Τρίτη, 28 Φεβρουαρίου 2017

Άρτσι Γκέμιλ

Ο Σκωτσέζος κεντρικός μέσος Άρτσι Γκέμιλ (Archibald "Archie" Gemmill), γεννήθηκε στις 24 Μαρτίου του 1947, στο Πέισλι, μια πόλη δυτικά της Γλασκόβης. Έχει γράψει τ' όνομά του με Χρυσά Γράμματα στην Παγκόσμια Ποδοσφαιρική Ιστορία για ένα γκολ που σκόραρε εναντίον της Ολλανδίας στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1978. Τόσο διάσημο ώστε να επισκιάζει μια άκρως επιτυχημένη καριέρα, στην οποία κέρδισε το Κύπελλο Πρωταθλητριών Ομάδων Ευρώπης με τη Νότιγχαμ Φόρεστ, τρεις τίτλους στο αγγλικό πρωτάθλημα, τους 2 με την Ντέρμπι και έναν με τη Νότιγχαμ, ενώ ήταν επί σειρά ετών ο αρχηγός της εθνικής ομάδας της Σκωτίας! Έχοντας ξεκινήσει μια καριέρα που κόντεψε να κοπεί στο ξεκίνημά της,. υπήρξε μια από τις εμβληματικότερες φυσιογνωμίες του αγγλικού ποδοσφαίρου, ένα πολυεργαλείο για τους προπονητές του και ένας από τους μεγαλύτερους πεισματάρηδες που αγωνίστηκαν στα αγγλικά γήπεδα!



Η καριέρα του στην Σεντ Μίρεν, απ’ όπου ξεκίνησε, κόντεψε να καταστραφεί από διαδοχικούς  τραυματισμούς, με αποκορύφωμα ένα σπασμένο αστράγαλο στις αρχές του 1966. Αντικατέστησε  τον Τζιμ Κλούνι (Jim Clunie) στις 13 Αυγούστου του 1966 και έγινε ο πρώτος που πήρε θέση ως αλλαγή στην ιστορία του Σκωτσέζικου ποδοσφαίρου.  Μεταγράφηκε  για 13.000 λίρες στην Πρέστον Νορθ Εντ, τραβώντας την προσοχή του Πίτερ Τέιλορ (Peter Taylor), βοηθού του Μπράιαν Κλαφ στην Ντέρμπι Κάουντι.  Μίλησε στον Κλαφ για τον νεαρό Γκέμιλ, λέγοντάς του ότι μελετά να υπογράψει στην πρωταθλήτρια Έβερτον.


Ο Κλαφ, διέκρινε έναν ποδοσφαιριστή-πολυεργαλείο, με εξαιρετική μεταβίβαση, ασίγαστο πάθος και απίστευτο πείσμα, που θα μπορούσε να τον χρησιμοποιήσει, κυρίως για την επίθεση της ομάδας.  Πήγε ο ίδιος  στο σπίτι του Γκέμιλ και όταν ο παίκτης αρνήθηκε να υπογράψει για την Ντέρμπι, η οποία ποτέ δεν είχε κερδίσει τον τίτλο του πρωταθλητή, ο Κλαφ  του είπε ότι επρόκειτο να κοιμηθεί έξω, στο αυτοκίνητο, μέχρι να τον πείσει! «Αλλά», λέει ο Gemmill, «η γυναίκα μου τον κάλεσε μέσα και έμεινε όλη τη νύχτα!». Τελικά, απέσπασε την υπογραφή του για 60.000 λίρες, όταν έτρωγαν τηγανητά αυγά για πρωινό!

Σκόραρε μόνο 3 γκολ για τα «κριάρια» εκείνη την σεζόν (1970/71), αλλά αναδείχθηκε πρωταθλητής Αγγλίας την επόμενη περίοδο. Δεν αγωνίστηκε στον αμφιλεγόμενο ημιτελικό του Κυπέλλου Πρωταθλητριών του 1973, εναντίον της Γιουβέντους, αλλά έγινε ο αρχηγός της ομάδας, στη θέση του τραυματία Ρόι ΜακΦάρλαντ (Roy McFarland), όταν η Ντέρμπι κέρδισε το δεύτερο πρωτάθλημά της, το 1975. Έκανε 324 εμφανίσεις συνολικά για τον σύλλογο και σκόραρε 25 γκολ.


Μεταγράφηκε στη  Νότιγχαμ Φόρεστ, όταν ο Κλαφ προσπάθησε να πάρει τον πυρήνα των ποδοσφαιριστών που κατέκτησαν το πρωτάθλημα με την Ντέρμπι. Μαζί με τον Τζον Ο’Χερ (John O'Hare) και  τον Τζον ΜακΓκόβερν (John McGovern), συνέθεσαν μια τρομερή μεσαία γραμμή, που έφερε μεγάλη επιτυχία για τον σύλλογο, στην Αγγλία και την Ευρώπη. Υπέγραψε στη Νότιγχαμ, τον Σεπτέμβριο του 1977, για 25.000 λίρες. Χρησιμοποιήθηκε κυρίως, ως κεντρικός μέσος, βοηθώντας τα μέγιστα στις επικίνδυνες αντεπιθέσεις.


Έπαιξε 58 φορές για την Φόρεστ στο πρωτάθλημα, σκοράροντας 3 γκολ. Ήταν αναπόσπαστο κομμάτι της επιτυχίας του συλλόγου στα τέλη της δεκαετίας του 1970, αλλά προς έκπληξη όλων, δεν αγωνίστηκε στον τελικό του Κυπέλλου Πρωταθλητριών του 1979! Ο ίδιος ο Γκέμιλ, είπε αργότερα: 
«Μου κατέστρεψε την στιγμή! Είχα οδηγηθεί στο συμπέρασμα θα έπαιζα στο ματς ... ήμουν παραπάνω από χαρούμενος. Μισούσα κάθε λεπτό του 90λεπτου και μισούσα και τη συνέχεια!»

Αυτή η διαμάχη, τον οδήγησε να φύγει από το Σίτι Γκράουντ και να υπογράψει στην Μπέρμιγχαμ . Έκανε το ντεμπούτο του στις 18 Αυγούστου του 1979, στην ήττα με 3-4, εντός έδρας, από την Φούλαμ. Έπαιξε 97 αγώνες πρωταθλήματος για τους «μπλε», σκοράροντας 12 γκολ. Στις αρχές του 1982, διέσχισε τον Ατλαντικό για να παίξει για τους Τζάκσονβιλ Τίιμεν, στην βορειοαμερικάνικη Λίγκα.  Έμεινε μόνο για μία σεζόν, παίζοντας σε 32 παιχνίδια πρωταθλήματος. Τον Σεπτέμβριο του 1982, αγωνίστηκε για τον πρώην συμπαίκτη του και προπονητή, Λάρι Λόιντ (Larry Lloyd) στη Γουίγκαν. Έμεινε μόνο για 11 αγώνες,  πριν επιστρέψει στην Ντέρμπι Κάουντι ως παίκτης-προπονητής, για να γίνει στην συνέχεια η πρώτη επιλογή του Πίτερ Τέιλορ, όταν τα ‘σπασε με τον Κλαφ και ανέλαβε την Ντέρμπι, το 1982. Αποσύρθηκε από το επαγγελματικό ποδόσφαιρο  το 1984.


Αγωνίστηκε σε  43 αγώνες της εθνικής Σκωτίας και σκόραρε 8 γκολ. Ήταν ο αρχηγός της σε 22 περιπτώσεις. Η πιο διάσημη στιγμή του, ήταν το γκολ ενάντια στην Ολλανδία, στον 4ο  όμιλο, στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1978. Η Σκωτία έπρεπε να κερδίσει το παιχνίδι με 3 γκολ διαφορά για να καταφέρει να προκριθεί στην επόμενη φάση του τουρνουά, αφού είχε πολύ άσχημα αποτελέσματα στα πρώτα δύο παιχνίδια της. Με την ομάδα του να προηγείται ήδη με  2-1 στο 68ο λεπτό, σκόραρε ένα γκολ που περιγράφηκε από την εφημερίδα «The Scotsman» ως εξής:

«Στο 68ο λεπτό, ωστόσο, η Σκωτία έκανε το 3-1, όταν ο Άρτσι Γκέμιλ σκόραρε ένα από τα καλύτερα γκολ της σ’ αυτό το Παγκόσμιο Κύπελλο μέχρι τώρα. Ο βραχύσωμος παίκτης, πήρε την μπάλα στην μεσαία γραμμή, έπαιξε ένα υπέροχο ένα-δύο με τον Νταλγκλίς (Kenny Dalglish) και στη συνέχεια, με συνεχείς ελιγμούς μέσα στη περιοχή,  με τρομερό σουτ παραβίασε την εστία του Γιόνγκμπλοντ (Jan Jongbloed), για να αναπτερώσει τις ελπίδες που είχαν σχεδόν πεθάνει το προηγούμενο δεκαπενθήμερο. Ήταν ένα εξαιρετικό γκολ σε μια εξαιρετική στιγμή. Ξαφνικά η Σκωτία ονειρεύονταν δόξα και πάλι!».
 Δείτε το γκολ του Γκέμιλ ...

... και εκτεταμένα στιγμιότυπα απ' αυτόν τον αγώνα 

Το γκολ έχει γίνει τραγούδι, χορός, και του γίνεται αναφορά στην ταινία «Trainspotting»! Δυστυχώς για τη Σκωτία, τρία λεπτά αργότερα ο Τζόνι Ρεπ (Johnny Rep) σημείωσε το δεύτερο γκολ της Ολλανδίας και το παιχνίδι έληξε 3-2, στερώντας από τη Σκωτία μια θέση στο δεύτερο γύρο. Το γκολ του Γκέμιλ έχει βαθμολογηθεί ανάμεσα στα καλύτερα γκολ που έχουν σημειωθεί σε τελική φάση Παγκοσμίου Κυπέλλου!


Όταν αποσύρθηκε από την ενεργό δράση, επέστρεψε στην Νότιγχαμ Φόρεστ, ως βοηθός του Κλαφ (!!!), με τον οποίο αποκατέστησε την σχέση του, το 1984. Αργότερα προπόνησε την  Ρόδεραμ, για δύο σεζόν, στα μέσα της δεκαετίας του 1990.


Ο γιος του, Σκοτ, έγινε επαγγελματίας ποδοσφαιριστής στη δεκαετία του 1990. Το 1970, οδήγησε την έγκυο γυναίκα του πίσω στη Σκωτία για να εξασφαλιστεί ότι Σκοτ θα γεννηθεί εκεί! Διετέλεσε προπονητής της σκωτσέζικης εθνικής κάτω των 19, τερματίζοντας δεύτερος στο αντίστοιχο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα του 2006, κερδίζοντας συμμετοχή στο Παγκόσμιο που έγινε στον Καναδά, το 2007.

PALMARES

Περίοδος: Σύλλογος, Συμμετοχές (Γκολ)

Επαγγελματική καριέρα

  • 1964–1967: St Mirren Football Club, 65 (9)
  • 1967–1970: Preston North End Football Club, 99 (13)
  • 1970–1977: Derby County Football Club, 261 (17)
  • 1977–1979: Nottingham Forest Football Club, 58 (4)
  • 1979–1982: Birmingham City Football Club, 97 (12)
  • 1982: Jacksonville Tea Men, 32 (2)
  • 1982: Wigan Athletic Football Club, 11 (0)
  • 1982–1984: Derby County Football Club, 63 (8)

Σύνολο καριέρας: 686 (65)

Διεθνής

  • 1971–1981: Σκωτία, 43 (8)

Προπονητική καριέρα

  • 1994–1996: Rotherham United Football Club
  • 2005–2009: Εθνική Εφήβων Σκωτίας

 Τίτλοι

Ως ποδοσφαιριστής

Με την Derby County
  • Πρωτάθλημα Αγγλίας: 2 (1971/72, 1974/75)
  • Τσάριτι Σιλντ: 1975

Με την Nottingham Forest
  • Πρωτάθλημα Αγγλίας: 1977/78
  • Λιγκ Καπ Αγγλίας: 2 (1977/78, 1978/79)
  • Κύπελλο Πρωταθλητριών Ευρώπης: 1978/79

Ως προπονητής

Με την Rotherham United

  • Football League Trophy: 1995/96

Φερνάντο Ιέρο

Ο Ισπανός κεντρικός αμυντικός και αργότερα αμυντικός μέσος, Φερνάντο Ιέρο (Fernando Ruiz Hierro), γεννήθηκε στις 23 Μαρτίου του 1968, στην Μάλαγα. Έγινε γνωστός από την αγωνιστική του παρουσία με τη Ρεάλ Μαδρίτης και την εθνική ομάδα της Ισπανίας, παίζοντας σε περισσότερα από 500 επίσημα παιχνίδια με την «Βασίλισσα» και αντιπροσωπεύοντας σχεδόν 90 φορές τη «φούρια ρόχα», ενώ εμφανίστηκε σε 4 Παγκόσμια Κύπελλα και 2 Ευρωπαϊκά Πρωταθλήματα. Εξίσου ικανότατος ως κεντρικός αμυντικός, ακόμα και σε ρόλο λίμπερο/«σκούπα» ή και αμυντικός μέσος, είχε τη δυνατότητα, στο αποκορύφωμα της καριέρας του, να συνδυάζει το εξαιρετικό του αμυντικό παιχνίδι με ένα σχεδόν απεριόριστο εύρος μεταβιβάσεων, καθώς και ένα εκπληκτικό ταλέντο στο σκοράρισμα, προσόντα που τον έκαναν έναν από τους παγκοσμίως πιο περιζήτητους παίκτες. Με τους «μερέγκες», κατέκτησε 5 τίτλους της ισπανικής La Liga και 3 τρόπαια UEFA Champions League κατά τη διάρκεια της σχεδόν 15ετούς καριέρας του. έπαιξε για ένα χρόνο στο Κατάρ και επέστρεψε στην Ευρώπη, για λογαριασμό της Μπόλτον, απ΄ όπου αποσύρθηκε το 2005. 


Έμαθε τα μυστικά της μπάλας στην ερασιτεχνική Βέλεθ-Μάλαγα και στα τμήματα υποδομής της Μάλαγα, ωστόσο πραγματοποίησε το επαγγελματικό του ντεμπούτο την περίοδο 1987/88 με τα χρώματα της Ρεάλ Βαγιαδολίδ. Ανήκε δύο χρόνια στο δυναμικό της «Πουθέλα», παίρνοντας αρκετό χρόνο συμμετοχής (58 ματς/3 γκολ) και «πιάνοντας» εξαιρετική απόδοση. Τράβηξε πάνω του τα βλέμματα ισχυρότερων συλλόγων και αποκτήθηκε από την Ρεάλ Μαδρίτης.


Στη Ρεάλ εντάχθηκε το 1989 και με τα χρόνια εξελίχθηκε σε αδιαμφισβήτητο ηγέτη της αμυντικής γραμμής της «Βασίλισσας». Στην πρώτη κιόλας χρονιά, αν και αμυντικός, πέτυχε 7 γκολ και καθιερώθηκε στη βασική της ενδεκάδα. Η δυνατότητα του στο σκοράρισμα, παρά τη θέση του, συνεχίστηκε και στα επόμενα 3 χρόνια πέτυχε 44 γκολ! Με παρτενέρ τον Μάνουελ Σάντσις (Manuel Sanchis) έγιναν ένα από τα αποτελεσματικότερα αμυντικά «ζευγάρια» στην Ευρώπη. Με την «Βασίλισσα» κέρδισε... τα πάντα! 5 πρωταθλήματα, ένα Κύπελλο, 4 Σούπερ Καπ Ισπανίας, 3 Τσάμπιονς Λιγκ (1998 – 2000 - 2002), ένα ευρωπαϊκό Σούπερ Καπ και 2 Διηπειρωτικά Κύπελλα! Η συμβολή του σε όλες αυτές τις επιτυχίες ήταν αποφασιστική, πράγμα που μαρτυρούν οι αριθμοί του! Πήρε  μέρος σε 439 αναμετρήσεις των Μαδριλένων, και σημείωσε 102 τέρματα!


Στις 24 Μαρτίου του 2002 πέτυχε χατ τρικ εναντίον της Ρεάλ Σαραγόσα, με το τελικό σκορ να είναι 3-1. Παρόλα αυτά, το πρωτάθλημα εκείνη τη χρονιά πήγε στη Βαλένθια. Τη σεζόν αυτή, το 2003, αποδεσμεύθηκε από τους «μερένγκες», και έπαιξε για έναν χρόνο στην Αλ Ραγιάν του Κατάρ (19 συμμετοχές/3 γκολ). Στη Ρεαλ Μαδρίτης αγωνίστηκε για 14 σεζόν. Το στίγμα του, λόγω σταθερότητας και ικανότητας, ήταν μεγάλο καθώς όπως λένε ο αντικαταστάτης του ήταν δύσκολη υπόθεση. Επέστρεψε στη «Γηραιά Ήπειρο», αυτή τη φορά για λογαριασμό της αγγλικής Μπόλτον, στην οποία συνάντησε κι έναν παλιό του συμπαίκτη,  τον Ιβάν Κάμπο (Iván Campo). Αγωνίστηκε για μία σεζόν στους «τρότερς» και παρότι βρισκόταν σε... «προχωρημένη» ποδοσφαιρικά ηλικία, έκανε πολύ καλές εμφανίσεις και ήταν αναντικατάστατος στην ενδεκάδα τους (29 εμφανίσεις/ένα γκολ), κάτι που ανάγκασε τους φιλάθλους αλλά και τον τότε τεχνικό της ομάδας, Σαμ Άλαρνταϊς (Sam Allardyce), να τον... παρακαλέσουν να συνεχίσει για μία ακόμη χρονιά με τη φανέλα της! Ο σπουδαίος άσος, ωστόσο, προτίμησε να αποσυρθεί από την ενεργό δράση. Στις 10 Μαΐου του 2005, ανακοίνωσε ότι σταματάει το ποδόσφαιρο.


Χρίστηκε 89 φορές διεθνής και πέτυχε 29 γκολ. Αξιόλογο ποσοστό, αν υπολογίσει κανείς ότι πιο πάνω από τον Ιέρο βρίσκονται ΜΟΝΟ καθαρόαιμοι επιθετικοί όπως ο Ραούλ (Raúl González), ο Φερνάντο Τόρρες (Fernando Torres) και ο Νταβίντ Βίγια (David Villa)! Το ντεμπούτο του το πραγματοποίησε στις 20 Σεπτεμβρίου του 1989, σε μια φιλική νίκη με 1-0 επί της Πολωνίας στη Λα Κορούνια. Συμμετείχε σε τρία Παγκόσμια Κύπελλα (1994, 1998, 2002) και σε δύο Ευρωπαϊκά Πρωταθλήματα (1996, 2000). Συμπεριελήφθη στην αποστολή των «φούριας ρόχας» και για το Μουντιάλ του 1990, χωρίς όμως να χρησιμοποιηθεί σε κάποιο παιχνίδι.


Σήμερα ασχολείται με τον σχολιασμό ποδοσφαιρικών αγώνων ή των τεκταινομένων στο σπορ, ενώ από το 2007 ως το 2011 εργάστηκε ως αθλητικός διευθυντής της ποδοσφαιρικής Ομοσπονδίας της πατρίδας του. Τη σεζόν 2011/12 κατείχε το πόστο του υπευθύνου του ποδοσφαιρικού τμήματος στη Μάλαγα. Όμως αποχώρησε κι από εκεί, παρά την επιτυχημένη σεζόν της ομάδας, που κατάφερε να παίξει στο Τσάμπιονς Λιγκ και να τερματίσει 4η στο Πρωτάθλημα της Ισπανίας. Στις 10 του Ιουλίου του 2014, ονομάστηκε βοηθός προπονητή της Ρεάλ Μαδρίτης, αντικαθιστώντας τον Ζινεντίν Ζιντάν (Zinedine Zidane), - ο οποίος ανέλαβε τα ηνία της Ρεάλ Μαδρίτης Castilla – στο τιμ του Κάρλο Αντσελότι (Carlo Ancelotti). Από το 2016, είναι ο προπονητής της Ρεάλ Οβιέδο.




PALMARES

Περίοδος: Σύλλογος, Συμμετοχές (Γκολ)

Εφηβική καριέρα

  • 1980–1984: Vélez-Málaga
  • 1984: Club Deportivo Málaga
  • 1985–1987: Vélez-Málaga

Επαγγελματική καριέρα

  • 1987–1989: Real Valladolid Club de Fútbol, 58 (3)
  • 1989–2003: Real Madrid Club de Fútbol, 439 (102)
  • 2003/04: Al-Rayyan Sports Club, 19 (3)
  • 2004/05: Bolton Wanderers Football Club, 29 (1)

Σύνολο καριέρας: 545 (109)

Διεθνής

  • 1989/90: Εθνική Νέων Ισπανίας, 5 (2)
  • 1989–2002: Ισπανία, 89 (29)

Προπονητική καριέρα

  • 2014/15: Real Madrid Club de Fútbol (βοηθός)
  • 2016-    : Real Oviedo


Τίτλοι

Συλλογικοί

Με την Real Madrid
  • UEFA Champions League: 3 (1997/98, 1999–2000, 2001/02)
  • Διηπειρωτικό Κύπελλο: 2 (1998, 2002)
  • Ευρωπαϊκό  Super Cup: 2002
  • Πρωτάθλημα Ισπανίας: 5 (1989/90, 1994/95, 1996/97, 2000/01, 2002/03)
  • Κύπελλο Ισπανίας: 1992/93
  • Σούπερ Καπ Ισπανίας: 4 (1990, 1993, 1997, 2001)

Με την Al Rayyan
  • Emir of Qatar Cup: 2003/04

Προσωπικές Διακρίσεις

  • Μέλος Επιλέκτων FIFA: 3 (1996, 1997, 1998)
  • Καλύτερος Αμυντικός της Χρονιάς από την UEFA: 1997/98
  • Μέλος Καλύτερης Ενδεκάδας της Χρονιάς από την Ένωση Ευρωπαίων Δημοσιογράφων Αθλητικού Τύπου: 2 (1996/97, 1997/98)
  • Μέλος Καλύτερης Ενδεκάδας Διοργάνωσης Παγκοσμίου Κυπέλλου: 2002



ΠΗΓΗ: balleto.gr

Δευτέρα, 27 Φεβρουαρίου 2017

Ίβιτσα Σούριακ

Ο Γιουγκοσλάβος, κροατικής καταγωγής, κεντρικός μέσος, Ίβιτσα Σούριακ (Ivan "Ivica" Šurjak), γεννήθηκε στις 23 Μαρτίου του 1953, στο Σπλιτ. Ήταν η κινητήρια δύναμη πίσω από την Χάιντουκ του Σπλιτ, στη «Χρυσή Γενιά» της, στη δεκαετία του 1970, οδηγώντας την στο γιουγκοσλαβικό πρωτάθλημα και στην ευρωπαϊκή διάκριση. Υπήρξε ένας από Μεγαλύτερους Ποδοσφαιριστές που ανέδειξε το γιουγκοσλαβικό ποδόσφαιρο, έχοντας ξεκινήσει από αριστερό μπακ, αλλά με τη πάροδο των ετών έμαθε να παίζει ολοκληρωτικό ποδόσφαιρο, το πρότυπο του ποδοσφαιριστή που μπορεί να αγωνιστεί σε κάθε θέση με την ίδια επιτυχία. Διακρίθηκε με την ταχύτητά του, τη εξαιρετική του ντρίμπλα, το ιδιαίτερα δυνατό σουτ και την αντοχή του. Έπαιξε 54 παιχνίδια για την εθνική ομάδα της Γιουγκοσλαβίας. Σε συλλογικό επίπεδο, αγωνίστηκε επίσης στη Παρί Σεν Ζερμέν, την Ουντινέζε και τη Ρεάλ Σαραγόσα. Υπηρέτησε και ως αθλητικός διευθυντής στην Χάιντουκ από το 1999 έως το 2003.


Ξεκίνησε με το ποδόσφαιρο το 1964. Στις 9 Σεπτεμβρίου του 1970, έπαιξε το πρώτο παιχνίδι του με την Χάιντουκ, ένα φιλικό αγώνα εναντίον της Ομίς (4- 0). Έκανε το επαγγελματικό του ντεμπούτο με την Χάιντουκ, στην πρώτη κατηγορία της Γιουγκοσλαβίας, στις 3 Οκτωβρίου του 1971, σ’ ένα παιχνίδι με την Παρτιζάν Βελιγραδίου, πετυχαίνοντας το νικητήριο γκολ (2-1). Από τότε, υπήρξε βασικό μέλος της μεγάλης γενιάς της Χάιντουκ που κατέγραψε εξαιρετικά αποτελέσματα στο γιουγκοσλαβικό πρωτάθλημα. Στα επόμενα χρόνια, κέρδισε 3 φορές το πρωτάθλημα και 5 φορές το Κύπελλο Γιουγκοσλαβίας.


Ξεκίνησε ως αριστερός ακραίος αμυντικός, αλλά με το χρόνο έμαθε να παίζει σε όλες τις θέσεις, κυρίως του κέντρου, το πρότυπο του σύγχρονου ποδοσφαιριστή που μπορεί να παίξει σε όλες τις θέσεις εξίσου επιτυχημένα. Πολύ γρήγορος, παρόλο το ύψος του (1.90 m), με άριστους ελιγμούς και την κινητικότητα που τον διέκρινε, ήταν ο κινητήριος μοχλός για τις επιθέσεις της ομάδας του. Επιπλέον, έπαιξε τακτικά χωρίς σοβαρούς τραυματισμούς και ήταν πάντα γεμάτος ενέργεια και μαχητικότητα, τα συστατικά του ηγέτη και αρχηγού. Μέχρι το 1981, όταν και έφυγε από το Σπλιτ, συμμετείχε συνολικά σε 487 αγώνες της Χάιντουκ (εθνικούς και ευρωπαϊκούς), σκοράροντας 127 γκολ.


Συνέχισε την καριέρα του στη Παρί Σεν Ζερμέν, με κόστος 3 εκατομμύρια γαλλικά φράγκα, όντας ο πρώτος Κροάτης στο γαλλικό πρωτάθλημα. Παρέμεινε εκεί την περίοδο 1981/82, παίζοντας σε 33 αγώνες, πετυχαίνοντας 11 γκολ και κερδίζοντας το Κύπελλο Γαλλίας. Συνέχισε στην ιταλική Ουντινέζε, παίζοντας για μια περίοδο, το μισό από τον προβλεπόμενο στο συμβόλαιο χρόνο του, λόγω των μεταγραφών των βραζιλιάνων  Ζίκο (Arthur Antunes Coimbra, “Zico”) και Εντίνιο (Edino Nazareth Filho, “Edinho”), που έπιασαν και τις 2 θέσεις ξένων που επέτρεπε τότε ο κανονισμός. Για την Ουντινέζε έπαιξε σε 29 αγώνες και σκόραρε 2 γκολ. Την περίοδο 1984/85, αγωνίστηκε στην Ισπανία με τα χρώματα της Ρεάλ Σαραγόσα, σκοράροντας 2 γκολ σε 22 αγώνες. Στο τέλος αυτής της περιόδου, αποσύρθηκε και από την ενεργό δράση.
 

Για την Γιουγκοσλαβική εθνική ομάδα, έπαιξε για πρώτη φορά στις 6 Ιουνίου του 1973, στο 0-0 εναντίον της Ισπανίας στο Ζάγκρεμπ. Το πρώτο του γκολ για το αντιπροσωπευτικό συγκρότημα, το πέτυχε κατά της Ελλάδας, για  τα προκριματικά του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1974, στη νίκη με 4-2 για τη Γιουγκοσλαβία. Στο Παγκόσμιο Κύπελλο, στη Γερμανία, έπαιξε σε 5 αγώνες και σκόραρε 2 γκολ. Συμμετείχε και στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα του 1976, αλλά και στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1982, χωρίς να σκοράρει. To τελευταίο αγώνα του για την εθνική ομάδα, τον έπαιξε στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1982 εναντίον της Ονδούρας, στις 24 Ιουνίου, στη νίκη για τους Γιουγκοσλάβους με σκορ 1-0. Συνολικά, αγωνίστηκε σε 54 παιχνίδια για τη Γιουγκοσλαβία, σκοράροντας 10 γκολ.


Από το 1999 έως το 2003, ήταν ο αθλητικός διευθυντής της Χάιντουκ και από τον Απρίλιο του 2007, έχει τα καθήκοντα του γενικού διευθυντή του συλλόγου. Τον Ιούλιο του 1999, κατά την οδήγηση ενός ταχύπλοου σκάφους κοντά στις ακτές της Trogir (Κροατία), τραυμάτισε θανάσιμα έναν κολυμβητή, τον Μίροσλαβ Ντίντακ, ο οποίος πέθανε λίγες μέρες μετά το ατύχημα, ενώ ήταν σε κώμα στην εντατική μονάδα του νοσοκομείου Firule. Αργότερα, απαλλάχθηκε από κάθε κατηγορία.




PALMARES

Περίοδος: Σύλλογος, Συμμετοχές (Γκολ)

Επαγγελματική καριέρα

  • 1971–1981: Hrvatski Nogometni Klub Hajduk Split, 272 (52)
  • 1981/82: Paris Saint-Germain Football Club, 33 (11)
  • 1982/83: Udinese Calcio, 29 (2)
  • 1984/85: Real Zaragoza, 22 (4)

Διεθνής

  • 1973–1982: Γιουγκοσλαβία, 54 (10)



Τίτλοι

Με την  Hajduk Split
  • Πρωτάθλημα Γιουγκοσλαβίας: 3 (1974, 1975, 1979) και επιλαχών: 2 (1976, 1981)
  • Κύπελλο Γιουγκοσλαβίας: 5 (1972, 1973, 1974, 1976, 1977)

Με την Paris SG
  • Κύπελλο Γαλλίας: 1982

Προσωπικές Διακρίσεις


  • Παίκτης της Χρονιάς για την Γιουγκοσλαβία: 1976

Όλεγκ Κουζνέτσοφ

Ο Σοβιετικός, ουκρανικής καταγωγής κεντρικός αμυντικός και αργότερα λίμπερο, Όλεγκ Κουζνέτσοφ (Oleh Volodymyrovych Kuznetsov), γεννήθηκε στις 22 Μαρτίου του 1963, στο Μαγδεμβούργο της τότε, Ανατολικής Γερμανίας. Άρχισε να παίζει ποδόσφαιρο όταν ήταν οκτώ ετών, ωστόσο, δεν ήταν μέχρι τα 20 όταν το ταλέντο του έγινε αντιληπτό από τους ανθρώπους της Ντιναμό Κιέβου. Έμεινε στη Ντιναμό μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1990, όταν μεταγράφηκε στη Ρέιντζερς Γλασκώβης. Μετά από θητεία τεσσάρων ετών, που εμποδίστηκε από πολλούς τραυματισμούς, πήγε στην ισραηλινή Μακάμπι Χάιφα για να παίξει για μία σεζόν. Επέστρεψε στην Ουκρανία για να τελειώσει την καριέρα του με την ΤΣΣΚΑ-Μπόριφσεν Κιέβου. Αποσύρθηκε το 1997. Εμφανίστηκε σε 63 παιχνίδια για την ΕΣΣΔ με ένα γκολ και τρεις φορές για την Ουκρανία. Ήταν φιναλίστ με την ΕΣΣΔ στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα του 1988 και έπαιξε στα Παγκόσμια Κύπελλα του 1986 και του 1990 με την Κοινοπολιτεία Ανεξαρτήτων Κρατών στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα του 1992.


Ξεκίνησε να παίζει ποδόσφαιρο στα 8 του χρόνια και έμαθε τα μυστικά της μπάλας στα τμήματα υποδομής της ουκρανικής Ντέσνα Τσερνιχίφ, υπογράφοντας επαγγελματικό συμβόλαιο μαζί της το 1981. Ένα χρόνο αργότερα κι αφού είχε ήδη εντυπωσιάσει με την απόδοσή του, τον εντόπισαν τα «λαγωνικά» της μεγάλης Ντιναμό Κιέβου και τον έφεραν στην ομάδα. Ανήκε στους «κυανόλευκους» έως τον Σεπτέμβριο του 1990. Σε αυτό το διάστημα, χρησιμοποιήθηκε σε 181 συναντήσεις, σκόραρε 5 γκολ, κατέκτησε 3 πρωταθλήματα και ισάριθμα Κύπελλα Σοβιετικής Ένωσης, αλλά και το Κύπελλο Κυπελλούχων Ευρώπης του 1986.


Όταν ο κύκλος του στη Ντιναμό έκλεισε, επέλεξε να δοκιμάσει την τύχη του στη Σκοτία και στους Ρέιντζερς Γλασκόβης. Τραυματίστηκε στους χιαστούς συνδέσμους, στο δεύτερο παιχνίδι του εναντίον της Σεντ Τζόνστον και δεν έπαιξε πάλι για μια πλήρη σεζόν. Νέοι παίκτες είχαν μεταγραφεί, εν τω μεταξύ και δεν ήταν ποτέ ξανά πρώτη επιλογή. Έμεινε στην Γλασκόβη ως το 1994, καταγράφοντας 35 παρουσίες με τα χρώματά τους, με ένα τέρμα, λόγω συνεχόμενων σοβαρών τραυματισμών. Χάρηκε με τους «Τζερς» 4 πρωταθλήματα, 2 Κύπελλα και 3 Λιγκ Καπ Σκοτίας.


Αφού αποδεσμεύθηκε από τους Ρέιντζερς, αγωνίστηκε για μία σεζόν στην ισραηλινή Μακάμπι Χάιφα, κερδίζοντας μαζί της το Κύπελλο Ισραήλ. Κατόπιν, γύρισε στην Ουκρανία για λογαριασμό της ΤΣΣΚΑ Κιέβου (η σημερινή Άρσεναλ Κιέβου), όπου και κρέμασε τα παπούτσια του, το 1997. Ήταν στην 11η θέση στη ψηφοφορία για Ευρωπαίος Ποδοσφαιριστής της Χρονιάς το 1988 και στην 17η θέση το 1989.


Υπήρξε για μία εξαετία, βασικότατο στέλεχος της εθνικής της Σοβιετικής Ένωσης. Χρίσθηκε 63 φορές διεθνής με την ΕΣΣΔ, σημειώνοντας ένα γκολ. Πήρε μέρος σε δύο Ευρωπαϊκά Πρωταθλήματα (1988, 1992) και σε ισάριθμα Παγκόσμια Κύπελλα (1986, 1990). Όταν η ΕΣΣΔ διαλύθηκε, επέλεξε να εκπροσωπήσει την Ουκρανία, αλλά λόγω του ότι βρισκόταν ήδη στη δύση της καριέρας του, συμμετείχε μόνο σε 3 αγώνες με την Ουκρανία.


Αφότου αποσύρθηκε από την ενεργό δράση, συνέχισε να προσφέρει στο ποδόσφαιρο από το πόστο του προπονητή. Ξεκίνησε το 1998, από την τελευταία ομάδα που έπαιξε επαγγελματικά, τη ΤΣΣΚΑ Κιέβου, αρχικά ως βοηθός και έγινε επικεφαλής προπονητής για τη σεζόν 2001/02. Κινήθηκε προς το προπονητικό επιτελείο της Ντιναμό Κιέβου και είναι σήμερα στο προπονητικό επιτελείο της ουκρανικής εθνικής ομάδας, έχοντας διατελέσει προπονητής σε όλες τις παιδικές και εφηβικές ομάδες της Ουκρανίας. Ως προπονητής, ήταν μέλος της Ουκρανικής εθνικής ομάδας που έφτασε στα προημιτελικά του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 2006 στη Γερμανία.

PALMARES

Περίοδος: Σύλλογος, Συμμετοχές (Γκολ)
Εφηβική καριέρα
  • 1971–1980: Sporting Football Club Desna Chernihiv

 Επαγγελματική καριέρα

  • 1981/82: Sporting Football Club Desna Chernihiv, 86 (0)
  • 1983–1990: Football Club Dynamo Kyiv, 181 (5)
  • 1990–1994: Rangers Football Club, 35 (1)
  • 1994/95: Maccabi Haifa Football Club, 6 (0)
  • 1995–1997: FC Central Sports Club of the Army Kyiv, 11 (1)

Σύνολο καριέρας: 247 (7)

Διεθνής

  • 1986–1991: Σοβιετική Ένωση, 58 (1)
  • 1992: Κοινοπολιτεία Ανεξαρτήτων Κρατών, 5 (0)
  • 1992–1994: Ουκρανία, 3 (0)

Προπονητική καριέρα

  • 1998–2001: FC Central Sports Club of the Army Kyiv (βοηθός)
  • 2001/02: Football Club Arsenal Kyiv
  • 2002–2004: Football Club Dynamo Kyiv (βοηθός)
  • 2002–2007: Ουκρανία (βοηθός)
  • 2008: Football Club Moscow (βοηθός)

Τίτλοι

Ως ποδοσφαιριστής

Με την Dynamo Kyiv
  • Κύπελλο Κυπελλούχων Ευρώπης: 1985/86
  • Πρωτάθλημα Σοβιετικής Ένωσης: 3 (1985, 1986, 1990)
  • Κύπελλο Σοβιετικής Ένωσης: 3 (1985, 1987, 1990)

Με την Rangers
  • Πρωτάθλημα Σκωτίας: 4 (1990/91, 1991/92, 1992/93, 1993/94)
  • Λιγκ Καπ Σκωτίας: 3 (1990/91, 1992/93, 1993/94)
  • Κύπελλο Σκωτίας: 1991/92

Διεθνείς

Με την Σοβιετική Ένωση
  • Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα: φιναλίστ 1988

Προσωπικές Διακρίσεις

  • Χρυσή Μπάλα: 11ος το 1988, 17ος το 1989

ΠΗΓΗ: balleto.gr 

Μπρούνο Τσιρίλο

Ο Ιταλός κεντρικός αμυντικός Μπρούνο Τσιρίλο (Bruno Cirillo), γεννήθηκε στις 21 Μαρτίου του 1977, στην Καστελαμάρε ντι Στάμπια, μια πόλη στη μητροπολιτική περιοχή της Νάπολι, περίπου 30 χλμ. νοτιοανατολικά της πρωτεύουσας της Καμπανίας. Έχοντας ξεκινήσει το 1994 από τη Ρετζίνα, έπαιξε για διάφορους ιταλικούς συλλόγους, με σπουδαιότερη τη θητεία του στην Ίντερ του Μιλάνου, τη περίοδο 2000/01, για να έλθει το 2005 απ’ τα μέρη μας, για λογαριασμό της ΑΕΚ, με την οποία αγωνίστηκε για δύο σεζόν (2005-2007). 


Έφυγε για τη Λεβάντε στην Ισπανία, επέστρεψε για τέταρτη φορά στη Ρετζίνα και το καλοκαίρι του 2009 επανήλθε για δεύτερη φορά στο ελληνικό πρωτάθλημα, υπογράφοντας διετές συμβόλαιο με τον ΠΑΟΚ. Το 2012, είχε ένα μικρό πέρασμα από την Αλκή Λάρνακας, ενώ το δεύτερο μισό της σεζόν 2012/13, άνηκε στην γαλλική Μετς, επιστρέφοντας το 2013, με συμβόλαιο ενός έτους, στην ΑΕΚ. Δεν αγωνίστηκε ποτέ στην Εθνική Ιταλίας, έχοντας παίξει στην Εθνική Ελπίδων της, κατακτώντας το Ευρωπαϊκό πρωτάθλημα Ελπίδων του 2000. Την ίδια χρονιά αγωνίστηκε και με την Ολυμπιακή ομάδα της Ιταλίας στην Ολυμπιάδα του Σίδνεϊ.



Ξεκίνησε την καριέρα του στην ομάδα της Ρετζίνα το 1994, καθώς όμως δεν είχε συμμετοχές δόθηκε δανεικός στην Τρικάζε, ομάδα τρίτης κατηγορίας. Επέστρεψε στη Ρετζίνα το 1998 με την οποία κέρδισε την άνοδο στο Καμπιονάτο, το ντεμπούτο του στο οποίο έγινε στις 29 Αυγούστου 1999 σε αγώνα με τη Γιουβέντους (1-1) και σημείωσε το πρώτο του γκολ στην Serie A στις 19 Μαρτίου του 2000 στο Ολίμπικο της Ρώμης εναντίον της Ρόμα. Την περίοδο 2000/01 αγωνίστηκε στην Ίντερ (17 συμμετοχές στο πρωτάθλημα και 7 στο κύπελλο UEFA), ενώ στη συνέχεια άλλαζε διαδοχικά ομάδες (Λέτσε, Ρετζίνα, Σιένα).



Το 2005 αποκτήθηκε από την ΑΕΚ και γρήγορα έγινε ο αγαπημένος της κιτρινόμαυρης εξέδρας, λόγω του πάθους που έβγαζε στον αγωνιστικό χώρο. Είχε υπογράψει τριετές συμβόλαιο, ωστόσο, στις 29 Απριλίου του 2007 έπαιξε τον τελευταίο αγώνα του με την ΑΕΚ εναντίον της Skoda Ξάνθη στην ελληνική Super League. Αμέσως μετά το παιχνίδι, για το οποίο κέρδισε το βραβείο του Καλύτερου Παίκτη του αγώνα, ανακοίνωσε πως θα αποχωρήσει από το σύλλογο στο τέλος της σεζόν.


Στις 4 Ιουλίου 2007, υπέγραψε συμβόλαιο και αγωνίστηκε στο ισπανικό πρωτάθλημα με τη Λεβάντε. Τον Ιανουάριο του 2008, λόγω της αδυναμίας του συλλόγου να πληρώσει τους μισθούς. συμφώνησε, μαζί με τον συμπατριώτη του Μάρκο Στοράρι (Marco Storari) να αποδεσμευτεί, επιστρέφοντας στην Ιταλία για να αγωνιστεί για τέταρτη φορά στη καριέρα του στη Ρετζίνα. Τον Ιούνιο του 2009, επανήλθε για δεύτερη φορά στο ελληνικό πρωτάθλημα, υπογράφοντας διετές συμβόλαιο με τον ΠΑΟΚ.



Από το καλοκαίρι του 2012 έως τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους, είχε ένα μικρό πέρασμα από την κυπριακή Αλκή Λάρνακας, ενώ στις 28 Ιανουαρίου του 2013, υπέγραψε συμβόλαιο 6μηνης διάρκειας, για το δεύτερο μισό της ίδιας σεζόν (2012/13 με την γαλλική Μετς, με δικαίωμα μονομερούς ανανέωσης από τον γαλλικό σύλλογο. Κάτι τέτοιο δεν πραγματοποιήθηκε και στις 26 Αυγούστου του 2013, επέστρεψε μετά από μια εξαετία, με συμβόλαιο ενός έτους, στην ΑΕΚ. Το 2014, αγωνίστηκε στην Πούνε, στην Ινδία και έκλεισε την καριέρα του στην Ρετζίνα, εκεί απ’ όπου ξεκίνησε, το 2015.


Δεν αγωνίστηκε ποτέ στην Εθνική Ιταλίας. Αντίθετα αγωνίστηκε σε 11 αγώνες στην Εθνική Ελπίδων της Ιταλίας, με την οποία κατέκτησε το Ευρωπαϊκό πρωτάθλημα Ελπίδων του 2000, νικώντας στον τελικό 2-1 τη Τσεχία. Την ίδια χρονιά αγωνίστηκε και με την Ολυμπιακή ομάδα της Ιταλίας στην Ολυμπιάδα του Σίδνεϊ, με συμπαίκτες τους Τζιανλούκα Τζαμπρότα (Gianluca ZAMBROTTA), Τζενάρο Γκατούζο (Gennaro Gattuso), Αντρέα Πίρλο (Andrea Pirlo), Κριστιάνο Ζανέτι (Cristiano Zanetti), Μάσιμο Αμπροζίνι (Massimo Ambrosini), Κριστιάν Αμπιάτι (Christian Abbiati), Νίκολα Βέντολα (Nicola Ventola) κλπ. και προπονητή τον Μάρκο Ταρντέλι (Marco Tardelli).

Είναι παντρεμένος με την Ελληνίδα ηθοποιό και πρώην μοντέλο, Έλενα Ασημακοπούλου με την οποία έχουν αποκτήσει και μια κόρη, την Μαρία-Ροζάρια, που γεννήθηκε στις 13 Δεκεμβρίου 2010.


PALMARES

Περίοδος: Σύλλογος, Συμμετοχές (Γκολ)

Εφηβική καριέρα

  • Società Sportiva La Dominante Reggio Calabria (Reggina)

Επαγγελματική καριέρα

  • 1994-2000: Società Sportiva La Dominante Reggio Calabria, 49 (2)
  • 1996-1998: (δανεικός) → Associazione Sportiva Dilettantistica Atletico Tricase, 54 (4)
  • 2000/01: Football Club Internazionale Milano, 17 (0)
  • 2001-2005: Unione Sportiva Lecce, 32 (4)
  • 2002: (δανεικός) → Società Sportiva La Dominante Reggio Calabria, 10 (0)
  • 2003-2005: (δανεικός) → Società Sportiva Robur Siena, 54 (0)
  • 2005-2007: Αθλητική Ένωσις Κωνσταντινουπόλεως (ΑΕΚ), 62 (3)
  • 2007/08: Levante Unión Deportiva, 16 (0)
  • 2008: (δανεικός) → Società Sportiva La Dominante Reggio Calabria, 18 (0)
  • 2008/09: Società Sportiva La Dominante Reggio Calabria, 32 (0)
  • 2009-2012: Πανθεσσαλονίκειος Αθλητικός Όμιλος Κωνσταντινουπολιτών (ΠΑΟΚ ), 78 (6)
  • 2012: Αλκή Λάρνακας, 7 (0)
  • 2013: Football Club de Metz, 15 (0)
  • 2013/14: Αθλητική Ένωσις Κωνσταντινουπόλεως (ΑΕΚ), 3 (0)
  • 2014: Football Club of Pune City, 14 (0)
  • 2015: Società Sportiva La Dominante Reggio Calabria, 5 (0)

Διεθνής

  • 1999-2000: Εθνική Ελπίδων Ιταλίας, 11 (0)
  • 2000: Ολυμπιακή Ομάδα Ιταλίας, 4 (0)

Τίτλοι

Διεθνείς

Με την Ιταλία

  • 2000: Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα Ελπίδων