Παρασκευή, 21 Ιουλίου 2017

Κώστας Κωνσταντινίδης

Ο Έλληνας αμυντικός Κώστας Κωνσταντινίδης, γεννήθηκε στις 31 Αυγούστου του 1972, στο Σχόρντορφ, μια πόλη της Βάδης-Βιτερβέργης, ανατολικά της Στουτγάρδης. Ξεκίνησε από τον Πιερικό το 1991 και επόμενος του σταθμός ήταν ο ΟΦΗ του Ευγένιου Γκέραρντ, με τον οποίο έγινε γνωστός και διεθνής. Ψηλός, δυνατός, με καλή τεχνική και αντίληψη, πολύ καλός και σταθερός σε απόδοση, τον Δεκέμβριο του 1996 μεταγράφηκε στον Παναθηναϊκό, όπου οι πολύ καλές του εμφανίσεις τράβηξαν τα βλέμματα συλλόγων του εξωτερικού. Έτσι το 1999 πήρε μεταγραφή για τη Χέρτα Βερολίνου, για να ακολουθήσουν, η Μπόλτον (ως δανεικός από τη Χέρτα), το Αννόβερο και η Κολονία.Το 2005 επέστρεψε στην Ελλάδα και στον ΟΦΗ όπου αγωνίστηκε έως το 2007 και κρέμασε τα παπούτσια του το 2008 με την Νέα Σαλαμίνα στην Κύπρο. Με την εθνική Ελλάδος αγωνίστηκε από το 1995 έως το 2003 σε 38 αγώνες σημείωσε ένα τέρμα. Παρότι συμμετείχε στους προκριματικούς αγώνες για το Euro του2004, δεν ήταν στις επιλογές του Ότο Ρεχάγκελ για την τελική 23άδα που ταξίδεψε στην Πορτογαλία.


Πρωτοξεκίνησε να παίζει μπάλα στη γενέτειρά του, ενώ αργότερα πέρασε και από τις ακαδημίες της Στουτγάρδης. Στο 12ο έτος της ηλικίας του, η οικογένεια Κωνσταντινίδη επαναπατρίστηκε στην Ελλάδα και ο νεαρός εντάχθηκε στο δυναμικό της Ομόνοιας Σίνδου. Εκεί τον είδαν οι άνθρωποι του Πιερικού και τον έφεραν στην Κατερίνη. Οι εμφανίσεις του νεαρού αμυντικού με τον Πιερικό και σε επίπεδο μάλιστα Α’ Εθνικής, αφού τότε η ομάδα είχε προβιβαστεί στην ανώτερη κατηγορία, κίνησαν το ενδιαφέρον μεγαλύτερων ομάδων. Ο ΟΦΗ πλειοδότησε και τον απέκτησε το 1994. Ωριμότερος και σαφώς με περισσότερες παραστάσεις, δέσποζε στην αμυντική γραμμή των Ηρακλειωτών, πραγματοποιώντας εξαιρετικές εμφανίσεις στη τριετία του εκεί, με αποτέλεσμα, τον Δεκέμβριο του 1996, το άλμα στον Παναθηναϊκό, όπου καθιερώθηκε ως βασικός τόσο στο "τριφύλλι" όσο και στην εθνική ομάδα.


Και με τη φανέλα των «πρασίνων» εντυπωσίασε, η ομάδα όμως έμεινε μακριά από τους τίτλους. Του δόθηκε η ευκαιρία να παλέψει για τίτλους, αφού υπήρξε βασικό μέλος της 11άδας του «τριφυλλιού», ενώ αγωνιζόταν και στο Τσάμπιονς Λιγκ. Το 1999,  αποφάσισε να γυρίσει στη Γερμανία, για λογαριασμό της Χέρτα, σε μια μεταγραφή αξίας € 1.300.000. Ακολούθησαν 2 «γεμάτες» σεζόν με τη φανέλα της «Γηραιάς Κυρίας» του γερμανικού ποδοσφαίρου, σε συνολικά 41 αγώνες. Έκανε το ντεμπούτο του στις 15 Αυγούστου του 1999, στη νίκη με 5-2 επί της Χάνσα του Ρόστοκ. Το πρώτο του γκολ για τη Χέρτα, το πέτυχε τον Δεκέμβριο, εντός έδρας εναντίον της Μόναχο 1860. Η αξία του αναγνωρίστηκε και σ’ αυτό το υψηλό επίπεδο. Με τη σπουδαία εμπειρία και την αγωνιστικότητά του, πρόσφερε στους Βερολινέζους. Τραυματίστηκε, όμως και έφυγε δανεικός για την αγγλική Μπόλτον. Έπαιξε λίγο στους «Τρότερς», με επακόλουθο την επιστροφή στη Γερμανία.


Λίγο μετά την έναρξη της σεζόν 2002/03, υπέγραψε στο Ανόβερο για € 200.000 και έπαιξε στις 2 σεζόν του εκεί, σε 43 αγώνες πρωταθλήματος, για να να συνεχίσει, τη περίοδο 2004/05 στη Κολωνία. Το 2005 επέστρεψε εκεί όπου καθιερώθηκε, στον ΟΦΗ, μένοντας έως το 2007 και στη συνέχεια πήγε στην Κύπρο για λογαριασμό της Νέας Σαλαμίνας και με τα ερυθρόλευκα της ομάδας της Αμμοχώστου, κρέμασε οριστικά τα παπούτσια του το 2008.

Με την εθνική ομάδα της Ελλάδας, αγωνίστηκε από το 1995 έως το 2003 και αποτελούσε ένα από τα βασικά στελέχη της. Σε 38 αγώνες σημείωσε 1 τέρμα. Ντεμπουτάρισε με το εθνόσημο στο στήθος, στις 20 Σεπτεμβρίου του 1995, σ’ ένα φιλικό Ελλάδας-Γιουγκοσλαβίας (0-2). Συμμετείχε στους προκριματικούς αγώνες του Euro του 2004, όμως δεν ήταν στις επιλογές του Ότο Ρεχάγκελ (Otto Rehhagel) για την τελική 23άδα που ταξίδεψε στην Πορτογαλία.


Όταν τελείωσε η σταδιοδρομία του στα γήπεδα, η Ξάνθη ήταν ο σύλλογος που τον ενέταξε στο τεχνικό τιμ της, το καλοκαίρι του 2009, χρίζοντάς τον βοηθό του τότε προπονητή της, Γερμανού Βόλφγκανγκ Βολφ (Wolfgang Wolf). Πλέον, κατέχει το πόστο του σκάουτερ της Ξάνθης!

PALMARES

Περίοδος: Σύλλογος, Συμμετοχές (Γκολ)

 Εφηβική καριέρα

  • ·         1979–1983: Sportgemeinschaft Schorndorf
  • ·         1983–1985: Verein für Bewegungsspiele Stuttgart 1893
  • ·         1985–1991: Φιλοπροοδευτικός Σύλλογος Ομόνοια Σίνδου


Επαγγελματική καριέρα

  • ·         1991-1994: Σύνδεσμος Φιλάθλων Κατερίνης Πιερικός, 82 (4)
  • ·         1994-1996/97α: Όμιλος Φιλάθλων Ηρακλείου (ΟΦΗ), 65 (7)
  • ·         1996/97β-1999: Παναθηναϊκός Αθλητικός Όμιλος, 60 (7)
  • ·         1999-2002/03α: Hertha Berliner Sport-Club, 48(2)
  • ·         2002: (δανεικός) → Bolton Wanderers Football Club, 3 (0)
  • ·         2002/03β-2004: Hannoverscher Sportverein von 1896, 43 (3)
  • ·         2004/05: 1. Fußball-Club Köln 01/07, 14 (1)
  • ·         2005-2007: Όμιλος Φιλάθλων Ηρακλείου (ΟΦΗ), 35 (1)
  • ·         2007/08: Νέα Σαλαμίνα Αμμοχώστου, 6 (0)

Σύνολο καριέρας, 356    (25)

Διεθνής

  • ·         1995-2003: Ελλάδα, 38 (1)



ΠΗΓΗ: balleto.gr

Λεωνίδας Βόκολος

Ο Έλληνας κεντρικός αμυντικός Λεωνίδας Βόκολος, γεννήθηκε στις 31 Αυγούστου του 1970, στην Αθήνα. Έχοντας ξεκινήσει την επαγγελματική του καριέρα το 1986 στον Πανιώνιο, αγωνίστηκε στην ομάδα της Νέας Σμύρνης για 12 χρόνια, με κορυφαία του στιγμή, τη κατάκτηση του Κυπέλλου το 1998, ενώ είχε αγωνιστεί και στον τελικό του 1989. Συνέχισε για πέντε χρόνια στον Παναθηναϊκό και ακολούθησαν 2 χρόνια στον ΠΑΟΚ, αργότερα στην Καλλιθέα και στο κυπριακό πρωτάθλημα με τον Α.Π.Ο.Π. Κινύρας Πέγειας, έως το 2007 που σταμάτησε. Συνεπής ποδοσφαιριστής, αθόρυβος, δουλευταράς, μαζί με τον Γιάννη Γκούμα και τον Ρενέ Χένρικσεν (René Henriksen), αποτέλεσε μια εξαιρετικά αξιόπιστη λύση στην άμυνα των «πρασίνων» στη 5ετία του στο «τριφύλλι»! Ντεμπούτο του με την εθνική Ελλάδος έκανε το 1998 επί Άνχελ Ιορντανέσκου (Anghel Iordănescu) και με τη γαλανόλευκη φανέλα αγωνίστηκε συνολικά 7 φορές σημειώνοντας και ένα τέρμα, μέχρι το 2001.


Έκανε τα πρώτα ποδοσφαιρικά του βήματα στον Πανιώνιο και τον Σεπτέμβριο του 1986, σ’ ένα παιχνίδι κόντρα στην ΑΕΚ, πραγματοποίησε το ντεμπούτο του, αγωνιζόμενος για 72 λεπτά στην αναμέτρηση, που έληξε ισόπαλη 1-1. Ωστόσο, στη συνέχεια έπρεπε να περιμένει 4 χρόνια για να αγωνιστεί και πάλι, αλλά μόλις για 14 λεπτά σ’ ένα ματς κόντρα στην Παναχαϊκή. Η καθιέρωση στους «κυανέρυθρους» ήλθε λίγο καιρό αργότερα. Τον Φεβρουάριο του 1992 έπαιξε το πρώτο του 90λεπτο με την ομάδα της Νέας Σμύρνης, κόντρα στον ΟΦΗ και στη συνέχεια, έγινε βασικό μέλος της ομάδας. Τον Μάιο του ίδιου έτους σκόραρε το πρώτο τέρμα της καριέρας του κόντρα στον Λεβαδειακό. Τα επόμενα 6 χρόνια στον Πανιώνιο, μαζί με τον Τάκη Φύσσα, ήταν από τα βασικά μέλη της αμυντικής γραμμής της ομάδας. Με τους «κυανέρυθρους» κατέκτησε κόντρα στον Παναθηναϊκό, το Κύπελλο Ελλάδας της σεζόν 1997/98, φτάνοντας τις 8 συμμετοχές στη διοργάνωση, ενώ με δικό του γκολ κόντρα στον ΠΑΟΚ στα ημιτελικά, ο Πανιώνιος πήρε το εισιτήριο για τον τελικό! Συνολικά, στην ομάδα της Νέας Σμύρνης αγωνίστηκε για 12 χρόνια, συμπληρώνοντας 203 συμμετοχές στο  πρωτάθλημα.


Μετά και τον πρώτο του τίτλο της καριέρας του, μετακόμισε στην Παιανία, με τον  Παναθηναϊκό να τον αποκτά ελεύθερο, το καλοκαίρι του 1998. Έκανε το ντεμπούτο του, στο παιχνίδι με την Προοδευτική, τον Αύγουστο του 1998, στη νίκη με 2-1. Οι καλές συμμετοχές στο «τριφύλλι» συνεχίστηκαν και τον Νοέμβριο του ίδιου έτους πήρε τη πρώτη κλήση για την Εθνική ομάδα. Στην πρώτη του σεζόν στο τριφύλλι, με τον Βασίλη Δανιήλ, έπαιξε και παιχνίδια στο Champions League. Την πρώτη του χρονιά στον Παναθηναϊκό έφτασε και πάλι σε τελικό Κυπέλλου, αλλά και τότε οι «πράσινοι» χάνουν με τον ίδιο βασικό, από τον Ολυμπιακό. Το ευρωπαϊκό του ντεμπούτο έγινε τον Σεπτέμβριο του 1998, σ’ ένα παιχνίδι κόντρα στην Ντιναμό Κιέβου, ενώ τον Νοέμβριο του ίδιου έτους πέτυχε το πρώτο του τέρμα στην Ευρώπη και χάρισε τη νίκη στους «πράσινους» κόντρα στη Λανς στη φάση των ομίλων του Τσάμπιονς Λιγκ. Στον Παναθηναϊκό έμεινε για ακόμα 4 χρόνια με γεμάτες χρονιές, με εξαίρεση ίσως τις δύο τελευταίες. Ωστόσο, με το «τριφύλλι» δεν κατάφερε να πανηγυρίσει κάποιον τίτλο. Το 2000/01 έκανε τις περισσότερες συμμετοχές του στην Ευρώπη (13), όταν με τον Άγγελο Αναστασιάδη στον πάγκο, έφτιαξε μια ιδανική τριπλέτα, μαζί με τον Ρενέ Χένρικσεν και τον Γιάννη Γκούμα. Ο Παναθηναϊκός τότε προκρίθηκε στη δεύτερη φάση των ομίλων του Champions League, στηρίζοντας πολλά στην αμυντική του λειτουργία και την εξαιρετική συνεργασία που υπήρχε στα μετόπισθεν.


Η επόμενη σεζόν βρήκε τον Παναθηναϊκό μεν πρωταθλητή, αλλά τον Βόκολο στον ΠΑΟΚ! Το καλοκαίρι του 2003 έφυγε από τους «πράσινους», σε μια χρονιά ανακατατάξεων και αμέσως βρήκε τον νέο του σταθμό στην Θεσσαλονίκη και στον ΠΑΟΚ. Εκεί έμεινε ενάμιση χρόνο, έχοντας 28 συμμετοχές την πρώτη περίοδο και 11 την 2η στο πρωτάθλημα, χωρίς και πάλι να καταφέρει να κατακτήσει τίτλο. Πέτυχε ακόμα 2 τέρματα στην Ευρώπη, τα οποία ήταν και τα τελευταία του. Στα 34 του πλέον, τον χειμώνα του 2005, αποχώρησε από τον ΠΑΟΚ για την Καλλιθέα, όπου και πάλι έμεινε για ενάμιση χρόνο, με την πορεία του όμως να είναι πτωτική. Έτσι, τελευταίος του σταθμός είναι ο ΑΠΟΠ Κινύρας στην Κύπρο! Εκεί αγωνίστηκε την πρώτη του μισή χρονιά 12 φορές στην Α’ κατηγορία, με την ομάδα του να υποβιβάζεται και την επόμενη και τελευταία του χρονιά στα γήπεδα, αγωνίζεται 24 φορές σημειώνοντας 6 τέρματα...


Υπήρξε μέλος των εθνικών ομάδων Νέων (1987/88) και Ελπίδων. Το ντεμπούτο του με την εθνική ομάδα της Ελλάδας, πραγματοποιήθηκε στις 18 Νοεμβρίου του 1998, στην εκτός έδρας ισοπαλία 0-0 με  την Αλβανία, για την προκριματική φάση του Euro του 2000, όταν υπό τις οδηγίες του Άνχελ Ιορντανέσκου (Anghel Iordănescu), πέρασε σαν αλλαγή στη θέση του Νίκου Νταμπίζα λίγο πριν το τέλος της αναμέτρησης. Με τη γαλανόλευκη φανέλα αγωνίστηκε συνολικά 7 φορές σημειώνοντας και ένα τέρμα, το διάστημα μεταξύ 1998-2001.


Το 2007 κρέμασε τα ποδοσφαιρικά του παπούτσια και ξεκίνησε καριέρα στη προπονητική. Ο Παναθηναϊκός του πρότεινε θέση στις ακαδημίες της ομάδας και ανέλαβε το 2008 προπονητής στα μικρά τμήματα. Εκεί έμεινε μέχρι το 2010, πριν μετακομίσει στην Εθνική ομάδα. Ανέλαβε την Εθνική Παίδων με την οποία πήρε την πρόκριση για το Ευρωπαϊκό πρωτάθλημα Κ17 και το 2011 ανέλαβε την Εθνική Νέων την οποία και πάλι προκρίθηκε στην τελική φάση του Ευρωπαϊκού πρωταθλήματος Κ19. Μετά και από αυτή την επιτυχία, τον Αύγουστο του 2011, ο Φερνάντο Σάντος (Fernando Manuel Fernandes da Costa Santos) τον πήρε μαζί του στην Εθνική ομάδα. Βοηθός του Πορτογάλου, ήταν παρών στο Euro του 2012, αλλά και στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 2014.


Μετά από το Μουντιάλ της Βραζιλίας, το συμβόλαιο του με την Εθνική δεν ανανεώθηκε και μαζί με τον Τάκη Φύσσα αποχώρησαν και πάλι, όπως είχε συμβεί τόσο στον Πανιώνιο όσο και στον Παναθηναϊκό! Στις 11 Νοεμβρίου 2014 ανακοινώθηκε από τον Παναθηναϊκό ότι ανέλαβε καθήκοντα τεχνικού διευθυντή του συλλόγου, σε αντικατάσταση του αποχωρήσαντα Νίκου Νταμπίζα, όπου συνεργάστηκε και πάλι, από διαφορετικές όμως θέσεις, με τον συνεργάτη του στην εθνική ομάδα, Τάκη Φύσσα, διευθυντή ποδοσφαίρου τότε των «πράσινων», θέση από την οποία αποχώρησε τον Φεβρουάριο του 2016. Τον Αύγουστο του 2016 επέστρεψε στην προπονητική, για πρώτη φορά σε συλλογικό επίπεδο, ως πρώτος προπονητής, αναλαμβάνοντας τον Παναιγιάλειο.

PALMARES

Περίοδος: Σύλλογος, Συμμετοχές  (Γκολ)

Επαγγελματική καριέρα

  • ·         1986-1998: Πανιώνιος Γυμναστικός Σύλλογος Σμύρνης, 203 (15)
  • ·         1998-2003: Παναθηναϊκός Αθλητικός Όμιλος, 90 (5)
  • ·         2003-2005: Πανθεσσαλονίκειος Αθλητικός Όμιλος Κωνσταντινουπολιτών (ΠΑΟΚ), 39 (0)
  • ·         2005/06: Γυμναστικός Σύλλογος Καλλιθέα, 23 (1)
  • ·         2006/07: Αθλητικός Ποδοσφαιρικός Όμιλος Πέγειας (ΑΠΟΠ) Κινύρας, 12 (0)

Σύνολο καριέρας: 367 (21)

Διεθνής

  • ·         1998-2001: Ελλάδα, 7 (1)

Προπονητική καριέρα  

  • ·         2010/11: Εθνική Παίδων Ελλάδας U17
  • ·         2011: Εθνική Νέων Ελλάδας U19
  • ·         2011-2014: Ελλάδα (βοηθός)

Τίτλοι

Συλλογικοί

Με τον Πανιώνιο
  • ·         Κύπελλο Ελλάδος: 1997/98



ΠΗΓΗ: gazzetta.gr

Λιούμποσλαβ Πένεφ

Ο Βούλγαρος κεντρικός επιθετικός Λιούμποσλαβ Πένεφ (Lyuboslav Mladenov Penev), γεννήθηκε στις 31 Αυγούστου του 1966, στο Ντόμπριχ, μια πόλη στη βορειοανατολική Βουλγαρία, 30 χλμ. από τις δυτικές ακτές της Μαύρης Θάλασσας, βόρεια της Βάρνα. Έχοντας ξεκινήσει από την ΤΣΣΚΑ Σόφιας, έκανε το ντεμπούτο του το 1984 και υπήρξε ένας από τους πιο επικίνδυνους στράικερ, που φάνηκαν στα ευρωπαϊκά γήπεδα τη δεκαετία του 1990! Ψηλός (1,88 μ.), δύσκολος να αντιμετωπιστεί στον αέρα, γεροδεμένος, δυνατός, ιδιαίτερα μαχητικός, δεν έχανε την ευκαιρία να σκοράρει. Με την ΤΣΣΚΑ κατέκτησε 2 πρωταθλήματα και 4 Κύπελλα Βουλγαρίας, ενώ ψηφίστηκε και ως Βούλγαρος Ποδοσφαιριστής της Χρονιάς το 1988. Το 1989, πήγε στο ισπανικό πρωτάθλημα, παίζοντας για 4 διαφορετικούς συλλόγους, την Βαλένθια, την Ατλέτικο Μαδρίτης, την Κομποστέλα και την Θέλτα του Βίγκο, με σημαντικότερη των ισπανικών χρόνων, την σεζόν 1995/96 με την Ατλέτικο, όντας ο πιο αποτελεσματικός παίκτης της ομάδας που κατέκτησε το double, σκοράροντας 22 γκολ σε 44 αγώνες σε όλες τις εθνικές διοργανώσεις. Έκανε 62 διεθνείς εμφανίσεις, σκοράροντας 13 γκολ και εκπροσώπησε τη Βουλγαρία στο Euro του 1996 και στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1998. Δεν μπόρεσε να συμμετάσχει στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1994, καθώς είχε διαγνωστεί με καρκίνο των όρχεων απ’ τις αρχές εκείνης της χρονιάς.


Πραγματοποίησε το επαγγελματικό του ντεμπούτο το 1984, όταν ήταν μόλις 18 ετών, με τα χρώματα της ΤΣΣΚΑ Σόφιας. Στους «κόκκινους» έμεινε έως το 1991 και κατά τη διάρκεια αυτών των ετών, υπήρξε συμπαίκτης με εξέχοντα μέλη της «Χρυσής Γενιάς» του βουλγάρικου ποδοσφαίρου, όπως ο αμυντικός Τρίφον Ιβάνοφ (Trifon Marinov Ivanov), ο εξτρέμ Εμίλ Κοσταντίνοφ (Emil Lubtchov Kostadinov) και ο επιθετικός Χρίστο Στόιτσκοφ (Hristo Stoichkov)! Πέτυχε 80 γκολ σε 101 ματς, κατακτώντας 2 πρωταθλήματα (1987, 1989), 4 Κύπελλα (1985, 1987, 1988, 1989) και ένα Σούπερ Καπ Βουλγαρίας (1989), αναδεικνυόμενος και καλύτερος ποδοσφαιριστής στη χώρα του για το 1988!


Το 1989, μετά την εδραίωσή του στο στερέωμα του βουλγάρικου ποδοσφαίρου, έκανε ένα σημαντικό βήμα στην καριέρα του με την κίνηση του να πάει στο Ισπανικό Πρωτάθλημα, υπογράφοντας στη Βαλένθια. Αποτέλεσε για 6 συνεχόμενες σεζόν χρησιμότατο στέλεχος των «νυχτερίδων», καταγράφοντας 167 συμμετοχές και 67 τέρματα στο πρωτάθλημα ενώ συνολικά σε όλες τις διοργανώσεις, σκόραρε 101 τέρματα σε 226 παιχνίδια με τα χρώματά τους. Επόμενος «σταθμός» του, ήταν η Ατλέτικο Μαδρίτης, όταν στη μία και μοναδική χρονιά του στους «ροχιμπλάνκος», τη περίοδο 1995/96, χάρηκε το νταμπλ, όντας ο πιο αποτελεσματικός παίκτης της ομάδας, σκοράροντας 22 γκολ σε 44 παιχνίδια, συμπεριλαμβανομένων αγώνων σε πρωτάθλημα και κύπελλο!


Μεταγράφηκε στην Κομποστέλα, που τότε μετείχε στην Πριμέρα Ντιβισιόν, παίζοντας για δύο περιόδους στους «Κόμπος», παίρνοντας πολύ χρόνο συμμετοχής, παίζοντας σε 69 αγώνες και ανταποδίδοντας την εμπιστοσύνη που του έδειξε η τεχνική ηγεσία τους, σκοράροντας 32 γκολ. Αγωνίστηκε για μια χρονιά, τη σεζόν 1998/99, στη Θέλτα του Βίγκο με πολύ καλά στατιστικά, σκοράροντας 14 γκολ σε 32 ματς και στη συνέχεια επαναπατρίστηκε για χάρη της ΤΣΣΚΑ Σόφιας. Η δεύτερη θητεία στους πρωτευουσιάνους διήρκεσε 12 μήνες, με συμμετοχή σε 22 ματς, επιτυγχάνοντας 8 γκολ και όταν αυτή ολοκληρώθηκε, μετακόμισε στη Λοκομοτίβ του Πλοβντίβ, ως παίκτης της οποίας κρέμασε τα παπούτσια του το 2002. Συνολικά, κατά τη διάρκεια της καριέρας του έπαιξε σε 487 αγώνες εθνικών διοργανώσεων (πρωτάθλημα και Κύπελλο) και σκόραρε 257 γκολ.

Χρίσθηκε 62 φορές διεθνής και πέτυχε 13 τέρματα. Πήρε μέρος στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα του 1996 στην Αγγλία και στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1998 στα γαλλικά γήπεδα. Δεν μπόρεσε να συμμετάσχει στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1994, καθώς την άνοιξη εκείνης της χρονιάς, λίγο πριν το Παγκόσμιο Κύπελλο στις Ηνωμένες Πολιτείες, διαγνώστηκε με καρκίνο στα γεννητικά του όργανα! Δείχνοντας συν τοις άλλοις τη δύναμη ψυχής που διέθετε, εγχειρίστηκε και επέστρεψε στην αγωνιστική δράση μετά από 10 μήνες. Αυτή η περιπέτεια όμως, κόστισε και τη παρουσία του στο Κορυφαίο Ποδοσφαιρικό Ραντεβού του πλανήτη, μια διοργάνωση στην οποία η απίθανη εκείνη εθνική Βουλγαρίας κατέκτησε την 4η θέση! Προπονητής εκείνης της ομάδας ήταν ο θείος του, ο Ντίμιταρ Πένεφ (Dimitar Dushkov Penev), ένας από τους Καλύτερους Βούλγαρους Όλων των Εποχών και κατά πολλούς, ο Καλύτερος Προπονητής που έβγαλε στην ιστορία της η γειτονική χώρα!


Από το 2009, ακολουθεί προπονητική καριέρα, έχοντας ξεκινήσει από τη ΤΣΣΚΑ Σόφιας. Οδήγησε τη Λίτεξ Λόβετς, βγάζοντάς την πρωταθλήτρια τη σεζόν 2010/11 και για τη επόμενη τριετία, μέχρι το 2014, ηγείτο της εθνικής Βουλγαρίας. Συνέχισε στη Μπότεφ, αποχωρώντας λόγω οικονομικών προβλημάτων, ξαναπήγε στη  ΤΣΣΚΑ Σόφιας, έφυγε για να αναλάβει την Λίτεξ Λόβετς και σήμερα βρίσκεται στην τεχνική ηγεσία της β’ ομάδας της Βαλένθια.


Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1990, διατηρούσε μια σχέση με τη supermodel Daniela Serdanova, με την οποία έχει αποκτήσει ένα γιο. Από το 2006, ζει με την Κριστίνα, με την οποία έχει ένα δεύτερο γιο και ζουν στη Σόφια.



PALMARES

Περίοδος: Σύλλογος, Συμμετοχές  (Γκολ)

 Επαγγελματική καριέρα

  • ·         1984–1989: Professional Football Club Central Sports Club of the Army (CSKA) Sofia, 101 (80)
  • ·         1989–1995: Valencia Club de Fútbol, 167 (67)
  • ·         1995/96: Club Atlético de Madrid, 37 (16)
  • ·         1996–1998: Sociedad Deportiva Compostela, 69 (32)
  • ·         1998/99: Real Club Celta de Vigo, 32 (14)
  • ·         2000/01: Professional Football Club Central Sports Club of the Army (CSKA) Sofia: 22 (8)
  • ·         2002: Professional Football Club Lokomotiv 1926 Plovdiv, 4 (0)

Σύνολο καριέρας: 432 (217)

Διεθνής

  • ·         1987–1998: Βουλγαρία, 62 (13)

 Προπονητική καριέρα

  • ·         2009/10: Professional Football Club Central Sports Club of the Army (CSKA) Sofia
  • ·         2010/11: Professional Football club Litex Lovech
  • ·         2011–2014: Βουλγαρία
  • ·         2014: Professional Football Club Botev Plovdiv
  • ·         2015: Professional Football Club Central Sports Club of the Army (CSKA) Sofia
  • ·         2016: Professional Football club Litex Lovech

Τίτλοι

Ως ποδοσφαιριστής

Με τη CSKA Sofia
  • ·         Πρωτάθλημα Βουλγαρίας: 2 (1987, 1989)
  • ·         Κύπελλο Βουλγαρίας: 4 (1985, 1987, 1988, 1989)
  • ·         Cup of the Soviet Army: 3 (1985, 1986, 1989)
  • ·         Σούπερ Καπ Βουλγαρίας: 1989

Με την Valencia
  • ·         Πρωτάθλημα Ισπανίας: επιλαχών  1989/90

Με την Atlético Madrid
  • ·         Πρωτάθλημα Ισπανίας: 1995/96
  • ·         Κύπελλο Ισπανίας: 1995/96

Προσωπικές Διακρίσεις

  • ·         Ποδοσφαιριστής της Χρονιάς για την Βουλγαρία: 1988

Ως προπονητής

Με τη Litex Lovech
  • ·         Πρωτάθλημα Βουλγαρίας: 2010/11



ΠΗΓΗ: balleto.gr

Πέμπτη, 20 Ιουλίου 2017

Πάουλο Σόουζα

Ο Πορτογάλος αμυντικός μέσος Πάουλο Σόουζα (Paulo Manuel Carvalho de Sousa), γεννήθηκε στις 30 Αυγούστου του 1970, στο Βισέου, μια πόλη στο κέντρο της βόρειας Πορτογαλίας. Μέλος της «Χρυσής Γενιάς» του πορτογαλικού ποδοσφαίρου, ξεκίνησε την καριέρα του στην Μπενφίκα, παίζοντας ακόμη και για την Σπόρτινγκ για μια πενταετία στη πατρίδα του. Στη συνέχεια, αγωνίστηκε στην Ιταλία και στη Γερμανία, κερδίζοντας το Champions League με τη Γιουβέντους και με την Μπορούσια Ντόρτμουντ, για να γίνει ο πρώτος παίκτης που κατέκτησε το Τσάμπιονς Λιγκ με δύο διαφορετικές ομάδες, αλλά και το Διηπειρωτικό Κύπελλο με την τελευταία. Αργότερα, μετά από μια διετία στην Ίντερ, ήλθε το 2000 στον Παναθηναϊκό και στα 2 χρόνια που αγωνίστηκε με το «τριφύλλι» πρόλαβε να δείξει δείγματα του τεράστιου ταλέντου του, όντας από τους πρωταγωνιστές της επιτυχημένης παρουσίας των «πρασίνων» στα ευρωπαϊκά γήπεδα. Οι σοβαροί τραυματισμοί στα τελευταία χρόνια της καριέρας του, τον ανάγκασαν στο τέλος του 2002 να αποχωρήσει από τα γήπεδα σε ηλικία μόλις 32 ετών.


Στο ζενίθ της καριέρας του θεωρήθηκε ένας από τους Καλύτερους Αμυντικούς Μέσους στον κόσμο και παρά τους τραυματισμούς που του στέρησαν πολλές ευκαιρίες πρόλαβε να καταξιωθεί στην ποδοσφαιρική ιστορία. Χάρη στην άψογη τεχνική, το θαυμάσιο κοντρόλ της μπάλας, την εξαιρετική μεταβίβαση, τη μεγάλη αγωνιστική αντίληψη, αλλά και ισχυρό σουτ που διέθετε, υπήρξε ένα πραγματικό «εργαλείο» για τους προπονητές του, ξεχωρίζοντας στη μεσαία γραμμή και χάρη στη μεγάλη του ακτινοβολία! Εκτός από θαυμάσιος ποδοσφαιριστής ήταν και εξαιρετικός χαρακτήρας μέσα και έξω από τα γήπεδα. Για την εθνική πορτογαλική ομάδα, έκανε 51 διεθνείς εμφανίσεις, χωρίς να σημειώσει κάποιο τέρμα και εμφανίστηκε σε ένα Παγκόσμιο Κύπελλο και 2 Ευρωπαϊκά πρωταθλήματα. Στα τέλη της δεκαετίας του 2000, ξεκίνησε με την προπονητική, οδηγώντας διάφορους συλλόγους στην Αγγλία, την Ουαλία και σε άλλες χώρες, έχοντας κατακτήσει εθνικά πρωταθλήματα με τη Μακάμπι του Τελ Αβίβ και τη Βασιλεία.


Ξεκίνησε την καριέρα του το 1989 στη Μπενφίκα. Με τα χρώματα των «Αετών» αγωνίστηκε έως το 1993, κατακτώντας την αναγνώριση. Συνέχισε για μία σεζόν στη Σπόρτινγκ Λισσαβόνας με επιτυχία και το 1994 έκανε το μεγάλο άλμα στο εξωτερικό, υπογράφοντας στη Γιουβέντους. Το 1996 κατέκτησε το Τσάμπιονς Λιγκ με τη «Κυρία», ωστόσο οι «μπιανκονέρι» δεν τον κράτησαν στην ομάδα τους, παρά τη σημαντική του προσφορά! Δεν άργησε να βρει νέα ποδοσφαιρική «στέγη», αφού πλέον ήταν περιζήτητος. Εντάχθηκε στη Ντόρτμουντ και στον επόμενο τελικό του Τσάμπιονς Λιγκ, η Γιούβε τον βρήκε αντίπαλό της! Σε εκείνο τον αγώνα έπαιξε εκπληκτικά, σκόραρε, πήρε την προσωπική του ρεβάνς και έγινε ο πρώτος παίκτης που κατακτούσε το Τσάμπιονς Λιγκ με δύο διαφορετικές ομάδες! Κατά τη διάρκεια της θητείας του στον γερμανικό σύλλογο, όμως, άρχισαν να κάνουν την εμφάνισή τους και οι τραυματισμοί, που τόσο πολύ έμελλε να τον ταλαιπωρήσουν έως το τέλος της σταδιοδρομίας του. Επέστρεψε στην Ιταλία, για λογαριασμό της Ίντερ, στην οποία δεν «έπιασε». Το 2000 δόθηκε δανεικός στην Πάρμα, από όπου... πέρασε και δεν ακούμπησε και την ίδια χρονιά αποτέλεσε παρελθόν.


Αμέσως μετά, στις 2 Ιουλίου του 2000, είπε το «Ναι» στον Παναθηναϊκό, με τη διοίκηση του «τριφυλλιού» να τινάζει τη μπάνκα στον αέρα για να τον ντύσει στα πράσινα. Πιο συγκεκριμένα, έδωσε το ποσό των 500 εκατομμυρίων δραχμών στην Ίντερ και σύναψε συμβόλαιο με τον Πορτογάλο έναντι 1,1 δισεκατομμυρίων δραχμών το χρόνο (κοντά στα 3,7 εκατομμύρια ευρώ!). Πρόλαβε να δείξει ψήγματα της μεγάλης του κλάσης στο ελληνικό κοινό. Μπορεί σε γενικές γραμμές να μη δικαιολόγησε τα πολλά χρήματα που δαπανήθηκαν για χάρη του, κυρίως λόγω τραυματισμών, όμως ο κόσμος του Παναθηναϊκού τον αγάπησε έντονα. Ακόμη θυμάται το ασύλληπτο γκολ του στο 3-1 επί της Γιουβέντους, στις 8 Νοεμβρίου του 2000, το οποίο έδωσε στο «τριφύλλι» την πρόκριση για την επόμενη φάση του θεσμού και άφησε την πρώην ομάδα του εκτός συνέχειας! Θυμάται επίσης έντονα και την καταπληκτική ασίστ του στον Κριστόφ Βαζέχα (1234) στο 1-1 με τη Ντεπορτίβο Λα Κορούνια στις 19 Σεπτεμβρίου του 2000, στο ΟΑΚΑ, για την πρώτη αγωνιστική της φάσης των ομίλων του Τσάμπιονς Λιγκ.


Ο Σόουζα ήταν παίκτης για τα μεγάλα ματς. Έτσι και την επόμενη χρονιά (2001/02), η συμβολή του κυρίως στα παιχνίδια στη Λεωφόρο με την Άρσεναλ και τη Σάλκε ήταν καθοριστική για την πρόκριση του «τριφυλλιού» στον επόμενο γύρο του Τσάμπιονς Λιγκ. Όμως, τα προβλήματα τραυματισμών που τον ταλαιπωρούσαν, καθώς και η κόντρα του με τον Άγγελο Αναστασιάδη τον οδήγησαν στην έξοδο! Ο τότε κόουτς του «τριφυλλιού» δεν άντεχε με τις συχνές απουσίες του, πίστευε ότι κοροϊδεύει τον ίδιο και την ομάδα και σε μία συνέντευξη Τύπου-σταθμό, στη Λεωφόρο, είπε την αμίμητη φράση: «Υπακοή ίσον ζωή, ειδάλλως θάνατος!», πριν αναφέρει πως: « … Δεν ήταν έτοιμος ο κύριος Σόουζα να παίξει σήμερα στον Παναθηναϊκό, δεν ήταν έτοιμος να μαρκάρει, να βάλει τα πόδια του στη φωτιά, αλλά μόνο για να κάνει πασούλες και να περπατάει. Δεν μπορεί το παλικάρι!».



Ο Σόουζα τέθηκε στο περιθώριο από τον Αναστασιάδη, ο οποίος όμως έφυγε νωρίτερα από τον Πορτογάλο! Το τέλος του από τον Παναθηναϊκό ήρθε μετά την αναμέτρηση με τη Ρεάλ Μαδρίτης και τη βαριά ήττα των «πράσινων» τον Δεκέμβριο του 2001. Ή τουλάχιστον η αφορμή του τέλους του. Ο Πορτογάλος ήρθε σε κόντρα με τον τότε βοηθό προπονητή της ομάδας, Στράτο Αποστολάκη και λίγο αργότερα αποδεσμεύθηκε, έχοντας χρησιμοποιηθεί σε μόλις 10 ματς πρωταθλήματος. Η αφορμή, ήταν ένα φραστικό επεισόδιο που είχε με τον Στράτο Αποστολάκη και ο λόγος … ένα μπουκάλι κρασί! Η αποστολή δειπνούσε στη Μαδρίτη με το κλίμα να μην είναι το ιδανικό εξαιτίας της ήττας με 3-0 από τη Ρεάλ. Ο Σόουζα αποτέλεσε παρελθόν μετά από 1,5 χρόνο στον Παναθηναϊκό!



Υπέγραψε εξάμηνο συμβόλαιο με την Εσπανιόλ, ώστε να έχει παιχνίδια στα πόδια του εν όψει του Μουντιάλ του 2002. Μετά το τέλος της διοργάνωσης κρέμασε οριστικά τα παπούτσια του, στα 32 του χρόνια. Στο πλούσιο παλμαρέ του βρίσκονται, μεταξύ άλλων, το Παγκόσμιο Κύπελλο Νέων του 1989, που πήρε με την εθνική K20 της χώρας του, ένα πρωτάθλημα (1991) και ένα Κύπελλο Πορτογαλίας (1993), που τα χάρηκε με τη Μπενφίκα, ένα πρωτάθλημα (1995), ένα Κύπελλο (1995),και το Τσάμπιονς Λιγκ του 1996, τα οποία κατέκτησε με τη Γιουβέντους, καθώς και το Τσάμπιονς Λιγκ και το Διηπειρωτικό Κύπελλο που κέρδισε το 1997 με τη Ντόρτμουντ, όντας ο πρώτος ποδοσφαιριστής που κατέκτησε τον υπέρτατο ευρωπαϊκό διασυλλογικό τίτλο,  με δύο διαφορετικούς συλλόγους!


Μέλος της «Χρυσής Γενιάς» του Πορτογαλικού ποδοσφαίρου, στα 19 του χρόνια ήταν ήδη Παγκόσμιος Πρωταθλητής Νέων με την αλησμόνητη ομάδα της Πορτογαλίας, έχοντας για συμπαίκτες τον Λουίς Φίγκο (Luís Filipe Madeira Caeiro Figo), τον Ρούι Κόστα (Rui Manuel César Costa) κ.α.. Χρίσθηκε 51 φορές διεθνής, χωρίς να σημειώσει κάποιο γκολ, κάνοντας το διεθνές ντεμπούτο του στις 16 Ιανουαρίου του 1991, σ’ ένα φιλικό εναντίον της Ισπανίας που έληξε ισόπαλο 1-1. Πήρε μέρος στα Ευρωπαϊκά Πρωταθλήματα του 1996, φτάνοντας στα προημιτελικά και του 2000, όπου αποκλείστηκε στα ημιτελικά,  καθώς επίσης και στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 2002, χωρίς να αγωνιστεί. Η τελευταία διεθνής εμφάνιση του ήρθε λίγο πριν από το Παγκόσμιο Κύπελλο της Άπω Ανατολής, σε μια φιλική νίκη επί της Κίνας .


Το 2008 διορίστηκε βοηθός προπονητή στην Εθνική Πορτογαλίας, αλλά αργότερα στην ίδια χρονιά, ανέλαβε προπονητής της Κουίνς Παρκ Ρέιντζερς, μένοντας εκεί μέχρι το τέλος της σεζόν (2008/09). Το 2009 ανέλαβε προπονητής της ουαλικής Σουόνσι, που τότε αγωνιζόταν στη Τσάμπιονσιπ. Το καλοκαίρι του 2010 ανέλαβε προπονητής της Λέστερ. Συνέχισε για 2 σεζόν στην ουγγρική Βιντεότον, τη περίοδο 2013/14 βρέθηκε στο Ισραήλ για λογαριασμό της Μακάμπι του Τελ Αβίβ, γύρισε για μια σεζόν στη Βασιλεία, κατακτώντας τα εθνικά πρωταθλήματα και με τις 2, ενώ από το 2015 είναι στο τιμόνι της Φιορεντίνα

PALMARES

Περίοδος: Σύλλογος, Συμμετοχές (Γκολ)

Εφηβική καριέρα

  • ·         1984–1986: Repesenses
  • ·         1986–1989: Sport Lisboa e Benfica

Επαγγελματική καριέρα

  • ·         1989–1993: Sport Lisboa e Benfica, 87 (1)
  • ·         1993/94: Sporting Clube de Portugal, 31 (2)
  • ·         1994–1996: Juventus Football Club, 54 (1)
  • ·         1996/97: Ballspielverein Borussia 09 Dortmund, 27 (1)
  • ·         1998–2000: Football Club Internazionale Milano, 31 (0)
  • ·         2000: (δανεικός) → Società Sportiva Dilettantistica Parma Calcio 1913, 8 (0)
  • ·         2000/01: Παναθηναϊκός Αθλητικός Όμιλος, 10 (0)
  • ·         2002       Reial Club Deportiu Espanyol de Barcelona, 9 (0)

Σύνολο καριέρας: 257 (5)

Διεθνής

  • ·         1989–1991: Εθνική Νέων Πορτογαλίας, 9 (1)
  • ·         1991–2002: Πορτογαλία, 52 (0)

Προπονητική καριέρα

  • ·         2005–2008: Εθνική Παίδων Πορτογαλίας U16
  • ·         2008/09: Queens Park Rangers Football Club
  • ·         2009/10: Swansea City Association Football Club
  • ·         2010: Leicester City Football Club
  • ·         2011–2013: Videoton Football Club
  • ·         2013/14: Maccabi Tel Aviv Football Club
  • ·         2014/15: Fußballclub Basel 1893
  • ·         2015–     : Associazione Calcio Firenze Fiorentina


Τίτλοι

Ως ποδοσφαιριστής

Συλλογικοί

Με τη Benfica
  • ·         Πρωτάθλημα Πορτογαλίας: 1990/91
  • ·         Κύπελλο Πορτογαλίας: 1992/93
  • ·         Σούπερ Καπ Πορτογαλίας: 1989

Με τη Juventus
  • ·         UEFA Champions League: 1995/96
  • ·         Πρωτάθλημα Ιταλίας: 1994/95
  • ·         Κύπελλο Ιταλίας: 1994/95
  • ·         Σούπερ Καπ Ιταλίας: 1995

Με τη Borussia Dortmund
  • ·         UEFA Champions League: 1996–97
  • ·         Διηπειρωτικό Κύπελλο: 1997
  • ·         Σούπερ Καπ Γερμανίας: 1996

Διεθνείς

  • ·         Παγκόσμιο Κύπελλο Νέων FIFA (U-20): 1989
  • ·         Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα: 3η θέση το 2000


Ως προπονητής

Με τη Videoton
  • ·         Λιγκ Καπ Ουγγαρίας: 2011/12
  • ·         Σούπερ Καπ Ουγγαρίας: 2 (2011, 2012)

Με τηMaccabi Tel Aviv
  • ·         Πρωτάθλημα Ισραήλ: 2013/14

Με τη Basel
  • ·         Ελβετικό Πρωτάθλημα 2014/15