Παρασκευή, 31 Μαρτίου 2017

Μιχάλ Ζεβλάκοφ

Ο Πολωνός ακραίος ή και κεντρικός αμυντικός Μιχάλ Ζεβλάκοφ (Michał Żewłakow), γεννήθηκε στις 22 Απριλίου του 1976, στη Βαρσοβία. Μπορούσε να αγωνιστεί με επιτυχία και στα 2 άκρα της άμυνας. Έχοντας ξεκινήσει από την Πολόνια Βαρσοβίας το 1993, ακολούθησαν οι βελγικές Μπέβερεν, Μουσκρόν και Άντερλεχτ, απ’ όπου, το καλοκαίρι του 2006 πήρε μεταγραφή για τον Ολυμπιακό. Το 2010 αγωνίστηκε στη Τουρκία, για λογαριασμό της Ανκαραγκουτσού και τελείωσε τη καριέρα του στη Λέγκια Βαρσοβίας, το 2013. Από το 1999 μέχρι το 2011, έκανε 102 διεθνείς συμμετοχές με την εθνική πολωνική ομάδα, όντας ο ρέκορντμαν συμμετοχών και σημείωσε 3 γκολ. Συμμετείχε στα Παγκόσμια Κύπελλα του 2002 και του 2006, όπως και στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα του 2008. Ο δίδυμος αδελφός του, Μάρτσιν, υπήρξε κι αυτός επαγγελματίας ποδοσφαιριστής, έχοντας σε αρκετούς συλλόγους παράλληλη πορεία με τον αδελφό του!


Ξεκίνησε την καριέρα του από την Πολόνια, κάνοντας ντεμπούτο το σεζόν 1993/94, με προπονητή τον Μίροσλαβ Γιαμπλόνσκι (Mirosław Jabłoński). Ωστόσο, δεν έπεσε σε καλή συγκυρία, μιας και η σεζόν ήταν κακή όχι μόνο για τον ίδιο, αλλά και για την ομάδα του, η οποία υποβιβάστηκε από την Ekstraklasa. Δύο χρόνια μετά, το 1995/96 επέστρεψε. Τη χρονιά της ανόδου, παραχωρήθηκε δανεικός το φθινόπωρο στη Χούτνικ της Βαρσοβίας για να πάρει παιχνίδια. Επιστρέφοντας, βρήκε τις ευκαιρίες για καθιέρωση. Σταδιακά οι «Czarne Koszule» (Μαύρα Πουκάμισα) έγιναν και πάλι ισχυροί και ο Ζεβλάκοφ αποτέλεσε βασικό συντελεστή της επιτυχίας τους. Τη σεζόν 1997/98, η Πολόνια τερμάτισε στη δεύτερη θέση του πρωταθλήματος, μόλις 3 βαθμούς πίσω από τη Λόντζκι. Έκανε ντεμπούτο στην Ευρώπη, στο Κύπελλο UEFA, στην ήττα με 0-4 από την Άαλαμποργκ και σκόραρε στο 4-1 από την Ντιναμό Μινσκ. Η ομάδα του αποκλείστηκε από τον όμιλο, αλλά ο ίδιος έπαιξε σε όλα τα ματς.


Την επόμενη σεζόν, έπαιξε έξι ματς στο Πρωτάθλημα και δύο στην Ευρώπη και μαζί με τον αδερφό του, ο οποίος επίσης έπαιζε στην Πολόνια, πήρε το δρόμο για το Βέλγιο και τη Μπέβερεν,  με τη μορφή δανεισμού. Έκανε μια καλή χρονιά και η κοινή πορεία με τον αδερφό του συνεχίστηκε, αυτή τη φορά στη Μουσκρόν. Στην τριετία που έμεινε εκεί, ο Μιχάλ Ζεβλάκοφ έχασε μόλις 8 ματς, ενώ ο σύλλογος τερμάτισε διαδοχικά 4ος, 7ος και 6ος. Πέραν της χρησιμότητάς του σε όλες τις θέσεις της άμυνας, αποδείκνυε ότι ήταν και εξαιρετικός αθλητής. Ως... κερασάκι στην καριέρα του στη Μουσκρόν, τη βοήθησε να φτάσει μέχρι τον τελικό του Κυπέλλου, το 2001/02, όπου όμως ηττήθηκε με 3-1 από τη Μπριζ.


Ο προπονητής του Ούγκο Μπροος (Hugo Broos), τον πήρε μαζί του στην Άντερλεχτ, το 2002. Έκανε ντεμπούτο σε ένα ματς με τη …Μουσκρόν. Καθιερώθηκε αμέσως και επέστρεψε στην Ευρώπη! Την πρώτη του χρονιά, η πορεία των «βιολετί» ανακόπηκε από τον Παναθηναϊκό, στην τρίτη φάση του Κυπέλλου UEFA! Τελειώνει τη σεζόν με 25 παιχνίδια στο πρωτάθλημα και ένα γκολ. Η Άντερλεχτ παίρνει το πρωτάθλημα και την επόμενη σεζόν συμμετέχει στο Τσάμπιονς Λιγκ. Ξανά βασικός, παίζει σε 31 ματς πρωταθλήματος και στα 6 παιχνίδια του ομίλου στην Ευρώπη, με Λιόν, Μπάγερν Μονάχου και Σέλτικ. Το 2004/05, λόγω τραυματισμού κάνει μόνο 16 συμμετοχές και η ομάδα του χάνει τον τίτλο από τη Μπριζ. Η επόμενη σεζόν ήταν και η τελευταία του. Αποφασίζει να φύγει ως ελεύθερος και αποχωρεί από τις Βρυξέλλες Πρωταθλητής! Συνολικά, έπαιξε 96 ματς στο Πρωτάθλημα και 24 στην Ευρώπη.


Στα τέλη του Ιανουαρίου του 2006, η ΠΑΕ Ολυμπιακός ανακοινώνει τη συμφωνία της με τον Πολωνό για 3 χρόνια. Στα 30 του χρόνια, αποκτήθηκε για να προσφέρει λύσεις οπουδήποτε χρειαστεί. Την πρώτη του σεζόν στο Λιμάνι, κάνει συνολικά 32 ματς και δείχνει ότι αποτελεί έναν πολύ χρήσιμο ποδοσφαιριστή. Παρότι δεν αποκτήθηκε για να... πάρει τη φανέλα του βασικού σπίτι του, με τη σοβαρότητα και την προσαρμοστικότητα του, αποτελεί μία πολύ σημαντική μονάδα σε Ελλάδα και Ευρώπη, ενώ είναι και από τις δυνατές προσωπικότητες στα αποδυτήρια, με την ηρεμία να τον διακρίνει στις δύσκολες στιγμές. Τη χρονιά 2007/08 είχε ακόμα καλύτερη παρουσία. Ο Ολυμπιακός, με τον Ζεβλάκοφ, βασικό κερδίζει 4-0 τον Παναθηναϊκό στην πορεία για το Κύπελλο και στον τελικό με τον Άρη ο Πολωνός πετυχαίνει γκολ, οδηγώντας την ομάδα του στην κούπα!


Παράλληλα, παίζει και 21 φορές για το Πρωτάθλημα και έχει συνεχόμενα ματς και στην Ευρώπη, όπου οι «ερυθρόλευκοι» περνούν από τον όμιλο με Ρεάλ Μαδρίτης, Λάτσιο και Βέρντερ Βρέμης και αποκλείονται από την Τσέλσι στους «16». Με εξαίρεση το ματς στη Μαδρίτη, είναι βασικός σε όλα τα υπόλοιπα. Η επόμενη σεζόν, με τον Ερνέστο Βαλβέρδε (Ernesto Valverde Tejedor)  στον πάγκο ξεκίνησε άσχημα, από τον αποκλεισμό-σοκ από την Ανόρθωση στα προκριματικά του Τσάμπιονς Λιγκ. Στο 3-0 της Κύπρου, ξεκίνησε ως κεντρικός αμυντικός. Στη ρεβάνς, όπου οι «ερυθρόλευκοι» νίκησαν με 1-0, σκορ το οποίο δεν τους ήταν αρκετό, ο Ζεβλάκοφ δεν αγωνίστηκε.  Ο Ολυμπιακός συνέχισε στο Κύπελλο UEFA, όπου αποκλείστηκε από την Σεντ Ετιέν. Συνολικά, ο Πολωνός αμυντικός έπαιξε 20 φορές στο Πρωτάθλημα και ο σύλλογος του Πειραιά του ανανεώνει το συμβόλαιο για έναν ακόμα χρόνο.


Η τελευταία του σεζόν ήταν και η χειρότερη. Ο Ολυμπιακός κάνει κακή χρονιά, δεν κερδίζει ούτε έναν τίτλο. Ωστόσο, ο έμπειρος μπακ έχει περισσότερες συμμετοχές στην Ευρώπη από κάθε άλλη χρονιά, παίζοντας σχεδόν σε όλα τα ματς του ομίλου με Άλκμααρ, Άρσεναλ και Σταντάρ Λιέγης. Δεν έπαιξε στα ματς με τη Μπορντό στα νοκ άουτ, ενώ γενικότερα οι συμμετοχές του είχαν μεωθεί. Αποχωρεί ως ελεύθερος και περνάει στην Τουρκία, υπογράφοντας στην Ανκαραγκουτσού. Παίζει 19 φορές και πετυχαίνει ένα γκολ, ωστόσο στη συνέχεια λύνει το συμβόλαιό του. Βλέποντας ότι πλησιάζει η ώρα να κρεμάσει τα ποδοσφαιρικά του παπούτσια, θέλει να γυρίσει στη χώρα του. Και μετά από 13 χρόνια στο εξωτερικό, συμφωνεί με τη Λέγκια Βαρσοβίας. Αρχικά υπέγραψε για ένα χρόνο, στη συνέχεια ανανέωσε και τον Φεβρουάριο του 2013 αποφάσισε να βάλει τέλος στην πλούσια καριέρα του.

Έκανε το ντεμπούτο του στην Εθνική Πολωνίας, στις 19 Ιουνίου του 1999, στη Μπανγκόκ, κατά τη διάρκεια ενός φιλικού αγώνα εναντίον της Νέας Ζηλανδίας. Χρίστηκε 102 φορές διεθνής και είναι ο πρώτος παίκτης σε συμμετοχές στην ιστορία της χώρας του! Πήγε στο Μουντιάλ του 2002 στην Ιαπωνία  και την Νότια Κορέα, σε αυτό του 2006 στη Γερμανία, στο Euro του 2008 και έπαιξε στα προκριματικά του Μουντιάλ του 2010. Από το 2008 ήταν ο αρχηγός της. Στις 12 Οκτωβρίου του 2010, έπαιξε το 101ο διεθνές παιχνίδι του στον αγώνα εναντίον του Ισημερινού, ξεπερνώντας τον θρυλικό Γκρέγκορζ Λάτο (1234) για ένα νέο ρεκόρ συμμετοχών και έκλεισε τη σπουδαία διεθνή καριέρα του στο γήπεδο που λάτρεψε, σ’ ένα φιλικό της Ελλάδας με την Πολωνία στο «Γεώργιος Καραϊσκάκης», στις 29 Μαρτίου του 2011! Μαζί με τον αδελφό του, είναι οι πρώτοι δίδυμοι που αγωνίστηκαν στην εθνική πολωνική ομάδα.


Έφυγε από το επαγγελματικό ποδόσφαιρο, αλλά δεν έφυγε όμως από τη Λέγκια. Συνέχισε να ασχολείται με το ποδόσφαιρο και έχει αναλάβει επικεφαλής του τμήματος σκάουτινγκ!


PALMARES

Περίοδος: Σύλλογος, Συμμετοχές (Γκολ)

Εφηβική καριέρα

  • ·         1987/88: Klub Sportowy Drukarz Warszawa
  • ·         1988–1990: Robotniczy Klub Sportowy Marymont Warszawa
  • ·         1990–1995: Polonia Warszawa Spółka Akcyjna


Επαγγελματική καριέρα

  • ·         1993–1995: Polonia Warszawa Spółka Akcyjna, 11 (0)
  • ·         1995/96: Spółka Sportowa Hutnik Warszawa                      
  • ·         1996–1998: Polonia Warszawa Spółka Akcyjna, 89 (6)
  • ·         1998/99: Koninklijke Sportkring Beveren, 24 (1)
  • ·         1999–2002: Royal Excelsior Mouscron, 91 (4)
  • ·         2002–2006: Royal Sporting Club Anderlecht, 94 (3)
  • ·         2006–2010: Ολυμπιακός Σύνδεσμος Φιλάθλων Πειραιώς., 87 (3)
  • ·         2010/11: Makina Kimya Endüstrisi Ankaragücü, 19 (1)
  • ·         2011–2013: Legia Warsaw, 44 (0)


Διεθνής

  • ·         1999–2011: Πολωνία, 102 (3)


Τίτλοι

Συλλογικοί

Με την RSC Anderlecht
  • ·         Πρωτάθλημα Βελγίου: 2 (2003/04, 2005/06)

Με τον Ολυμπιακό
  • ·         Πρωτάθλημα Ελλάδος: 3 (2006/07, 2007/08, 2008/09)
  • ·         Κύπελλο Ελλάδος: 2 (2007/08, 2008/09)
  • ·         Σούπερ Καπ Ελλάδας: 2007

Με την Legia Warsaw
  • ·         Πρωτάθλημα Πολωνίας: 2012/13
  • ·         Κύπελλο Πολωνίας: 2 (2012, 2013)



ΠΗΓΗ: gazzetta.gr

Τόμας Χέλμερ

Ο Γερμανός κεντρικός αμυντικός, σε ρόλο «σκούπας» ή και αμυντικός μέσος Τόμας Χέλμερ (Thomas Helmer), γεννήθηκε την 21η  Απριλίου του 1965, στο Χέρφορντ της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας. Η θέση που προτιμούσε να αγωνίζεται και που έκανε ένα καλό όνομα στο γερμανικό, αλλά και στο ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο, ήταν αυτός του λίμπερο/«σκούπας», αλλά κυρίως αναπτύχθηκε ως κεντρικός αμυντικός. Πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της 15-ετούς συλλογικής ποδοσφαιρικής του καριέρας με τη Μπορούσια του Ντόρτμουντ και τη Μπάγερν Μονάχου, εμφανιζόμενος σε σχεδόν 400 παιχνίδια στην γερμανική Μπουντεσλίγκα, κατακτώντας 3 τίτλους πρωταθλητή, όλους με τη Μπάγερν και 2 Κυπελλούχου, έναν με τους Βαυαρούς και έναν με τη Ντόρτμουντ. Για την εθνική γερμανική ομάδα, έκανε 68 εμφανίσεις με 5 γκολ και κατέκτησε το Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα του 1996. Μνημονεύεται στην ιστορία της γερμανικής Μπουντεσλίγκα, ως ο πρώτος που του κατακυρώθηκε ένα γκολ-φάντασμα που πέτυχε τη σεζόν 1993/94 εναντίον της Νυρεμβέργης.



Ξεκίνησε την επαγγελματική του καριέρα με την Αρμίνια του Μπίλεφελντ, παίζοντας 4 παιχνίδια προς το τέλος της περιόδου 1984/85, σε μια σεζόν που κατέληξε στον υποβιβασμό του συλλόγου. Στην επόμενη σεζόν, σημείωσε 5 γκολ σε 35 αγώνες της Β’ Κατηγορίας, προκαλώντας το ενδιαφέρον της Μπορούσια Ντόρτμουντ, η οποία τον υπέγραψε το 1986. Όντας βασικός από την αρχή, σκόραρε 16 γκολ κατά τη διάρκεια της 6ετούς παρουσίας του στο Βεστφάλεν, κατακτώντας το γερμανικό Κύπελλο της περιόδου 1988/89 και όντας ένας από τα στελέχη που άρχισαν να βάζουν τη Ντόρτμουντ –ξανά- με αξιώσεις στον γερμανικό ποδοσφαιρικό χάρτη


Το 1992, εντάχθηκε στη Μπάγερν του Μονάχου σε αμφιλεγόμενες συνθήκες. Η Ντόρτμουντ δεν επιθυμούσε να παραχωρήσει έναν από τους καλύτερους παίκτες της, στον κυριότερο αντίπαλο της στη Μπουντεσλίγκα, αλλά τα οικονομικά ανοίγματα του συλλόγου δεν επέτρεπαν άλλες επιλογές από την πώληση. Πριν το τέλος της σεζόν 1991/92, η Μπάγερν "φλέρταρε" με τον Χέλμερ, ώστε να ενισχύσουν τα μετόπισθεν. Ο διεθνής αμυντικός είχε ρήτρα αποδέσμευσης στο συμβόλαιό του που προέβλεπε ότι μπορούσε να αγωνιστεί ΜΟΝΟ στο εξωτερικό για € 2.500.000 ευρώ. Αυτό, έδωσε στον Ούλι Χένες (Ulrich “Uli” Hoeneß), τότε ηγετικό στέλεχος της Μπάγερν και στον ατζέντη του Χέλμερ, μια ιδέα. Τι θα γινόταν εάν μπορούσαν να βρουν έναν ξένο σύλλογο, πρόθυμο να υπογράψει τον Χέλμερ και μετά να τον παραχωρήσει άμεσα στην Μπάγερν; Η ομάδα αυτή, βρέθηκε και ήταν η γαλλική Λυόν. Η υπόθεση έφτασε σε τέτοιο σημείο που μία επιτροπή της γερμανικής ομοσπονδίας κλήθηκε να εξετάσει τη νομιμότητα ενός τέτοιου σχεδίου, που σημειωτέον ξεσήκωσε αντιδράσεις και από τους υπόλοιπους συλλόγους που φοβήθηκαν –κυριολεκτικά-... bullying της Μπάγερν.


Πολύ αργότερα, το 2009, ο Χέλμερ παραδέχθηκε αυτές τις σκέψεις, αλλά πρόσθεσε σε συνέντευξή του στο περιοδικό "Planet-Interview" ότι στο τέλος τόσο η Μπάγερν, όσο και ο ίδιος, απέρριψαν αυτό το μοντέλο. Τελικά, η Μπάγερν τον απέκτησε από την Ντόρτμουντ έναντι 8.000.000 γερμανικών μάρκων (περίπου € 7.500.000 ευρώ), ποσό ρεκόρ για το γερμανικό ποδόσφαιρο εκείνη την εποχή. Οι αντιδράσεις που προέκυψαν από αυτή τη μεταγραφή, ήταν τόσο έντονες που ο εκλέκτορας της γερμανικής εθνικής ομάδας, ο Μπέρτι Φογκτς (Berti Vogts), απείλησε να αφήσει τον Χέλμερ εκτός της αποστολής για το Euro του 1992, λόγω της απόσπασης της προσοχής που προκαλούσε όλη αυτή η υπόθεση.


Υπήρξε από τα βασικά στελέχη και αναπόσπαστο κομμάτι (σκοράροντας 7 γκολ στη πρώτη του σεζόν στο Μόναχο) για να γίνει τελικά μέχρι και ο αρχηγός της ανοδικής πορείας της Μπάγερν Μονάχου στα τέλη της δεκαετίας του 1990, κερδίζοντας 3 τίτλους πρωταθλήματος, ενός κυπέλλου και 3 γερμανικών Λιγκ Καπς, με την προσθήκη του Κυπέλλου UEFA της σεζόν 1995/96, όπου σκόραρε μια φορά εναντίον της Μπορντό στον πρώτο αγώνα του τελικού, σε συνολικά 12 παιχνίδια για την διοργάνωση.


Η 23η Απριλίου του 1994, είναι η ημερομηνία επίτευξης του παρθενικού γκολ-φαντάσματος στην ιστορία του επαγγελματικού γερμανικού πρωταθλήματος (ο όρος γκολ-φάντασμα είχε εισαχθεί στη γερμανική ποδοσφαιρική πραγματικότητα μετά τον τελικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1966 με το σχετικό τέρμα του Τζεφ Χαρστ). Στο 26ο λεπτό της αναμέτρησης Μπάγερν-Νυρεμβέργη, έπειτα από εκτέλεση κόρνερ, ο Τόμας Χέλμερ με τακουνάκι έστειλε την μπάλα λίγο άουτ, αλλά ο επόπτης Γεργκ Γιαμπλόνσκι -χωρίς να έχει καλή αντίληψη της πορείας της μπάλας- σήκωσε το σημαιάκι του παρασύροντας το διαιτητή Χανς-Γιόαχιμ Όσμερς να κατακυρώσει …τέρμα! Η αναμέτρηση έληξε 2-1 υπέρ της Μπάγερν, με την Νυρεμβέργη να καταθέτει ένσταση! Μάλιστα, η Νυρεμβέργη είχε την ευκαιρία να πετύχει ακόμη ένα τέρμα, με εκτέλεση πέναλτι, όμως τη καθοριστική εκτέλεση για τους φιλοξενούμενους σπατάλησε ο Σβαμπλ. Στον επαναληπτικό, τον οποίο αποφάσισε η Γερμανική Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία, η Μπάγερν επικράτησε 5-0, αλλά η διεξαγωγή αυτού του δεύτερου αγώνα προκάλεσε την οργισμένη αντίδραση της FIFA, επειδή έτσι είχε ακυρωθεί μια απόφαση του διαιτητή επί δεδομένου συμβάντος.


Έφυγε από τη Μπάγερν το 1999, επιλέγοντας να κινηθεί προς την αγγλική Premier League. Του προσφέρθηκε συμβόλαιο με την Λίβερπουλ, αλλά αντ' αυτού επέλεξε να ενταχθεί στη νεοφώτιστη Σάντερλαντ με ελεύθερη μεταγραφή. Ωστόσο, ο τότε προπονητής της Σάντερλαντ, ο Πίτερ Ριντ (Peter Reid) δεν τον χρησιμοποίησε, κάνοντας μόλις 2 εμφανίσεις στο πρωτάθλημα εναντίον της Λιντς και της Άρσεναλ. Επέστρεψε στη Γερμανία με τη μορφή δανείου, στη Χέρτα Βερολίνου. Αν και είχε εμφανιστεί στο Champions League για την Χέρτα, επιστρέφοντας στη Σάντερλαντ, ο Ριντ έκρινε ότι «τα πόδια του είχαν βαρύνει», με τον σύλλογο να μην ανανεώνει το συμβόλαιό του και τον παίκτη να αποσύρεται από το επαγγελματικό ποδόσφαιρο ύστερα από αυτή την εξέλιξη.


Έκανε το διεθνές ντεμπούτο του για τη Γερμανία, στις 10 Οκτωβρίου του 1990, στη νίκη με 3-1 σε ένα φιλικό αγώνα με τη Σουηδία στη Στοκχόλμη. Γνώρισε μεγάλη επιτυχία στις διοργανώσεις του Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος, επιτυγχάνοντας συνεχόμενους τελικούς. Το 1992, όταν η Γερμανία απροσδόκητα ηττήθηκε από τη Δανία, η οποία είχε κληθεί την τελευταία στιγμή αντικαθιστώντας την Γιουγκοσλαβία, αλλά και 4 χρόνια αργότερα, όταν το 1996, νίκησαν τη Τσεχία στη παράταση, στο Γουέμπλεϊ. Εμφανίστηκε επίσης σε δύο Παγκόσμια Κύπελλα, το 1994 και το 1998, όταν και μετά τον αγώνα με το Μέξικο, αποσύρθηκε από το διεθνές ποδόσφαιρο. Συνολικά, έκανε 68 διεθνείς εμφανίσεις και σημείωσε 5 γκολ.


Μετά τη απόσυρσή του από την ενεργό δράση, εργάστηκε ως αθλητικός δημοσιογράφος και τηλεοπτικός παρουσιαστής με το τηλεοπτικό δίκτυο DSF. Επιπλέον, υπηρέτησε ως πρέσβης της Γερμανίας στην παιδική φιλανθρωπία  της FIFA για τα Παιδικά Χωριά SOS, αρχής γενομένης το 1997. Από τις 19 Ιουλίου του 2011 έως 15 Δεκεμβρίου του 2015, ήταν μέλος του Εποπτικού Συμβουλίου της Αρμίνια Μπίλεφελντ. Ζει στο Αμβούργο από το 2005, παντρεμένος με την ηθοποιό Yasmina Filali, με την οποία έχει μία κόρη και ένα γιο. Επιπλέον, έχει δύο γιους από τον πρώτο του γάμο. Συμμετέχει τακτικά σε φιλανθρωπικούς αγώνες και είναι μέλος της ομάδας βετεράνων της Μπορούσια Ντόρτμουντ .

PALMARES

Περίοδος: Σύλλογος, Συμμετοχές (Γκολ)

Εφηβική καριέρα

  • ·         –1984    SC Bad Salzuflen

Επαγγελματική καριέρα

  • ·         1984–1986: Deutscher Sport-Club Arminia Bielefeld, 39 (5)
  • ·         1986–1992: Ballspielverein Borussia 09 Dortmund, 190 (16)
  • ·         1992–1999: Fußball-Club Bayern München,191 (24)
  • ·         1999–2000: Sunderland Association Football Club, 2 (0)
  • ·         1999: (δανεικός) → Hertha, Berliner Sport-Club, 5 (1)

Σύνολο καριέρας: 427 (46)

Διεθνής

  • ·         1990–1998: Γερμανία, 68 (5)

Τίτλοι

Συλλογικοί

Με τη Borussia Dortmund
  • ·         Κύπελλο Γερμανίας: 1988/89

Με τη Bayern München
  • ·         Πρωτάθλημα Γερμανίας: 3 (1993/94, 1996/97, 1998/99)
  • ·         Κύπελλο Γερμανίας: 1997/98 και φιναλίστ:  1998/99
  • ·         Λιγκ Καπ Γερμανίας: 2 (1997, 1998)
  • ·         UEFA Champions League: φιναλίστ: 1998/99
  • ·         Κύπελλο UEFA: 1995/96

Διεθνείς

Με την Γερμανία
  • ·         Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα: 1996 και φιναλίστ: 1992
  • ·         US Cup: 1993



Κάποια στοιχεία από το sport24.gr και το alexispambos.blogspot.gr

Πέμπτη, 30 Μαρτίου 2017

Τονίνιο Σερέζο

Ο Βραζιλιάνος ανασταλτικός μέσος Αντόνιο Κάρλος Σερέζο, περισσότερο γνωστός ως Τονίνιο Σερέζο (Antônio Carlos Cerezo, “Toninho Cerezo”), γεννήθηκε στις 21 Απριλίου του 1955, στο Μπέλο Οριζόντε, την πρωτεύουσα της πολιτείας Μίνας Ζεράις, τη νότια Βραζιλία. Γνωστός για την ακούραστη δουλειά του, το ενεργητικό στυλ του παιχνιδιού του και της τακτικής ευφυΐας του, ήταν επίσης γνωστός για τη διορατικότητά του και το εύρος της πάσας του, σε ρόλους οργανωτικού μέσου ή και πλέι μέικερ. Αναγνωρίζεται ως ένας από τους Καλύτερους Αμυντικούς Μέσους που φάνηκαν στα γήπεδα του κόσμου τη δεκαετία του 1980, έχοντας παίξει για την εθνική ομάδα της πατρίδας του και για τις Ατλέτικο Μινέιρο, Ρόμα, Σαμπντόρια και Σάο Πάουλο. Παίκτης που συνδύαζε υψηλή τεχνική κατάρτιση με την παραγωγικότητα στο παιχνίδι του και «όργωνε» ακούραστα σε κάθε ματς τον αγωνιστικό χώρο, διαθέτοντας απίστευτες αντοχές! Τον αποκαλούσαν «Ακροβάτη» επειδή είχε την ικανότητα να… στέκεται στον αέρα!



Σε ηλικία 16 ετών, υπέγραψε το πρώτο του επαγγελματικό συμβόλαιο και το 1972, πραγματοποίησε το επαγγελματικό του ντεμπούτο, με την Ατλέτικο Μινέιρο. Έμεινε έντεκα συνεχόμενες σεζόν στη «Γκάλο», μέχρι το 1983, μ’ ένα μικρό διάλειμμα την περίοδο 1973/74, όταν και παραχωρήθηκε δανεικός στη Νασιονάλ του Μανάους. Σ’ αυτό το διάστημα, συμμετείχε σε 111 αναμετρήσεις, πέτυχε 12 γκολ, κέρδισε 7 πρωταθλήματα της πολιτείας Μίνας Ζεράις (1976 και 1978 έως 1983), ενώ κλήθηκε και αγωνίστηκε για πρώτη φορά και στην εθνική Βραζιλίας, το 1977. Τη χρονιά αυτή (1977) και το 1980, ψηφίστηκε ως ο Καλύτερος και το 1976 ήταν επιλαχών για Καλύτερος Παίκτης της σεζόν.


Η Ρόμα, έχοντας εκτιμήσει το ταλέντο του, έσπευσε και απέσπασε την υπογραφή του. Στους «τζιαλορόσι» πήρε αμέσως φανέλα βασικού και τους βοήθησε αποφασιστικά να κερδίσουν 2 Κύπελλα Ιταλίας (1984, 1986) αλλά και να προκριθούν στον τελικό του Κυπέλλου Πρωταθλητριών του 1984, όπου αντιμετώπισαν τη Λίβερπουλ στις 30 Μαΐου, στο Ολίμπικο της ιταλικής πρωτεύουσας.  Ήταν στο αρχικό σχήμα σε αυτό το ματς, ωστόσο η ομάδα του έχασε το τρόπαιο στη διαδικασία των πέναλτι.



ο 1986 και αφού είχε συμπληρώσει 70 παρουσίες, με 13 γκολ με τη Ρόμα, μεταγράφηκε στη Σαμπντόρια και εξελίχθηκε γρήγορα σε πολύτιμο «γρανάζι» της «μηχανής» της. Ανήκε στη «Σαμπ» ως το 1992, συμμετέχοντας σε 145 αναμετρήσεις της και σημειώνοντας 14 γκολ. Χάρηκε μαζί της το πρώτο και μοναδικό μέχρι σήμερα πρωτάθλημα στην ιστορία του συλλόγου, το 1991, δύο Κύπελλα (1988, 1989) και το Κύπελλο Κυπελλούχων του 1990, ενώ συμμετείχε και στον τελικό του Πρωταθλητριών του 1992, όπου ηττήθηκε από την Μπαρτσελόνα.


Επαναπατρίστηκε για λογαριασμό της Σάο Πάουλο, με την οποία κέρδισε έναν πολιτειακό τίτλο (1993), το Κόπα Λιμπερταδόρες του 1993, 2 Διηπειρωτικά Κύπελλα, το 1992 και το 1993, το Σουπερκόπα Σουδαμερικάνα του 1993 και 2 Ρεκόπα Σουδαμερικάνα, του 1993 και του 1994. Ονομάστηκε ως ο Καλύτερος Παίκτης στον τελικό του Διηπειρωτικού Κυπέλλου του 1993, στη νίκη με 3-2 επί της Μίλαν. Την επόμενη τριετία, φόρεσε διαδοχικά τη φανέλα των Κρουζέιρο, Παουλίστα, ξανά Σάο Πάολο, Αμέρικα της Μίνας Ζεράις και αποσύρθηκε από την ενεργό δράση ως παίκτης της Ατλέτικο Μινέιρο, το 1997, σε ηλικία 42 ετών!


Το ντεμπούτο του στην εθνική ομάδα της Βραζιλίας, πραγματοποιήθηκε στις 10 Μαρτίου του 1977, στο Ρίο ντε Τζανέιρο, σε μια νίκη με 6-0 εναντίον της Κολομβίας. Χρίσθηκε 57 φορές διεθνής, έως τον Ιούνιο του 1985 και σκόραρε 7 τέρματα. Υπήρξε βασικότατο μέλος της «σελεσάο» στο Μουντιάλ του 1978, τερματίζοντας στην 3η θέση και αναντικατάστατο στην θεαματικότερη ομάδα που εμφανίστηκε στα γήπεδα αυτού του πλανήτη, τη Βραζιλία του 1982, «πιάνοντας» εξαιρετική απόδοση. Ένα λάθος γύρισμά του, εκμεταλλεύτηκε στο έπακρο ο Πάολο Ρόσι (Paolo Rossi), στο περίφημο παιχνίδι στο Σαρία της Βαρκελώνης, κάτι για το οποίο επικρίθηκε σφοδρότατα τα επόμενα χρόνια από τον Τύπο και τους Βραζιλιάνους οπαδούς.


Σήμερα, απασχολείται ως προπονητής. Έχει εργαστεί στη Βιτόρια, φθάνοντας στους ημιτελικούς του βραζιλιάνικου πρωταθλήματος, τη Γκουαρανί, την Ατλέτικο Μινέιρο, την Σπορτ Ρεσίφε στην Βραζιλία, την Αλ Χιλάλ στη Σαουδική Αραβία, την Αλ Αΐν και την Αλ Σαμπάμπ στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, την οποία οδήγησε στην κατάκτηση του πρωταθλήματος το 2008 και μεγαλούργησε ως προπονητής, στην ιαπωνική Κασίμα Άντλερς, την οποία έστεψε 2 φορές πρωταθλήτρια και ισάριθμες Κυπελλούχο Ιαπωνίας!


Στις 23 Οκτωβρίου του 2016 έγινε μέλος του Hall of Fame της Ρόμα. Είναι πατέρας τεσσάρων παιδιών, συμπεριλαμβανομένου της Leandra Medeiros Cerezo, γνωστή επαγγελματικά ως Lea T (γεννήθηκε στις 17 Απριλίου 1981 στο Μπέλο Οριζόντε), διάσημη Βραζιλιάνα τρανσέξουαλ μοντέλο μόδας. Είναι η μούσα του Riccardo Tisci, καλλιτεχνικού διευθυντή του γαλλικού οίκου πολυτελείας Givenchy.



PALMARES

Περίοδος: Σύλλογος, Συμμετοχές (Γκολ)

Επαγγελματική καριέρα

  • ·         1972–1983: Clube Atlético Mineiro, 111 (12)
  • ·         1973/74: (δανεικός) → Nacional Futebol Clube (AM), 20 (3)
  • ·         1983–1986: Associazione Sportiva Roma, 70 (13)
  • ·         1986–1992: Unione Calcio Sampdoria, 145 (14)
  • ·         1992/93: São Paulo Futebol Clube, 13 (1)
  • ·         1994: Cruzeiro Esporte Clube, 10 (3)
  • ·         1995: Paulista Futebol Clube                      
  • ·         1995/96: São Paulo Futebol Clube, 8 (0)
  • ·         1996: América Futebol Clube (MG)                         
  • ·         1997: Clube Atlético Mineiro                      

Διεθνής

  • ·         1977–1985: Βραζιλία, 57 (5)

Προπονητική καριέρα

  • ·         1999: Esporte Clube Vitória
  • ·         2000–2005: Kashima Antlers Football Club
  • ·         2005: Guarani Futebol Clube
  • ·         2005: Clube Atlético Mineiro
  • ·         2007: Al-Hilal Saudi Football Club
  • ·         2008: Al Shabab Al Arabi Club (Dubai)
  • ·         2009/10: Al-Ain Football Club
  • ·         2010: Sport Club do Recife
  • ·         2012: Esporte Clube Vitória
  • ·         2013–2015: Kashima Antlers Football Club

Τίτλοι

Ως ποδοσφαιριστής

Συλλογικοί

Με την Nacional
  • ·         Πολιτειακό Πρωτάθλημα Αμαζονίου (Campeonato Amazonense): 1974

Με την Atlético Mineiro
  • ·         Πολιτειακό Πρωτάθλημα Μίνας Ζεράις (Campeonato Mineiro): 7 (1976, 1978, 1979, 1980, 1981, 1982, 1983)

Με την Roma
  • ·         Κύπελλο Ιταλίας: 2 (1984, 1986)
  • ·         Κύπελλο Πρωταθλητριών: φιναλίστ 1984

Με την Sampdoria
  • ·         Πρωτάθλημα Ιταλίας: 1990/91
  • ·         Κύπελλο Ιταλίας: 2 (1988, 1989) και φιναλίστ 1991
  • ·         Κύπελλο Κυπελλούχων: 1990 και φιναλίστ 1989
  • ·         Κύπελλο Πρωταθλητριών: φιναλίστ 1992

Με την São Paulo
  • ·         Πολιτειακό Πρωτάθλημα Σάο Πάουλο (Campeonato Paulista): 1992
  • ·         Διηπειρωτικό Κύπελλο: 2 (1992, 1993)
  • ·         Copa Libertadores: 2 (1992, 1993)
  • ·         Supercopa Sudamericana: 1993
  • ·         Recopa Sudamericana: 2 (1993, 1994)

Προσωπικές Διακρίσεις

  • ·         Πρώτος Σκόρερ Πρωταθλήματος Νέων Νοτίου Αμερικής: 1977
  • ·         Καλύτερος Παίκτης της Χρονιάς για την Βραζιλία: 2 (1977, 1980)
  • ·         Καλύτερος Αμυντικός Μέσος της Χρονιάς για την Βραζιλία: 3 (1976, 1977, 1980)
  • ·         Αναπληρωματικό Μέλος Επιλέκτων FIFA: 1979
  • ·         Πολυτιμότερος Παίκτης (MVP) Τελικού Διηπειρωτικού Κυπέλλου: 1993


Ως προπονητής

Συλλογικοί

Με τους Kashima Antlers
  • ·         Πρωτάθλημα Ιαπωνίας: 2 (2000, 2001)
  • ·         Κύπελλο Ιαπωνίας: 2 (2000, 2002)
  • ·         Emperor's Cup: 2000
  • ·         Suruga Bank Championship: 2013

Με την Al-Shabab
  • ·         Πρωτάθλημα Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων: 2008



ΠΗΓΗ: balleto.gr

Τζακ Τέιλορ: Ο Χασάπης του Γουλβερχάμπτον

Ο Άγγλος διεθνής διαιτητής ποδοσφαίρου Τζακ Τέιλορ (John Keith «Jack» Taylor), γεννήθηκε στις 21 Απριλίου του 1930,  στο Γουλβερχάμπτον της Αγγλίας, δίπλα στο Μολινό, το γήπεδο της τοπικής Γουλβς. Διάσημος για τη διαιτησία του στον τελικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1974, κατά την οποία απένειμε δύο πέναλτι στα πρώτα 30 λεπτά. Το πρώτο από αυτά, μετά από μόλις ένα λεπτό στο παιχνίδι έχει περίοπτη θέση στην ιστορία των Παγκοσμίων Κυπέλλων, αφού ήταν το πρώτο πέναλτι που καταλογίστηκε ποτέ σε τελικό Παγκοσμίου Κυπέλλου. Θεωρείται ως ο κορυφαίος διαιτητής που ανέδειξαν τα βρετανικά νησιά. Ψηλός, σωματώδης και γεροδεμένος, υπήρξε βαθύς γνώστης των κανονισμών και της ψυχολογίας του ποδοσφαιριστή, γι’ αυτό και ήταν ακριβοδίκαιος. Υπηρέτησε ως διαιτητής για 33 χρόνια, αναλαμβάνοντας την ευθύνη για περισσότερα από 1.000 παιχνίδια, σε πάνω από 100 διεθνείς αγώνες, που παίχτηκαν σε 60 χώρες. Ανέλαβε την ευθύνη αρκετών μεγάλων τελικών διασυλλογικών διοργανώσεων, με πρώτον, το 1966, όταν διαιτήτευσε τον τελικό του αγγλικού Κυπέλλου μεταξύ της Έβερτον και της Σέφιλντ Γουένσντεϊ, που ακολουθείται από τον τελικό του Κυπέλλου Πρωταθλητριών του 1971, μεταξύ του Άγιαξ και του Παναθηναϊκού, στο Στάδιο Γουέμπλεϊ. Το 1999, εγκαταστάθηκε στο Hall of Fame της FIFA στη Βαρκελώνη και τον Σεπτέμβριο του 2013, έγινε ο πρώτος διαιτητής εγκαταστάθηκε στο αγγλικό ποδοσφαιρικό Hall of Fame. Η κύρια επαγγελματική του δραστηριότητα, ήταν κρεοπώλης, μιας και η οικογένειά του διατηρούσε μεγάλο κρεοπωλείο στο κέντρο της πόλης, εξ ου και το παρατσούκλι του, «Ο Χασάπης του Γουλβερχάμπτον»!


Ως ποδοσφαιριστής, αγωνίστηκε στην Γουλβς στα σχολικά του χρόνια. Το 1946, στα 16 του μόλις χρόνια, αποφάσισε να ασχοληθεί με τη διαιτησία. «Σφύριξε» περισσότερα από 1000 παιγνίδια σε 60 χώρες, στα 33 χρόνια (!!!) που διήρκεσε η διαιτητική του καριέρα (1946-1979).


Το 1963, πήρε το σήμα του διεθνούς διαιτητή και το 1966 έγινε ευρύτερα γνωστός, όταν στις 14 Μαΐου διαιτήτευσε τον τελικό του Κυπέλλου Αγγλίας, μεταξύ Έβερτον και Σέφιλντ Γουένσντεϊ (3-2). Ένα μήνα αργότερα, στις 26 Ιουνίου, βρέθηκε στην Αθήνα, όπου ήταν επόπτης στο αγώνα Παναθηναϊκού - Ολυμπιακού (1-2) για την προημιτελική φάση του Κυπέλλου Ελλάδος, με διαιτητή τον συμπατριώτη του Κεν Ντάγκναλ (Ken Dagnall). Ήταν η εποχή που οι μεγάλοι του ελληνικού ποδοσφαίρου δεν εμπιστεύονταν την ντόπια διαιτησία. Τον αμέσως επόμενο μήνα συμμετείχε ως επόπτης στο Παγκόσμιο Κύπελλο Ποδοσφαίρου, που διεξήχθη στα γήπεδα της Αγγλίας.


Βρέθηκε και πάλι στο επίκεντρο της επικαιρότητας, τον Δεκέμβριο του 1969, όταν εξαιτίας του, τιμωρήθηκε με αποκλεισμό 8 αγωνιστικών ημερών (!!!) ο περίφημος ποδοσφαιριστής της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, Τζόρτζ Μπέστ (George Best). Μόλις σφύριξε τη λήξη του ντέρμπι Μάντσεστερ Σίτι - Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ (2-1) για τα ημιτελικά του Λιγκ Καπ Αγγλίας, ο Μπεστ, φανερά εκνευρισμένος από την ήττα της ομάδας του, πλησίασε τον Τέιλορ και με προκλητικό τρόπο του πήρε την μπάλα μέσα από τα χέρια και την κλώτσησε στον ουρανό του Μέιν Ρόουντ. Ο Τέιλορ τον «ζωγράφισε» στο φύλλο αγώνα και ο Μπεστ τιμωρήθηκε με βαριά ποινή 8 αγωνιστικών. Τότε όλος ο κόσμος της Γιουνάιτεντ ξεσηκώθηκε κατά του Τέιλορ, τον όποιον όμως κάλυψε πλήρως η αγγλική ποδοσφαιρική ομοσπονδία.


Το 1970, στο Μέξικο, διαιτήτευσε τον πρώτο του αγώνα σε τελική φάση Παγκοσμίου Κυπέλλου, αυτόν μεταξύ Ιταλίας-Σουηδίας στους ομίλους της διοργάνωσης και το 1971 βρέθηκε και πάλι στον δρόμο του Παναθηναϊκού. Στις 2 Ιουνίου, διαιτήτευσε στο Γουέμπλεϊ τον ιστορικό για το ελληνικό ποδόσφαιρο τελικό του Κυπέλλου Πρωταθλητριών Ευρώπης, στον οποίο οι «πράσινοι» του Φέρεντς Πούσκας (Ferenc Puskás) ηττήθηκαν με 0-2 από τον Άγιαξ του Γιόχαν Κρόιφ (Johan Cruyff).


Το 1974 ήταν η μεγάλη στιγμή της καριέρας του, όταν έχοντας διαιτητεύσει τον αγώνα Βουλγαρίας-Ουρουγουάης, στους ομίλους και στη συνέχεια, το Αργεντινή-Ανατολική Γερμανία, στη 2η Φάση, «σφύριξε» τον τελικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου της Δυτικής Γερμανίας, μεταξύ της Δυτικής Γερμανίας και της Ολλανδίας. Μαζί με τον Σκωτσέζο, Μπομπ Ντέιβιντσον (Bob Davidson), ήταν οι υποψήφιοι για να διαιτητεύσουν τον τελικό. Στις 11:00 το πρωί, οριστικοποιήθηκε η επιλογή του. Καθυστέρησε το εναρκτήριο λάκτισμα, όταν διαπίστωσε ότι έλειπαν τα σημαιάκια των κόρνερς, τα οποία είχαν αφαιρεθεί για τις ανάγκες της τελετής λήξης που προηγήθηκε του τελικού.


Στο 75ο δευτερόλεπτο του αγώνα, χωρίς να έχουν ακουμπήσει τη μπάλα οι Δυτικογερμανοί (!!!), δεν δίστασε να δώσει πέναλτι υπέρ των Ολλανδών, δημιουργώντας ιστορία, αφού ήταν το πρώτο που σφυρίχτηκε ποτέ σε τελικό Παγκοσμίου Κυπέλλου, το οποίο μετέτρεψε σε γκολ ο Γιόχαν Νέεσκενς (Johan Neeskens). «Ήμουν σίγουρος ότι ήταν 100% σωστή η απόφασή μου» είχε δηλώσει σε μια συνέντευξή του ο Τέιλορ. «Όταν η μπάλα στήθηκε στο σημείο του πέναλτι, ήρθε κοντά μου ο αρχηγός των Γερμανών Φραντς Μπεκενμπάουερ (Franz Beckenbauer) και μου είπε: «Τέιλορ, είσαι Εγγλέζος!».


Στο 26ο λεπτό ήταν η σειρά των Δυτικογερμανών να κερδίσουν πέναλτι. Ο Βιμ Γιάνσεν (Wim Jansen) ανέτρεψε τον Μπερντ Χολτσενμπάιν (Bernd Hölzenbein), ο οποίος πιο πολύ «βούτηξε» για να εκβιάσει την εσχάτη των ποινών και ο Πάουλ Μπράιτνερ (Paul Breitner) ισοφάρισε. «Αυτό που με ενόχλησε ήταν ότι κάποιοι ισχυρίστηκαν ότι έδωσα το πέναλτι για να ισοφαρίσει η γηπεδούχος ομάδα. Όμως, οι κανονισμοί ήταν σαφέστατοι. Ήταν πέναλτι!» είχε δηλώσει στην ίδια συνέντευξή του ο Τέιλορ. Τελικά, η Δυτική Γερμανία νίκησε 2-1 με γκολ του Γκερντ Μίλερ (Gerd Müller) στο 43ο λεπτό και κατέκτησε το δεύτερο Παγκόσμιο Κύπελλο της ιστορίας της.


Το 1977, μετά την αποχώρησή του από την ενεργό δράση, έκλεισε το χασάπικό του και μετακόμισε στη Βραζιλία, όπου επί μία διετία διηύθυνε αγώνες του τοπικού πρωταθλήματος. Το 1979 επέστρεψε στην Αγγλία και δούλεψε ως εμπορικός διευθυντής στη Γουλβς έως το 1982. Στη συνέχεια ανέλαβε εκπαιδευτής διαιτητών στη Νότιο Αφρική και τη Σαουδική Αραβία. Την 1η Φεβρουαρίου του 1999, εισήλθε στο Πάνθεο του Ποδοσφαίρου (FIFA Hall of Fame), γεγονός σπάνιο για διαιτητή! Στις 25 Σεπτεμβρίου του 2013, έγινε ο πρώτος διαιτητής που εγκαταστάθηκε στο αγγλικό Football Hall of Fame!


Ο Τζον Κιθ «Τζακ» Τέιλορ, πέθανε στο Σρόπσιρ της Αγγλίας, στις 27 Ιουλίου του 2012, σε ηλικία 82 ετών. Μία από τις ιστορίες που του άρεσε να διηγείται ήταν αυτή που συνέβη κάποτε στο γήπεδο της Λούτον. Ένα κέρμα που ρίχθηκε από την εξέδρα, τον χτύπησε στο πρόσωπο. Η πληγή για να κλείσει χρειάστηκε 6 ράμματα. Ο γνωστός Άγγλος κωμικός Έρικ Μόρκαμπ (Eric Morecambe), που βρισκόταν στο γήπεδο, πήγε να τον δει στα αποδυτήρια και να τον ρωτήσει εάν είναι εντάξει και αν πρόκειται να γράψει το περιστατικό στο φύλλο αγώνος. Όταν ο Τέιλορ τον διαβεβαίωσε ότι δεν θα το πράξει, ο Μόρκαμπ του είπε: «Ωραία, μήπως μπορείς να μου επιστρέψεις το νόμισμα;»!



ΠΗΓΗ: sansimera.gr

Τετάρτη, 29 Μαρτίου 2017

Αλεξάντερ Ζαβάροφ

Ο Σοβιετικός, ουκρανικής καταγωγής, επιθετικός μέσος, Αλεξάντερ Ζαβάροφ (Aleksandr Anatoljević ZavarovOleksandr Anatoliyovych Zavarov), γεννήθηκε στις 20 Απριλίου του 1961, στο Λουγκάνσκ, το παλαιό Βοροσίλοφγκραντ, στο ανατολικότερο άκρο της Ουκρανίας. Το 1986, ονομάστηκε ως ο Καλύτερος ποδοσφαιριστής στην πρώην Σοβιετική Ένωση και την Ουκρανία και ως ο 6ος  Καλύτερος Ποδοσφαιριστής στην Ευρώπη, σύμφωνα με το ‘’France Football’’. Σπουδαίος τεχνίτης, που διακρίθηκε για τις εξάρσεις στο παιχνίδι του και την ευχέρειά του στο σκοράρισμα, θεωρείται ευρέως ως ένας από τους Μεγαλύτερους Ποδοσφαιριστές στην ιστορία της Σοβιετικής Ένωσης και της Ουκρανίας, ενώ το 2000 είχε συμπεριληφθεί στην ουκρανική ομάδα του 20ου Αιώνα, σύμφωνα με μια δημοσκόπηση από το ουκρανικό εβδομαδιαίο περιοδικό ‘’Ουκραΐνσκι Φουτμπόλ’’ (Ukrainsky Futbol).


Μικρός το δέμας (1,70μ.), ξεκίνησε την καριέρα του στην τοπική Ζόρυα το 1977. Τρία χρόνια μετά μετακινήθηκε στη ρωσική ΣΚΑ του Ροστόφ, κερδίζοντας μαζί της το Κύπελλο Σοβιετικής Ένωσης  του 1981. Έναν χρόνο αργότερα επέστρεψε στη Ζόρυα, όπου όμως δεν έμεινε για πολύ αφού η πανίσχυρη Ντυναμό Κιέβου, του τεράστιου Βαλερί Λομπανόφσκι (Valeriy Lobanovskyi), που είχε αποφασίσει να επενδύσει στο ταλέντο του, τον έκανε δικό της. Έμεινε μία πενταετία στους «κυανόλευκους», σκοράροντας 36 γκολ σε 136 αναμετρήσεις, βοηθώντας τους αποφασιστικά να κερδίσουν 2 πρωταθλήματα και 3 Κύπελλα ΕΣΣΔ, καθώς  και το Κύπελλο Κυπελλούχων Ευρώπης του 1986. Εκείνη τη χρονιά αρχικά αναδείχθηκε Καλύτερος Παίκτης στην πρώην Σοβιετική Ένωση και στην Ουκρανία, ενώ αργότερα κατετάγη 6ος στην ψηφοφορία για τη «Χρυσή Μπάλα»! Στο πρωτάθλημα της Σοβιετικής Ένωσης, σημείωσε 66 γκολ σε 253 αγώνες, κατά μέσο όρο ένα γκολ κάθε τέσσερα παιχνίδια.


Παράλληλα, ήταν βασικότατο στέλεχος της εθνικής ομάδας της Σοβιετικής Ένωσης που έφθασε στον τελικό του Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος του 1988, χάνοντας το τρόπαιο από την Ολλανδία (0-2). Μερικές εβδομάδες μετά την ολοκλήρωση εκείνου του τουρνουά, υπέγραψε στη Γιουβέντους. Δεν κατάφερε να προσαρμοσθεί στα ιταλικά γήπεδα και το 1990 αποδεσμεύθηκε από τους «μπιανκονέρι»,  έχοντας  ήδη παίξει σε 60 συναντήσεις τους και έχοντας σημειώσει 7 τέρματα. Κατέκτησε μαζί τους το Κύπελλο Ιταλίας και το Κύπελλο UEFA, αμφότερα το 1990. Επόμενος «σταθμός» του ήταν η γαλλική Νανσύ, στην οποία τα πήγε σαφώς καλύτερα. Χρησιμοποιήθηκε σε 133 παιχνίδια των «Chardons», με 23 γκολ, μέχρι το 1995, όταν και μετακόμισε στη Σεν Ντιζιέ. Ως παίκτης της τελευταίας κρέμασε τα παπούτσια του, το 1998.


 Έκανε το ντεμπούτο του στην εθνική ομάδα της Σοβιετικής Ένωσης, στις 7 Αυγούστου του 1985, σε μια νίκη με 2-0 εναντίον της Ρουμανίας και σημείωσε το πρώτο του διεθνές γκολ με την ΕΣΣΔ στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1986, στη νίκη με 2-0 εναντίον του Καναδά στους ομίλους. Χρίσθηκε 41 φορές διεθνής και σκόραρε 6 γκολ. Πήρε μέρος, εκτός από το Euro 1988, στα Παγκόσμια Κύπελλα του 1986 και του 1990.


Ένας δημιουργικός, γρήγορος, ευέλικτος και εξαιρετικά ικανός μέσος, ήταν κυρίως γνωστός για την εξαιρετική τεχνική του κατάρτιση, ικανότατος και με τα 2 πόδια, την αντοχή και τη τακτική ευφυΐα του. Αν και συνήθως αναπτυσσόταν ως επιθετικός ή ως δεύτερος επιθετικός σε ρόλους υποστήριξης, ήταν επίσης σε θέση να παίξει και ως πλέι-μέικερ, ρόλο που οφείλει στην ευελιξία, τη διορατικότητα και την ακρίβεια της μακρινής πάσας του. Με τις δεξιότητες του στη ντρίμπλα, την ικανότητα στην οργάνωση, αλλά και για την ηγεσία, έπαιξε καθοριστικό ρόλο στις επιτυχίες της Ντιναμό Κιέβου του Βαλερί Λομπανόφσκι, προτερήματα που έκαναν τον θρυλικό προπονητή να τον συγκρίνει με τον Ντιέγκο Μαραντόνα (Diego Maradona).


Παρά το ταλέντο που επέδειξε με την Ντιναμό, αλλά και στο Euro του 1988, σε συνδυασμό με τη φήμη του ως ένας από τους Μεγαλύτερους Παίκτες που κατάφερε ποτέ να βγει από τη Σοβιετική Ένωση, η αγωνιστική του παρουσία με τη Γιουβέντους ήταν λιγότερο επιτυχής, αποτυγχάνοντας να δικαιώσει τις αρχικές προσδοκίες στη Serie A. Λόγω της αστάθειάς του στην απόδοση και την έλλειψη ακρίβειας μπροστά από το τέρμα, κάτι που έφερε την κριτική από τον Τύπο, ξεχώρισε επίσης για τον εκπληκτικά κακό ρυθμό του και την κίνηση χωρίς την μπάλα! Είχε επίσης κατηγορηθεί για έλλειψη εμπιστοσύνης και την μη αποτελεσματική βοήθεια στους επιθετικούς της ομάδας. Γενικά, λόγω του εσωστρεφή και ντροπαλού χαρακτήρα του, πήρε κριτική ότι δεν διέθετε τις απαραίτητες ηγετικές ικανότητες που τον έφεραν στην ομάδα, για να καλύψει το κενό που άφησε ο Μισέλ Πλατινί (Michel Platini) σε προηγμένο ρόλο στη μεσαία γραμμή και στην οργάνωση του παιχνιδιού, κατά τη διάρκεια της μετά τον Τζιοβάνι Τραπατόνι (Giovanni Trapattoni) κρίσης που πέρασε η «Γηραιά Κυρία».


Σήμερα, εργάζεται  ως προπονητής. Στο παρελθόν κάθισε στον πάγκο των Σεν Ντιζιέ στη Γαλλία, ως παίκτης/προπονητής της, στην ελβετική Βιλ,  στην Άστανα του Καζακστάν και στις  Μέταλιστ Χάρκοβο και Άρσεναλ Κιέβου στην πατρίδα του. Διετέλεσε υπηρεσιακός προπονητής της εθνικής ομάδας της Ουκρανίας για μικρό διάστημα και βοηθός προπονητή της, θέση που κατέχει και σήμερα.



PALMARES

Περίοδος: Σύλλογος, Συμμετοχές (Γκολ)

 Εφηβική καριέρα

  • ·         1968–1977: Football Club Zorya Luhansk

Επαγγελματική καριέρα

  • ·         1977–1979: Football Club Zorya Luhansk, 23 (7)
  • ·         1980/81: Football Club Sports Club of the Army (SKA) Rostov-on-Don. 64 (13)
  • ·         1982: Football Club Zorya Luhansk, 30 (10)
  • ·         1983–1988: Football Club Dynamo Kyiv, 136 (36)
  • ·         1988–1990: Juventus Football Club, 60 (7)
  • ·         1990–1995: Association Sportive Nancy-Lorraine, 133 (23)
  • ·         1995–1998: Club Olympique de Saint-Dizier, ? (17)

 Διεθνής

  • ·         1985–1990: Σοβιετική Ένωση, 41 (6)

Προπονητική καριέρα

  • ·         1995–2003: Club Olympique de Saint-Dizier
  • ·         2003–2004: Fussball Club Wil 1900
  • ·         2004: Football Club Astana-1964
  • ·         2005: Football Club Metalist Kharkiv
  • ·         2006–2010: Football Club Arsenal Kyiv
  • ·         2012: Ουκρανία (υπηρεσιακός)
  • ·         2013–        : Ουκρανία (βοηθός)


Τίτλοι

Συλλογικοί

Με την Dynamo Kyiv
  • ·         Πρωτάθλημα Σοβιετικής Ένωσης: 2 (1985, 1986)
  • ·         Κύπελλο  Σοβιετικής Ένωσης: 3 (1981, 1985, 1987)
  • ·         Κύπελλο Κυπελλούχων: 1985/86

Με την Juventus
  • ·         Κύπελλο Ιταλίας: 1989/90
  • ·         Κύπελλο UEFA: 1989/90

Διεθνείς

Με την Σοβιετική Ένωση
  • ·         Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα: φιναλίστ το 1988

Προσωπικές Διακρίσεις

  • ·         Παίκτης της Χρονιάς για την Σοβιετική Ένωση: 1986
  • ·         Παίκτης της Χρονιάς για την Σοβιετική Ένωση: 1986
  • ·         Μέλος Ιδανικής Ενδεκάδας του 20ου Αιώνα για την Ουκρανία, από δημοψήφισμα του περιοδικού «Ukrainsky Futbol»: 2000
  • ·         Πρώτος Σκόρερ Κυπέλλου Κυπελλούχων:  1985/86
  • ·         Χρυσή μπάλα: 6ος το 1986, 17ος το 1987, 8ος το 1988, 23ος το 1989.



ΠΗΓΗ: balleto.gr