό του Κυπέλλου Αγγλίας του 1953, που αργότερα ονομάστηκε «Ο Τελικός του Μάθιους», όντας συμπαίκτης του θρύλου Στάνλεϊ Μάθιους (Stanley Matthews ), στη μεγάλη Μπλάκπουλ των αρχών της δεκαετίας του 1950.  Είναι ο μοναδικός παίκτης στην ιστορία που έχει σκοράρει  χατ-τρικ σε Τελικό Κυπέλλου Αγγλίας στο Γουέμπλεϊ. Ήταν, επίσης, ο πρώτος παίκτης που σκόραρε για την εθνική Αγγλίας, τόσο  σε προκριματικά  Παγκοσμίου Κυπέλλου όσο και σε τελική φάση της διοργάνωσης.


Υπηρέτησε στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, από το 1939 ως ασυρματιστής και ξεπέρασε έναν τραυματισμό που υπέστη όταν το βομβαρδιστικό της RAF στο οποίο ήταν μέλος του πληρώματος, συνετρίβη αφήνοντας τον ως τον μοναδικό επιζώντα, για να γίνει ένας από τους καλύτερους παίκτες της Αγγλίας μετά τον πόλεμο. Κατά τη διάρκεια του πολέμου, σκόραρε δεκάδες γκολ, κυρίως με την Άρσεναλ και τη Μπαθ Σίτι, πριν δημιουργήσει ένα περίεργο κομμάτι της ποδοσφαιρικής ιστορίας, αγωνιζόμενος με τα Ουαλικά χρώματα, παρότι μέλος της αγγλικής ομάδας, όταν χρειάστηκαν αναπληρωματικό σε έναν αγώνα εναντίον της Αγγλίας, στις 25 Σεπτεμβρίου του 1943! Ο μεσοεπιθετικός των Ουαλών, Άιβορ Πάουελ (Ivor Powell), τραυματίστηκε και βγήκε εκτός αγωνιστικού χώρου. Ύστερα από περίπου ένα τέταρτο, ένας παίκτης με κόκκινη φανέλα εμφανίστηκε πίσω στον αγώνα, χωρίς κανείς από τους 80.000 θεατές και τους δημοσιογράφους που κάλυπταν το παιχνίδι από τα θεωρεία του Γουέμπλεϊ, να καταλάβουν ότι αυτός ήταν ο Μόρτενσεν!


Η ποδοσφαιρική του σταδιοδρομία, ήταν ως επί το πλείστον με την Μπλάκπουλ, για την οποία σκόραρε 197 γκολ σε 317 παιχνίδια. Μεταξύ του 1945 και του 1950, ο Μόρτενσεν σκόραρε σε 12 συνεχόμενους γύρους του Κυπέλλου Αγγλίας, συμπεριλαμβανομένου του Τελικού του 1948! Αναδείχθηκε πρώτος σκόρερ στην Α’ Κατηγορία, την περίοδο 1950/51 με 30 γκολ. Η πιο διάσημη απόδοσή του, συνέβη δύο χρόνια αργότερα, στον τελικό του Κυπέλλου Αγγλίας του 1953, τον περίφημο «Τελικό του Μάθιους», βοηθώντας τη Μπλάκπουλ στη νίκη με 4-3 επί της Μπόλτον, όταν χάνοντας με  2-3, σκόραρε το τρίτο του γκολ στον αγώνα, στο 89ο λεπτό, ισοφαρίζοντάς τον, για να έλθει ο Μπιλ Πέρι  (Bill Perry) στη παράταση να σφραγίσει τη νίκη! Είναι ο μοναδικός ποδοσφαιριστής που έχει σκοράρει  χατ-τρικ σε Τελικό Κυπέλλου Αγγλίας που πραγματοποιήθηκε στο Γουέμπλεϊ, μέχρι και σήμερα!


Μετά από εννέα χρόνια με την Μπλάκπουλ, ο «Μόρτι» αγωνίστηκε για την Χαλ Σίτι (1955/57), με την οποία πέτυχε 18 γκολ σε 42 αγώνες και  για τη Σάουθπορτ (1957/58) με 10 γκολ σε 36 αγώνες. Μετά την ένταξή του στη Σάουθπορτ, ανήγγειλε την αποχώρησή του από το ποδόσφαιρο, στις 24 Απριλίου του 1958, σε ηλικία 37 ετών, επικαλούμενος προβλήματα με τα γόνατά του. Παρόλα αυτά, αγωνίστηκε για δύο ακόμη μη επαγγελματικούς συλλόγους, σε διάστημα 4 ετών, τη Μπαθ Σίτι (1958/59) με 27 γκολ σε 45 αγώνες  και αποσύρθηκε οριστικά από την ενεργό δράση, ως παίκτης της Λάνκαστερ, το 1962.


Μέχρι το τέλος της καριέρας του, είχε παίξει 25 φορές για την Αγγλία και σκόραρε 23 γκολ. Στις 25 Μαΐου του 1947, έκανε το ντεμπούτο του με τα «Λιοντάρια» εναντίον της Πορτογαλίας, κάνοντας πάταγο, αφού σημείωσε τα 4 γκολ των Άγγλων στη νίκη με 10-0! Την επόμενη χρονιά, έπαιξε και στα 6 διεθνή παιχνίδια της Αγγλίας και σκόραρε 7 γκολ, συμπεριλαμβανομένου χατ-τρικ εναντίον της Σουηδίας. Στο Βρετανικό εσωτερικό Πρωτάθλημα του 1949/50, που έπαιξε ρόλο προκριματικού για το πρώτο μεταπολεμικό Παγκόσμιο Κύπελλο του 1950, που έγινε στη Βραζιλία, στις 15 Οκτωβρίου του 1949, στο 22ο λεπτό του πρώτου αγώνα που έπαιξε ποτέ η Αγγλία για προκριματικά Παγκοσμίου Κυπέλλου, εναντίον της Ουαλίας στο Νίνιαν Παρκ του Κάρντιφ, ο Μόρτενσεν σκόραρε το πρώτο γκολ των Άγγλων στην νίκη με 4-1! Στην τελική φάση της διοργάνωσης, στο πλαίσιο του 2ου ομίλου που μετείχε η Αγγλία, στις 25 Ιουνίου του 1950, στο 27ο λεπτό του πρώτου αγώνα που έπαιξε ποτέ η Αγγλία σε τελική φάση Παγκοσμίου Κυπέλλου, εναντίον της Χιλής, στο Μαρακανά του Ρίο ντε Τζανέιρο, ο Μόρτενσεν σκόραρε το πρώτο γκολ των Άγγλων στην νίκη με 2-0! Ήταν επίσης μέλος της ομάδας της Αγγλίας που έχασε με 6-3 από την Ουγγαρία, τον Νοέμβριο του 1953!


Μετά τη απόσυρσή του από την ενεργό δράση, επέστρεψε στην Μπλάκπουλ ως προπονητής μεταξύ 1967 και 1969, όταν και απολύθηκε. Είχε δημοπρατήσει και τα ποδοσφαιρικά του μετάλλια, προκειμένου να βοηθήσει οικονομικά τη Μπλάκπουλ!

Εγκαταστάθηκε στο Hall of Fame της Μπλάκπουλ, στο “Μπλούμφιλντ Ρόουντ”, το γήπεδό της, όταν αυτό εγκαινιάστηκε επίσημα από τον πρώην παίκτη της Τζίμι Άρμφιλντ (Jimmy Armfield), τον Απρίλιο του 2006. Στην ψηφοφορία που διοργανώθηκε από τη Παγκόσμια Ένωση Οπαδών της Μπλάκπουλ, σε όλο τον κόσμο για τους 5  Ήρωες Όλων των Εποχών του συλλόγου, ο Μόρτενσεν είναι για την δεκαετία του 1950! Στις 20 Οκτωβρίου του 1983, στη ετήσια γενική συνέλευση των οπαδών της  Μπλάκπουλ, ψηφίστηκε αντιπρόεδρος!


Στις 18 Νοεμβρίου του 1989, ο Μόρτενσεν οδήγησε την ομάδα της Μπλάκπουλ στον αγωνιστικό χώρο του Μπλούνφιλντ Ρόουντ, για τον αγώνα του πρώτου γύρου του Κυπέλλου Αγγλίας εναντίον της Μπόλτον. Ο πρώην παίκτης της Μπόλτον, Νατ Λοφτχάουζ (Nat Lofthouse), προσωπικός του αντίπαλος στον τελικό του 1953, οδήγησε τους φιλοξενούμενους, εν μέσω πανδαιμονίου!  Δώδεκα ημέρες αργότερα, στις 30 Νοεμβρίου, ένα δείπνο-αφιέρωμα για τον Μόρτενσεν, πραγματοποιήθηκε στο “Savoy Hotel” στο Μπλάκπουλ. Συμμετείχαν πολλοί πρώην παίκτες της Μπλάκπουλ και η εκδήλωση είχε κανονιστεί να τιμήσει τα πενήντα χρόνια υπηρεσίας του «Μόρτι» τόσο για τον ποδοσφαιρικό σύλλογο της Μπλάκπουλ, όσο και για την ίδια τη πόλη!


Ο Σταν Μόρτενσεν, πέθανε 4 ημέρες πριν από τα 70α του γενέθλιά, στις 22 Μαΐου του 1991, την ημέρα που η Μπλάκπουλ έφτασε στο Γουέμπλεϊ, για πρώτη φορά μετά από το 1953! Είχαν φτάσει εκεί για τον τελικό των play-off της 4ης Κατηγορίας! Ενός λεπτού σιγή κρατήθηκε πριν από τον αγώνα εναντίον της Τορκί που η Μπλάκπουλ τελικά έχασε στα πέναλτι! Γενικά, με τον μήνα Μάιο συνδέθηκε κατά ένα μεγάλο μέρος της ζωής του. Κατά τη διάρκεια του Μαΐου, γεννήθηκε, υπέγραψε επαγγελματικό συμβόλαιο, έκανε το ντεμπούτο του στην εθνική Αγγλίας, κέρδισε το Κύπελλο Αγγλίας  και πέθανε! Το 2003, μεταθανάτια, εγκαταστάθηκε στο αγγλικό ποδοσφαιρικό Hall of Fame, σε αναγνώριση του ταλέντου του και των επιτευγμάτων του. Στις 23 Αυγούστου του 2005, ένα άγαλμα του Σταν Μόρτενσεν, παρουσιάστηκε από τη σύζυγό του, Jean και τον πρώην συμπαίκτη του στη Μπλάκπουλ Τζίμι Άρμφιλντ, μπροστά από τη νέα βόρεια κερκίδα του Μπλούμφιλντ Ρόουντ, που φέρει πλέον τ’ όνομά του.



PALMARES

Περίοδος: Σύλλογος, Συμμετοχές (Γκολ)

 Επαγγελματική καριέρα

  • ·         1941–1955: Blackpool Football Club, 317 (197)
  • ·         1943/44: (προσκεκλημένος) → Bath City Football Club                   
  • ·         1944/45: (προσκεκλημένος) → Arsenal Football Club, 19 (25)
  • ·         1955–1957: Hull City Football Club, 42 (18)
  • ·         1957/58: Southport Football Club, 36 (10)
  • ·         1958/59: Bath City Football Club, 45 (27)
  • ·         1960–1962: Lancaster City Football Club                

Διεθνής

  • ·         1943: Ουαλία (περίοδος πολέμου), 1 (0)
  • ·         1947–1953: Αγγλία, 25 (23)
  • o   → πολεμική περίοδος, 3 (3)

 Προπονητική καριέρα

  • ·         1967–1969: Blackpool Football Club

 Τίτλοι

Με την Blackpool

  • ·         Κύπελλο Αγγλίας: 1952/53

Λουκ Νίλις

Ο Βέλγος κεντρικός επιθετικός Λουκ Νίλις (Luc Gilbert Cyrille Nilis), γεννήθηκε στις 25 Μαΐου του 1967, στη πόλη Χάσελτ του Λιμβούργου, στη Φλάνδρα, στο βορειοανατολικό Βέλγιο. Με το παρατσούκλι Lucky Luc, απόλαυσε μια άκρως επιτυχημένη καριέρα στην πατρίδα του με την Άντερλεχτ  και κυρίως στην Ολλανδία με την PSV Αϊντχόβεν. Υπήρξε ένας από τους πιο επικίνδυνους επιθετικούς που φάνηκαν στα ευρωπαϊκά γήπεδα τη δεκαετία του 1990. Αεικίνητος παίκτης, με καλή τεχνική και ταχύτητα σκέψης, μπορούσε να κάνει τη ζημιά ανά πάσα στιγμή είτε με το πολύ δυνατό σουτ του είτε με τις κεφαλιές του, καθώς το ύψος του (1,83 μ.) και το πολύ καλό επιτόπιο άλμα του τον βοηθούσαν. Ωστόσο, οι ημέρες της ποδοσφαιρικής του σταδιοδρομίας, έφτασαν στο τέλος τους, τη σεζόν 2000/01 αφού έσπασε το πόδι του, παίζοντας για την Άστον Βίλα, μετά από μια σύγκρουση με τον τερματοφύλακα της Ίπσουιτς Ρίτσαρντ Ράιτ (Richard Wright). Έγινε 56 φορές διεθνής με το Βέλγιο και πέτυχε 10 τέρματα. Πήρε μέρος στα Παγκόσμια Κύπελλα του 1994 και του 1998 και στο Euro του 2000.


 Γιος του Ρότζερ Νίλις, πρώην επαγγελματία παίκτη της Σεντ Τρούιντεν, στη δεκαετία του 1960, έμαθε μικρός τα μυστικά της μπάλας, στη Χάλβεβεγκ Ζόνχοφεν, σύλλογο της γενέτειράς του και στη Βίντερσλαγκ, με τη φανέλα της οποίας, πραγματοποίησε το ντεμπούτο του ως επαγγελματίας το 1984. Δύο χρόνια αργότερα κι αφού είχε πετύχει 16 γκολ σε 47 ματς, μεταγράφηκε στην Άντερλεχτ, οι άνθρωποι της οποίας είχαν εκτιμήσει τα προσόντα του. Έμεινε 8 σεζόν στη μεγάλη ομάδα των Βρυξελλών, καταγράφοντας σε αυτό το διάστημα 224 συμμετοχές και 127 γκολ, κατακτώντας 4 πρωταθλήματα και 3 Κύπελλα Βελγίου. Συν τοις άλλοις όσο ακόμη ανήκε στον ιστορικό σύλλογο της πρωτεύουσας, κλήθηκε και έπαιξε για πρώτη φορά στην εθνική της χώρας του.


Επόμενος «σταθμός» του ήταν η ολλανδική Αϊντχόφεν. Για 6 συνεχόμενες σεζόν, υπήρξε βασικό και αναντικατάστατο στέλεχος των «ερυθρολεύκων», παρότι ταλαιπωρήθηκε από μερικούς τραυματισμούς. Ήταν ο Πρώτος Σκόρερ του ολλανδικού πρωταθλήματος για την περίοδο 1995/96, σκοράροντας 21 γκολ. Συνέχισε με τον ίδιο ρυθμό και για τη σεζόν 1996/97, έχοντας πετύχει 13 γκολ μέχρι τον Δεκέμβριο του 1996, πριν ισοφαρίσει την προηγούμενη επίδοσή του, σε μια σεζόν που η PSV κατέκτησε το πρωτάθλημα για πρώτη φορά μετά από πέντε χρόνια.


Συνέθεσε ένα εκπληκτικό επιθετικό δίδυμο με τον Ρουντ φαν Νίστελροϊ (Ruud van Nistelrooy), ο οποίος υπέγραψε στη PSV το 1998. Τη περίοδο 1998/99 οι δυο τους σκόραραν 55 γκολ στο πρωτάθλημα, με τον Φαν Νιστελρόι να τελειώνει ως Κορυφαίος Σκόρερ, με τον Νίλις δεύτερο, ενώ την επόμενη περίοδο, 1999-2000 τελευταία του Νίλις στην Ολλανδία, οι δυο τους πέτυχαν 48 γκολ. Σημείωσε συνολικά 110 γκολ σε 165 παιχνίδια και χάρηκε τη κατάκτηση δύο πρωταθλημάτων και ενός Κυπέλλου Ολλανδίας. Επίσης, αναδείχθηκε 2 φορές Πρώτος Σκόρερ της Eredivisie και μία φορά Καλύτερος Ποδοσφαιριστής του πρωταθλήματος, ενώ οι συμπατριώτες του τον εξέλεξαν Κορυφαίο Παίκτη του Βελγίου για την περίοδο 1995/96. Για τις ευρωπαϊκές διασυλλογικές διοργανώσεις, με την  Άντερλεχτ και την PSV, έπαιξε 83 αγώνες και σημείωσε 37 γκολ.


Χαρακτηριστικό είναι ότι οι δύο εκ των κορυφαίων σύγχρονων φορ, ο Βραζιλιάνος Ρονάλντο (Ronaldo Luís Nazário de Lima) και ο Ρουντ φαν Νίστελροϊ, αγωνιζόμενοι στην Αϊντχόφεν,  παραδέχθηκαν  ότι ο Λουκ Νίλις  ήταν ο καλύτερος συμπαίκτης που είχαν ποτέ! Όταν ύστερα από 6 χρόνια ο κύκλος του στο «Φίλιπς Στάντιον» ολοκληρώθηκε, μεταγράφηκε στην αγγλική Άστον Βίλα. Σκόραρε στο ντεμπούτο του, στο  Κύπελλο Intertoto, εναντίον της Ντούκλα Πρίμπραμ, στις 22 Ιουλίου του 2000 και στο αντίστοιχο του πρωταθλήματος εναντίον της Τσέλσι, στις 27 Αυγούστου. Στη συνέχεια, όμως, σε έναν αγώνα πρωταθλήματος εναντίον της Ίπσουιτς, στις 9 Σεπτεμβρίου, συγκρούστηκε με τον τερματοφύλακα Ρίτσαρντ Ράιτ (Richard Wright) και υπέστη ένα διπλό σύνθετο κάταγμα στη κνήμη του δεξιού ποδιού του. Ο τραυματισμός μολύνθηκε και εξετάστηκε ακόμα και το ενδεχόμενο του ακρωτηριασμού (!!!) Αυτό, τελικά αποκλείστηκε, αλλά υποχρεώθηκε να εγκαταλείψει την ποδοσφαιρική του καριέρα, σε ηλικία 33 ετών.


Για την εθνική ομάδα του Βελγίου, έκανε το ντεμπούτο του στις 26 Μαρτίου του 1988, στις Βρυξέλλες, σε μια νίκη επί της Ουγγαρίας με σκορ 3-0. Πήρε μέρος σε 56 αγώνες των «κόκκινων διαβόλων» και πέτυχε 10 τέρματα. Ένας παραγωγικός σκόρερ σε συλλογικό επίπεδο, σκόραρε το πρώτο του γκολ για το Βέλγιο μόλις στην 24η διεθνή του εμφάνιση, στις 3 Ιουνίου του 1994, στη νίκη με 9-0 εναντίον της Ζάμπια. Έπαιξε στα Παγκόσμια Κύπελλα του 1994 και του 1998. Η πρόκριση για τη διοργάνωση της Γαλλίας, σφραγίστηκε με τα γκολ του Νίλις και στους 2  πλέι-οφ αγώνες που έδωσε το Βέλγιο εναντίον της Δημοκρατίας της Ιρλανδίας. Αποχώρησε από το διεθνές ποδόσφαιρο μετά την διοργάνωση του 1998, για λόγους που αφορούσαν την εσωτερική λειτουργία της ομάδος, μιλώντας χαρακτηριστικά για « … μια ανθυγιεινή ατμόσφαιρα στο εσωτερικό της ομάδας και την έλλειψη επίτευξης στόχων». Ωστόσο, επέστρεψε στο διεθνές ποδόσφαιρο τον Νοέμβριο του 1999, εγκαίρως για το Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα του 2000, που φιλοξενήθηκε από τη πατρίδα του, το Βέλγιο και την Ολλανδία.


Σήμερα, συνεχίζει να παραμένει στον χώρο του ποδοσφαίρου ως προπονητής. Στο παρελθόν εργάστηκε ως βοηθός προπονητή στις τούρκικες Γκεντσλερμπιρλιγκί και Κασίμπασα, ως τεχνικός διευθυντής στην K. Beringen-Heusden-Zolder, ως γυμναστής των σέντερ φορ της Σπόρτινγκ Χάσσελτ στη γενέτειρά του και ως σκάουτερ και προπονητής των επιθετικών στην Αϊντχόφεν.


PALMARES

Περίοδος: Σύλλογος, Συμμετοχές  (Γκολ)

Εφηβική καριέρα

  • ·         1973–1980: Football Club Halvenweg Zonhoven
  • ·         1980–1984: Koninklijke Racing Club Winterslag (η σημερινή Koninklijke Racing Club Genk)

Επαγγελματική καριέρα

  • ·         1984–1986: Koninklijke Racing Club Winterslag (Genk), 47 (16)
  • ·         1986–1994: Royal Sporting Club Anderlecht, 224 (127)
  • ·         1994–2000: Philips Sport Vereniging Eindhoven, 164 (110)
  • ·         2000: Aston Villa Football Club, 3 (1)

Σύνολο καριέρας: 503 (288)

Διεθνής

  • ·         1983–1985: Εθνική Παίδων Βελγίου, 11 (6)
  • ·         1986/87: Εθνική Νέων Βελγίου,  3 (0)
  • ·         1988–2000: Βέλγιο, 56 (10)

Προπονητική καριέρα

  • ·         2005/06: Koninklijke Beringen-Heusden-Zolder (τεχνικός διευθυντής)
  • ·         2006–2011: Philips Sport Vereniging Eindhoven (σκάουτερ)
  • ·         2007–2010: Philips Sport Vereniging Eindhoven (βοηθός)
  • ·         2011: Kasımpaşa Spor Kulübü (βοηθός)
  • ·         2011–2013: Gençlerbirliği Spor Kulübü (βοηθός)
  • ·         2015–          : Philips Sport Vereniging Eindhoven (προπονητής επιθετικών)




Τίτλοι

Συλλογικοί

Με την Anderlecht
  • ·         Πρωτάθλημα Βελγίου: 4 (1986/87, 1990/91, 1992/93, 1993/94)
  • ·         Κύπελλο Βελγίου: 3 (1988/89, 1989/90, 1993/94)

Με την  PSV Eindhoven
  • ·         Πρωτάθλημα Ολλανδίας: 2 (1996/97, 1999–2000
  • ·         Κύπελλο Ολλανδίας: 1995/96
  • ·         Σούπερ Καπ Ολλανδίας (Johan Cruijff Shield): 1996

Προσωπικές Διακρίσεις

  • ·         Ποδοσφαιριστής της Χρονιάς στην Ολλανδία: 1995
  • ·         Πρώτος Σκόρερ Ολλανδικού Πρωταθλήματος: 2 (1996, 1997)



Ορισμένα στοιχεία από το  balleto.gr

Έντερ (Έντερ Αλεΐξο ντε Ασίς): Το Κανόνι

Ο Βραζιλιάνος, κυρίως αριστερός ακραίος ή και περιφερειακός επιθετικός Έντερ Αλεΐξο ντε Ασίς, περισσότερο γνωστός απλά ως Έντερ ή Έντερ Ασίς (Eder Aleixo de Assis, “ Eder”), γεννήθηκε στις 25 Μαΐου του 1957, στο Βεσπασιάνο, μια πόλη στη μητροπολιτική περιοχή του Μπέλο Οριζόντε, την πρωτεύουσα της πολιτείας Μίνας Ζεράις. Έπαιξε ως αριστερό εξτρέμ, ως επιθετικός ή και ως δεύτερος επιθετικός, για αρκετούς συλλόγους -ένας πραγματικός γυρολόγος- κυρίως, με την Γκρέμιο και την Ατλέτικο Μινέιρο στο Πρωτάθλημα Βραζιλίας και με την εθνική ομάδα της Βραζιλίας. Έπαιξε επίσης και για την Παλμέιρας το 1986. Δύο χρόνια αργότερα μεταγράφηκε στη Μαλάτιασπορ στην Τουρκία, τη σεζόν 1988/89, αλλά έπαιξε μόνο έναν αγώνα και επέστρεψε στη Βραζιλία. Ένας ικανότατος κυνηγός, ο οποίος δεν διακρινόταν ιδιαίτερα για την ταχύτητά του, διέθετε όμως εξαιρετική τεχνική και το μεγάλο του προσόν ήταν το σουτ! Λόγω ακριβώς αυτού τού τρομερού σουτ (ένα εκ των οποίων μετρήθηκε στα 174,5 χλμ/ώρα!), αλλά και της ικανότητάς του στις στημένες φάσεις, ευτύχισε να έχει θέση, στην θεαματικότερη ομάδα που εμφανίστηκε στα γήπεδα αυτού του πλανήτη, τη Βραζιλία που συμμετείχε στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1982. Είχε 52 διεθνείς εμφανίσεις με την εθνική ομάδα της Βραζιλίας από το Μάιο του 1979 έως και τον Απρίλιο του 1986, σημειώνοντας 8 γκολ και είχε το παρατσούκλι «O Canhão» (Το Κανόνι), λόγω της τεράστιας ισχύος τού σουτ του.


Ξεκίνησε ως ποδοσφαιριστής, στα τμήματα υποδομής της Αμέρικα Μινέιρο το 1973 και στα 16 του χρόνια ήταν μέλος της πρώτης ομάδας, δίπλα στους επαγγελματίες, κάνοντας το ντεμπούτο του στο πρωτάθλημα Βραζιλίας, στις 6 Φεβρουαρίου του 1974, σ’ ένα παιχνίδι εναντίον της Κοριτίμπα. Έκανε ακόμα 3 εμφανίσεις εκείνη τη σεζόν και από την επόμενη χρονιά, το 1975, άρχισε να κάνει περισσότερες συμμετοχές, παίζοντας σε 13 παιχνίδια με 3 γκολ. Σκόραρε το πρώτο του γκολ, στις 13 Σεπτεμβρίου του 1975, κατά της Ρέμο, ισοφαρίζοντας σε 1-1 και στις 23 του Οκτώβρη σημείωσε τα άλλα 2 εναντίον της Παϊσαντού. Το 1976, είχε συνολικά 11 συμμετοχές και σκόραρε 3 γκολ.


Μεταγράφηκε στην Γκρέμιο του Πόρτο Αλέγκρε, όπου έπαιξε για δύο χρόνια, έχοντας ένα καλό επίπεδο απόδοσης. Το 1978 σημείωσε 8 γκολ, δημιουργώντας έτσι το δικό του καλύτερο ρεκόρ μέχρι τώρα. Στο 1980 πήγε στην Ατλέτικο Μινέιρο, όπου και παρέμεινε για τα επόμενα 5 χρόνια, που ήταν και η πιο λαμπρή περίοδος της καριέρα του. Με τον Έντερ, η «Γκάλο» κατέκτησε 6 πολιτειακούς τίτλους Μίνας Ζεράις και ατομικά ο ίδιος το βραβείο καλύτερου παίκτη της σεζόν, το 1983. Την  πρώτη του περίοδο, σκόραρε 10 φορές -ρεκόρ του- πλαισιωμένος από παίκτες-μύθους της Ατλέτικο Μινέιρο, όπως ο Τονίνιο Σερέζο (Toninho Cerezo), ο Ρεϊνάλντο (Reinaldo) και ο Πάουλο Ισιντόρο (Paulo Isidoro)! Κατέκτησε 4 συνεχόμενους πολιτειακούς τίτλους και το 1985, μετά και τον τελευταίο του τίτλο με την Ατλέτικο, ξεκίνησε μια ιδιαίτερη περιπλάνηση!



Πήγε στην Ιντερνασιονάλ της Λιμέιρα, με την οποία αγωνίστηκε στο πρωτάθλημα Παουλίστα. Ακολούθησε, το 1986 η Παλμέιρας και το 1987 η Σάντος, αλλά και την ίδια χρονιά η Σπορτ του Ρεσίφε, στο πρωτάθλημα Περναμπουκάνο. Δύο σύντομες εμπειρίες με τη Μποταφόγκο και την Ατλέτικο Παραναένσε, ήταν το προοίμιο για τη μεταφορά του στο εξωτερικό. Μεταξύ 1988 και 1989, αγωνίστηκε  την Παραγουάη με τη Σέρο Πορτένο και στην Τουρκία με την Φενέμπαχτσε. Στη συνέχεια, επέστρεψε στην πατρίδα του, για λογαριασμό της Ατλέτικο Μινέιρο και πάλι, παίρνοντας μέρος στο ομοσπονδιακό βραζιλιάνικο πρωτάθλημα.


Το πρώτο εξάμηνο του 1991 έπαιξε για την Ατλέτικο Παραναένσε, ενώ αργότερα πήρε μέρος στην βραζιλιάνικη Serie B, το 1992, με τα χρώματα της Ουνιάο του Σάο Ζοάο! Είχε ένα φευγαλέο πέρασμα από την Κρουζέιρο και την περίοδο 1994/95, ήταν οι τελευταίες εμπειρίες του στην κορυφαία βραζιλιάνικη κατηγορία, πρώτα με την Ατλέτικο Μινέιρο και αργότερα με την Ουνιάο Σάο Ζοάο. Το 1996 πήγε στη Βιτόρια ντα Κονκουίστα, που την προηγούμενη σεζόν είχε ανέβει στην πρώτη κατηγορία του πρωταθλήματος Μπαϊάνο. Στη συνέχεια φόρεσε τη φανέλα της Γκάμα της Μπραζίλια και το 1997 έγινε μέλος της Μόντες Κλάρος, νεοφώτιστη του Πρωταθλήματος Μινέιρο, με την οποία τελείωσε και την ποδοσφαιρική του καριέρα, στα 40 του χρόνια!


Στις 17 Μαΐου του 1979, έκανε ντεμπούτο με την εθνική Βραζιλίας εναντίον της Παραγουάης (6-0) στο Μαρακανά, σκοράροντας μάλιστα το 1-0. Εδραιώθηκε στη «σελεσάο» μεταξύ του 1980 και του 1981, με επικεφαλής τον Τέλε Σαντάνα (Tele Santana), ο οποίος τον κάλεσε αργότερα και στην ομάδα που συμμετείχε στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1982, στην Ισπανία. Εντυπωσίασε στο εναρκτήριο παιχνίδι, εναντίον της Σοβιετικής Ένωσης, σκοράροντας το νικητήριο γκολ, στο 88ο λεπτό, με τρομερό σουτ έξω από την περιοχή! Σκόραρε και στον αγώνα με την Σκωτία, προποιούμενος σουτ και περνώντας τη μπάλα πάνω από τον Άλαν Ραφ (Alan Rough) και ήταν βασικός και αναντικατάστατος σε όλα τα παιχνίδια που έδωσε η Βραζιλία σ’ αυτή τη διοργάνωση. 


Ένα σουτ του, από φάουλ 30 μέτρων στον αγώνα με την Αργεντινή, οδήγησε στο δεύτερο γκολ της Βραζιλίας. Μετά το Παγκόσμιο Κύπελλο, συνέχισε να συμμετέχει στην εθνική ομάδα, μέχρι και την 1η Απριλίου του 1986, όταν και έπαιξε το τελευταίο του παιχνίδι με τα εθνικά χρώματα, εναντίον του Περού, όπου και αποβλήθηκε (!!!), χωρίς να επιλεγεί για το Παγκόσμιο Κύπελλο αυτής της χρονιάς. Συνολικά, έκανε 52 εμφανίσεις με την Βραζιλία και σημείωσε 8 γκολ.


Δείτε στα παρακάτω videos ...

... το γκολ του με την Σοβιετική Ένωση …

 

... το γκολ του με την Σκωτία …

 

... και το φάουλ με την Αργεντινή.

 

Την προηγούμενη χρονιά από το Παγκόσμιο του 1986, είχε τιμωρηθεί γιατί είχε χτυπήσει ένα ball-boy, κατά την διάρκεια της προθέρμανσης! Ήταν γενικά μια αμφιλεγόμενη προσωπικότητα και υπάρχουν μάλιστα και μαρτυρίες για άστατη ζωή. Υπήρξαν και περιστατικά φιλονικιών με προπονητές αλλά και συμπαίκτες! Όταν αποσύρθηκε από το ποδόσφαιρο, εργάστηκε ως σχολιαστής για το βραζιλιάνικο τηλεοπτικό δίκτυο «Rede Globo». Σήμερα είναι επιχειρηματίας και έχει σχολές ποδοσφαίρου. Εργάστηκε και ως διευθυντής του ποδοσφαιρικού τμήματος στην Ατλέτικο Μινέιρο μέχρι το 2004.


PALMARES

Περίοδος: Σύλλογος, Συμμετοχές (Γκολ)

Επαγγελματική καριέρα

  • ·         1975/76: América Futebol Clube (MG), 26 (6)
  • ·         1977–1979: Grêmio Foot-Ball Porto Alegrense, 47 (14)
  • ·         1980–1985: Clube Atlético Mineiro, 79 (27)
  • ·         1985: Associação Atlética Internacional (Limeira)                              
  • ·         1986: Sociedade Esportiva Palmeiras, 8 (1)
  • ·         1987: Santos Futebol Clube                        
  • ·         1987: Sport Club do Recife                          
  • ·         1988: Botafogo de Futebol e Regatas, 6 (1)
  • ·         1988: Clube Atlético Paranaense                              
  • ·         1988: Club Cerro Porteño                            
  • ·         1989/90: Fenerbahçe Spor Kulübü, 1 (0)
  • ·         1989/90: Clube Atlético Mineiro, 19 (2)
  • ·         1991: Clube Atlético Paranaense, 9 (3)
  • ·         1992: União São João Esporte Clube                       
  • ·         1993: Cruzeiro Esporte Clube                     
  • ·         1994/95: Clube Atlético Mineiro                               
  • ·         1995/96: União São João Esporte Clube                
  • ·         1996: Sociedade Esportiva do Gama                       

Διεθνής

  • ·         1979–1986: Βραζιλία, 52 (8)

 Τίτλοι

Με τη Grêmio
  • ·         Πολιτειακό Πρωτάθλημα Ρίο Γκράντε ντο Σουλ (Campeonato Gaúcho): 2 (1977, 1979)

Με την Atlético Mineiro
  • ·         Πολιτειακό Πρωτάθλημα Μίνας Ζεράις (Campeonato Mineiro): 6 (1980, 1981, 1982, 1983, 1985, 1995)

Με την Cruzeiro
  • ·         Κύπελλο Βραζιλίας: 1993

Προσωπικές Διακρίσεις

  • ·         Καλύτερος Παίκτης Βραζιλιάνικου Πρωταθλήματος (Bola de Prata): 1983



Σάββατο, 29 Απριλίου 2017

Ντανιέλ Πασαρέλα: Ο Μεγάλος Αρχηγός

Ο Αργεντίνος κεντρικός αμυντικός Ντανιέλ Πασαρέλα (Daniel Alberto Passarella), γεννήθηκε στις 25 Μαΐου του 1953, στο Τσακαμπούκο, μια πόλη στην επαρχία του Μπουένος Άιρες, έξω από την πρωτεύουσα. Ήταν ο αρχηγός της εθνικής ομάδας της Αργεντινής που κατέκτησε το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1978 και ο μόνος Αργεντίνος που έχει σηκώσει και τα 2 Παγκόσμια Κύπελλα που έχει κατακτήσει η «αλμπιτσελέστε». Ένας  από τους Μεγαλύτερους  Αμυντικούς στη Παγκόσμια Ποδοσφαιρική Ιστορία, ήταν επίσης ένας από τους πιο Παραγωγικούς Αμυντικούς και υπήρξε ο Κορυφαίος Σκόρερ για αμυντικός, με 134 γκολ σε 451 αγώνες, ένα ρεκόρ που αργότερα έσπασε ο Ολλανδός Ρόναλντ Κούμαν (Ronald Koeman). 


Είναι ο σπουδαιότερος αρχηγός  στην ιστορία της Ρίβερ Πλέιτ, ενώ η στατιστική λέει ότι είναι από τους Κορυφαίους Σκόρερ στην ιστορία του μεγάλου συλλόγου του Μπουένος Άιρες! Το παρατσούκλι του είναι «El Gran Capitán» (Ο Μεγάλος Αρχηγός) λόγω των ικανοτήτων του, την αδιαμφισβήτητης ηγετικής του παρουσίας, του αγωνιστικού πάθους του, αλλά και την οργανωτικής ανδρείας του μέσα στον αγωνιστικό χώρο! Τον Μάρτιο του 2004, ονομάστηκε από τον Πελέ (Edson Arantes do Nascimento, “Pelé”) ως ένας από τους 125 Εν Ζωή Μεγαλύτερους Ποδοσφαιριστές στον Κόσμο, στο πλαίσιο των εορτασμών για τα 100 Χρόνια της FIFA. Το 2007, οι “The Times” τον κατέταξαν στο № 36 στη λίστα τους με τους «50 Πιο Δύσκολους Ποδοσφαιριστές στην Ιστορία». Διετέλεσε πρόεδρος της Ρίβερ Πλέιτ για 4 χρόνια, από τον Δεκέμβριο του 2009.


Ξεκίνησε να παίζει ποδόσφαιρο, σε ηλικία 16 ετών στην άσημη Αρχεντίνο. Καταγόταν από φτωχή οικογένεια και προείχε για τον ίδιο ο αγώνας για το μεροκάματο! Ήδη από τα 13 του χρόνια, είχε εγγραφεί σε τεχνική σχολή προκειμένου να εργάζεται. Είχε όμως παράλληλα και την επιθυμία να δοκιμαστεί σε μία μεγάλη ομάδα. Αποδείχθηκε μάταιο, μιας και η Μπόκα Τζούνιορς, η Ιντεπεντιέντε και η Εστουδιάντες, του έκλεισαν την πόρτα! Επέστρεψε στην Αρχεντίνο, η οποία το 1973 τον παραχώρησε στη Σαρμιέντο του Χουνίν, που τότε αγωνιζόταν  στη Β’ κατηγορία της Αργεντινής. Τον Ιανουάριο του 1974, ο Νέστορ Ρόσι (Néstor Raúl Rossi), που είχε μόλις αναλάβει τα ηνία της Ρίβερ Πλέιτ, συμφώνησε να τον δοκιμάσει σε ένα φιλικό κόντρα στη Μπόκα … και ανακάλυψε«λαβράκι»! Από εκεί και πέρα, όλα πήραν το δρόμο τους!


Ο χαλκέντερος κεντρικός αμυντικός, ντεμπουτάρισε στα «σαλόνια» του ποδοσφαίρου της πατρίδας του, στις 14 Απριλίου του 1974, σε μια ήττα 0-1 εκτός έδρας από τη Ροζάριο Σεντράλ. Σκόραρε το πρώτο του γκολ για τη Ρίβερ, στις 28 Ιουλίου του 1974, το νικητήριο γκολ σε μια νίκη 3-2 επί της Αρχεντίνος Τζούνιορς. Απροσπέλαστος και ανίκητος στο ψηλό παιχνίδι, είχε μόνο μία αδυναμία σύμφωνα με τους προπονητές του. Εγκατέλειπε την άμυνα για να προωθηθεί στην επίθεση! Αυτό ακριβώς όμως ήταν και το μεγάλο του πλεονέκτημα, καθώς είχε αξιομνημόνευτη ευχέρεια στο σκοράρισμα! Κατέκτησε με τη Ρίβερ, έπειτα από 18 «πέτρινα» χρόνια (!!!), 6 πρωταθλήματα Αργεντινής και έφτασε στον τελικό του Κόπα Λιμπερταδόρες το 1975, όπου ηττήθηκε από την Κρουζέιρο! Το 1982, διέσχισε τον Ατλαντικό και υπέγραψε στη Φιορεντίνα. Έμεινε 4 χρόνια στους «βιόλα», συμμετέχοντας σε 109 αναμετρήσεις τους και σημειώνοντας 26 γκολ. Το 1986, μεταγράφηκε  στην Ίντερ του Μιλάνου, με τα χρώματα της οποίας αγωνίστηκε για μία διετία, κάνοντας 44 εμφανίσεις με 9 γκολ. Στη συνέχεια, επέστρεψε στη Ρίβερ Πλέιτ, με τη φανέλα της οποίας, έχοντας στο μεταξύ καταγράψει άλλες 32 συμμετοχές και 9 τέρματα, κρέμασε ως παίκτης της τα παπούτσια του. Το τελευταίο παιχνίδι του το έκανε στις 27 Ιουλίου του 1989, στη νίκη στο ντέρμπι εναντίον της Μπόκα Τζούνιορς με 2-1.


Ιδιαίτερα αποτελεσματικός τόσο στην άμυνα όσο και στην επίθεση, σημείωσε αρκετά γκολ με κεφαλιές, παρά το μέτριο ανάστημά του (1,73 μ.)! Φημιζόταν για τα εξαιρετικά του φάουλ και πέναλτι. Αγωνιστικά, το παιχνίδι του ξεχώριζε για τη χρήση των αγκώνων του έναντι των αντιπάλων, αλλά και ταυτόχρονα το παμπόνηρο παίξιμό του! Τον αποκαλούσαν «El Gran Capitán» (Ο Μεγάλος Αρχηγός), ψευδώνυμο του ήρωα της Ανεξαρτησίας της Αργεντινής, Χοσέ ντε Σαν Μαρτίν ή «El Kaiser» (Ο Αυτοκράτορας), ένας υπαινιγμός για τον Φραντς Μπεκενμπάουερ (Franz Beckenbauer) λόγω της ικανότητάς του στην ηγεσία του, το πάθος του και την οργανωτική του ικανότητα στον αγωνιστικό χώρο. Μαζί με τον περουβιανό Έκτορ Τσούμπιταζ (Héctor Chumpitaz) θεωρούνται οι Καλύτεροι Κεντρικοί Αμυντικοί στην ποδοσφαιρική ιστορία της Νότιας Αμερικής! Κατά τη διάρκεια της πολυετούς σταδιοδρομίας του, σκόραρε 184 τέρματα σε όλες τις διοργανώσεις (!!!), εκ των οποίων τα 134 σε 451 αγώνες πρωταθλημάτων της Αργεντινής (99 γκολ σε 238 παιχνίδια, ο Κορυφαίος Σκόρερ για αμυντικός στην ιστορία) και της Ιταλίας, ρεκόρ που καταρρίφθηκε αργότερα μόνο από τον Ολλανδό Ρόναλντ Κούμαν (Ronald Koeman)!


Στις 20 Μαρτίου του 1976, έκανε το διεθνές ντεμπούτο του με την εθνική ομάδα της Αργεντινής, εναντίον της Σοβιετικής Ένωσης και το 1977 έγινε ο αρχηγός της. Χρίστηκε 70 φορές διεθνής, σημειώνοντας παράλληλα και  22 τέρματα, ο Κορυφαίος Σκόρερ για αμυντικός στην ιστορία της. Πανηγύρισε ως αρχηγός την κατάκτηση του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1978, όντας το δεξί χέρι του προπονητή της, Σέζαρ Λουίς Μενότι (César Luis Menotti). Συμμετείχε στο Μουντιάλ του 1982, υπό τον Κάρλος Μπιλάρδο (Carlos Bilardo), όχι όμως ως αρχηγός, μιας και το περιβραχιόνιο δόθηκε στον Ντιέγκο Μαραντόνα (Diego Maradona), φτάνοντας μέχρι τη δεύτερη φάση και κατέκτησε το Παγκόσμιο Τίτλο του 1986, αν και δεν αγωνίστηκε σε κάποιο παιχνίδι της τελικής φάσης, λόγω του ότι προσβλήθηκε από εντεροκολίτιδα κατά την διάρκεια της προετοιμασίας της ομάδας και αγωνιστικά αντικαταστάθηκε από τον Χοσέ Λουίς Μπράουν (José Luis Brown).


Το 1986, κατά τη διάρκεια του τουρνουά, υπέβοσκε παράλληλα και μια εριστική σχέση με το αστέρι της ομάδας, τον Μαραντόνα, αλλά και τον Μπιλάρδο, έριδα που προερχόταν από την στενή σχέση του Πασαρέλα με τον Μενότι (θεωρούνταν το alter ego του), σε συνδυασμό με τη κάκιστη σχέση του τελευταίου με τον Μπιλάρδο, αλλά και την υποψία ότι ο Μενότι έκοψε τον Μαραντόνα το 1978, κατ’ απαίτηση του Πασαρέλα! Ακόμα κι έτσι, όντας μέλος της 22άδας, είναι ο μόνος Αργεντίνος που έχει κατακτήσει και τους 2 Παγκόσμιους Τίτλους που έχει κερδίσει η χώρα του!


Όταν αποσύρθηκε από την ενεργό δράση, ασχολήθηκε για αρκετά χρόνια με την προπονητική. Εργάστηκε στη Ρίβερ Πλέιτ, με την οποία μέχρι το 1994, κατέκτησε 3 πρωταθλήματα Αργεντινής και την εθνική ομάδα της Αργεντινής, από το 1994 μέχρι το 1998, καθοδηγώντας την στο Παγκόσμιο Κύπελλο αυτής της χρονιάς στη Γαλλία. Με βοηθό τον στενό του φίλο Αμέρικο Γκαγιέγκο (Américo Gallego), είχε απαγορεύσει τα μακριά μαλλιά, τα σκουλαρίκια και διάφορα άλλα, που οδήγησαν σε διαφορές και προστριβές με αρκετούς παίκτες. Οι Φερνάντο Ρεντόντο (Fernando Redondo) και Κλαούντιο Κανίγια (Claudio Caniggia), αρνήθηκαν να «συμμορφωθούν» και εξαιρέθηκαν από την ομάδα! Αποκλείστηκε στα προημιτελικά από την Ολλανδία.


Συνέχισε στην εθνική Ουρουγουάης, αλλά έφυγε από τη θέση κατά τη διάρκεια των προκριματικών για το Παγκόσμιο Κύπελλο του 2002, αφού αντιμετώπιζε αρκετά προβλήματα στις κλήσεις των παικτών και το 2001, είχε μια σύντομη και ανεπιτυχή περίοδο ως προπονητής της Πάρμα στην Ιταλία. Το 2003, έστεψε πρωταθλήτρια τη μεξικάνικη Μοντερέι και στη συνέχεια ανέλαβε τη βραζιλιάνικη Κορίνθιανς, από την οποία απολύθηκε μετά από λίγους μήνες λόγω των κακών αποτελεσμάτων. Ανέλαβε και πάλι μετά από 12 χρόνια τη Ρίβερ και παραιτήθηκε στις 15 Νοεμβρίου του 2007, μετά τον αποκλεισμό από την Άρσεναλ Σαραντί στα ημιτελικά του Κόπα Σουνταμερικάνα! 


Από τις 5 Δεκεμβρίου του 2009 και για μια τετραετία, μέχρι τις 6 Νοεμβρίου του 2013, ήταν πρόεδρος της Ρίβερ Πλέιτ, βιώνοντας τον υποβιβασμό για πρώτη φορά στην ιστορία του συλλόγου. Είναι ο 5ος στην ιδιότυπη λίστα των ανθρώπων που έχουν διατελέσει παίκτες, προπονητές και πρόεδροι των συλλόγων που αγωνίστηκαν! Οι άλλες περιπτώσεις είναι ο Σαντιάγκο Μπερναμπέου (Santiago Bernabeu) στη Ρεάλ Μαδρίτης, ο Φραντς Μπεκενμπάουερ στη Μπάγερν Μονάχου, ο Κάρλος Μπάμπινγκτον (Carlos Babington) στη Χουρακάν και ο Εδουάρδο Πριμεντέλ (Eduardo Pimentel) της Μπογιακά Τσίκο στη Κολομβία.



PALMARES

Περίοδος: Σύλλογος, Συμμετοχές (Γκολ)

Επαγγελματική καριέρα

  • ·         1971–1973: Club Atlético Sarmiento, 36 (9)
  • ·         1974–1982: Club Atlético River Plate, 226 (90)
  • ·         1982–1986: Associazione Calcio Firenze Fiorentina, 109 (26)
  • ·         1986–1988: Football Club Internazionale Milano, 44 (9)
  • ·         1988/89: Club Atlético River Plate, 32 (9)

Σύνολο καριέρας: 447 (140)

Διεθνής

  • ·         1974–1986: Αργεντινή, 70 (22)

Προπονητική καριέρα

  • ·         1989–1994: Club Atlético River Plate
  • ·         1994–1998: Αργεντινή
  • ·         1999–2001: Ουρουγουάη
  • ·         2001: Società Sportiva Dilettantistica Parma Calcio 1913
  • ·         2002–2004: Club de Fútbol Monterrey
  • ·         2005: Sport Club Corinthians Paulista
  • ·         2006/07: Club Atlético River Plate


Τίτλοι

Ως ποδοσφαιριστής

Συλλογικοί

Με την River Plate
  • ·         Πρωτάθλημα Αργεντινής: 6 (1975 Metropolitano, 1975 Nacional, 1977 Metropolitano, 1979 Metropolitano, 1979 Nacional, 1981 Nacional)

Διεθνείς

Με την Αργεντινή
  • ·         Παγκόσμιο Κύπελλο: 2 (1978, 1986)

Προσωπικές Διακρίσεις

  • ·         Παίκτης της Χρονιάς για την Αργεντινή: 1976
  • ·         Μέλος Ιδανικής 11άδας Διοργάνωσης Παγκοσμίου Κυπέλλου: 1978
  • ·         Μέλος της λίστας των 125 Εν Ζωή Καλύτερων Παικτών του Κόσμου που συνέταξε το 2004 ο Πελέ για τα 100 Χρόνια της FIFA
  • ·         Χρυσό Παπούτσι ως Ένας Θρύλος του Ποδοσφαίρου: 2015
  • ·         Στους 100 Καλύτερους Παίκτες του Κόσμου Όλων των Εποχών από το αγγλικό περιοδικό «World Soccer»

Ως προπονητής

Με τη River Plate
  • ·         Πρωτάθλημα Αργεντινής: 3 (1989/90, Apertura 1991, Apertura 1993)

Με τη Monterrey
  • ·         Πρωτάθλημα Μέξικο: Clausura 2003

Προσωπικές Διακρίσεις

  • ·         Προπονητής της Χρονιάς για τη Νότιο Αμερική: 1997