Τετάρτη, 30 Νοεμβρίου 2016

Λες Φέρντιναντ

O Άγγλος κεντρικός επιθετικός Λες Φέρντιναντ (Leslie "Les" Ferdinand), γεννήθηκε στις 8 Δεκεμβρίου του 1966, στο Πάντιγκτον, στο κεντρικό Λονδίνο. Η ποδοσφαιρική του σταδιοδρομία, περιλαμβάνει περιόδους στη Κουίνς Παρκ Ρέιντζερς, τη Μπεσίκτας, τη Νιούκαστλ, τη Τότεναμ, τη Γουέστ Χαμ, τη Λέστερ, τη Μπόλτον, τη Ρέντινγκ και τη Γουότφορντ, κατά τη διάρκεια των οποίων κέρδισε 17 διεθνείς συμμετοχές για την Αγγλία. Είναι ο 8ος Μεγαλύτερος Σκόρερ στην ιστορία της Premier League με 149 γκολ. Είναι πρώτος ξάδελφος των αδελφών Ρίο και Άντον Φέρντιναντ, και του Κέιν Φέρντιναντ. Τιμήθηκε ως μέλος του Τάγματος της Βρετανικής Αυτοκρατορίας, στα γενέθλια της Βασίλισσας, το 2005. Από τον Νοέμβριο του 2008, μαζί με τον πρώην συμπαίκτη του στη Τότεναμ, τον Τιμ Σέργουντ (Tim Sherwood), εντάχθηκαν στο προπονητικό επιτελείο  των «σπιρουνιών», ως προπονητής των επιθετικών. Άφησε τον σύλλογο στις 19 Ιουνίου του 2014.


Ξεκίνησε την καριέρα του σε ερασιτεχνικούς συλλόγους, πρώτα στην ΑΕΛ, μια κυπριακή ομάδα στην Αγγλία, στη συνέχεια στην Σάουθχολ και κατόπιν στην Χέιζ. Εκεί τον είδαν και ενδιαφέρθηκαν από την Κουίνς Παρκ Ρέιντζερς. Υπέγραψε εκεί για £ 30.000 στερλίνες. Έκανε το ντεμπούτο του στις 20 Απριλίου του 1987, σε ηλικία 20 ετών, ως αλλαγή στην ήττα (4-0) στο πρωτάθλημα από την Κόβεντρι, στην πρώτη από τις δύο εμφανίσεις στο πρωτάθλημα εκείνη την περίοδο. Έπαιξε ένα ακόμη παιχνίδι πρωταθλήματος το 1987/88 και δόθηκε δανεικός για τρία παιχνίδια στη, Γ’ κατηγορίας, Μπρέντφορντ. Το 1988, δόθηκε δανεικός στην τουρκική Μπεσίκτας για μια σεζόν και απέδωσε καλά, με 14 γκολ σε 24 παιχνίδια.


Επέστρεψε στην QPR για την περίοδο 1989/90 και εμφανίστηκε σε 9 αγώνες πρωταθλήματος, σκοράροντας δύο πρώτα γκολ του στο αγγλικό πρωτάθλημα. Πήγε καλύτερα το 1990/91, παίζοντας σε 18 παιχνίδια πρωταθλήματος πετυχαίνοντας 8 γκολ, με την QPR να τερματίζει στη μέση του βαθμολογικού πίνακα. Τα 10 γκολ που σημείωσε σε 23 παιχνίδια το 1991/92 συνέβαλαν στο να διασφαλιστεί η παρουσία της QPR ως ιδρυτικό μέλος της Premier League τη σεζόν 1992/93. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, που ο ίδιος καθιερώθηκε ως ένας κορυφαίος επιθετικός, σκοράροντας 20 γκολ σε 37 ματς. Μεγάλη συμβολή σ’ αυτό είχε ο προπονητής του Τζέρι Φράνσις, παλιά δόξα του συλλόγου. Η QPR τερμάτισε στην 5η θέση, την υψηλότερη απ’ όλες τις λονδρέζικες ομάδες γι’ αυτή την περίοδο.


Η παραγωγική δραστηριότητα συνεχίστηκε το 1993/94, κατά την οποία τα 16 γκολ του σε 36 παιχνίδια, βοήθησαν την QPR να τερματίσει 9η. Παρά την εμφάνιση μνηστήρων (Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ και Άρσεναλ), υπέγραψε νέο διετές συμβόλαιο με την QPR εκείνο το καλοκαίρι. Το 1994/95, σκόραρε 24 φορές στην Premier League και η μεταγραφολογία μεγάλωσε, ότι θα είναι σύντομα στο δρόμο για ένα μεγαλύτερο σύλλογο.


Ο Φέρντιναντ πωλήθηκε στην Νιούκασλ το 1995, για 6.000.000 λίρες, με την Χέιζ, το πρώην σύλλογό του να παίρνει το 10% (600.000 λίρες) από ρήτρα μεταπώλησης. Με τα χρήματα που έλαβε, η Χέιζ τοποθέτησε μια σουίτα στο γήπεδό της που την ονόμασε «Τhe Ferdinand Suite» προς τιμή του. Η μεταγραφή του στη Νιούκαστλ ήρθε σχεδόν τρία χρόνια μετά από τότε που οι «καρακάξες» είχαν προσφέρει 3.3 εκατομμύρια λίρες γι' αυτόν κατά τη διάρκεια της σεζόν που ανέβηκαν στην Α’ Κατηγορία, αλλά η προσφορά τους είχε τότε απορριφθεί.


Η περίοδος στο Ταινσάιντ ήταν αναμφισβήτητα η πιο επιτυχημένη στην καριέρα του Φέρντιναντ. Σκόραρε 29 γκολ στην πρώτη του σεζόν και συνέβαλε σημαντικά στην διεκδίκηση του τίτλου στην Premiership της περιόδου 1995/96. Η Νιούκαστλ οδήγησε το πρωτάθλημα με 12 πόντους διαφορά σε κάποια φάση, αλλά η διαφορά αυτή εξανεμίστηκε από την Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, τους τελευταίους τρεις μήνες της σεζόν.


Και στις δύο περιόδους του στο Σεντ Τζέιμς Παρκ, ο Φέρντιναντ κατέκτησε την 2η θέση στην Premier League. Στη δεύτερη σεζόν, διεκδίκησαν τον τίτλο 4 ομάδες (Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, Λίβερπουλ, Άρσεναλ και Νιούκαστλ) πριν η Γιουνάιτεντ κατακτήσει ξανά τον τίτλο. Ο ίδιος σκόραρε 50 γκολ σε 84 παιχνίδια, σχηματίζοντας μια επιτυχημένη συνεργασία με τον Άλαν Σίρερ (Alan Shearer). Ήταν και εξακολουθεί να χαίρει πολύ μεγάλης εκτίμησης στο Νιούκαστλ. Η μεγαλύτερη στιγμή του στο Σεντ Τζέιμς Παρκ ήλθε ως ….αντίπαλος, με την Τότεναμ, όταν προσπάθησε να βάλει τη φανέλα του Σίρερ με το № 9 και να ολοκληρώσει έναν γύρο θριάμβου. Ξέσπασε σε κλάματα πριν τον βοηθήσουν. Το σκηνικό επαναλήφθηκε, στον αποχαιρετιστήριο αγώνα του Άλαν Σίρερ, όπου τον αντικατέστησε και σκόραρε.


Το 1997 ο Φέρντιναντ μεταγράφηκε στην Τότεναμ, το σύλλογο που υποστήριζε από μικρό παιδί, πάλι για 6.000.000 λίρες. Ταλαιπωρήθηκε από τραυματισμούς σε μεγάλο βαθμό από την πρώτη του σεζόν στο σύλλογο, αλλά προς το τέλος της περιόδου δημιούργησε μια καλή συνεργασία με τον Γιούργκεν Κλίνσμαν (Jürgen Klinsmann) και τα γκολ τους, έσωσαν την Τότεναμ από τον υποβιβασμό. Βοήθησε να κερδίσει το Κύπελλο το 1999, νικώντας την Λέστερ 1-0 στον τελικό, αλλά οι τραυματισμοί τον περιόρισαν σε μόλις 12 γκολ στις πρώτες τρεις περιόδους του στο σύλλογο.


Σκόραρε 10 γκολ στη σεζόν 2000/01 και 15 την επόμενη. Έπαιξε σε ένα δεύτερο τελικό Λιγκ Καπ, εναντίον της Μπλάκμπερν, αλλά ο Μπραντ Φρίντελ (Brad Friedel), γκολκίπερ των Ρόβερς, είπε όχι σε 3 περιπτώσεις. Η Τότεναμ ηττήθηκε με 1-2. Ο Λες Φέρντιναντ σκόραρε το γκολ υπ’ αριθμό 10.000 στην ιστορία της Πρέμιερ Λιγκ, στις 15 Δεκεμβρίου του 2001 για την Τότεναμ εναντίον της Φούλαμ. Τον Ιανουάριο του 2003, μετακόμισε στη Γουέστ Χαμ και σημείωσε το πρώτο του γκολ ενάντια στην προηγούμενη ομάδα του, την Τότεναμ. 


Δεν κατάφερε να αποτρέψει τον υποβιβασμό του συλλόγου από την Premier League και επέλεξε να συνεχίσει να αγωνίζεται σε υψηλό επίπεδο υπογράφοντας στη νεοφώτιστη Λέστερ με ελεύθερη μεταγραφή. Σκόραρε 14 γκολ, παρά το γεγονός ότι ήταν πλέον 37 ετών. Αφού οι «αλεπούδες» είχαν υποβιβαστεί στο τέλος εκείνης της σεζόν, απέρριψε ένα νέο συμβόλαιο και υπέγραψε στη Μπόλτον.


Βρήκε λίγες ευκαιρίες από την αρχή περιορισμένες, αλλά αποδείχθηκε μια χρήσιμη αλλαγή. Πολύ σημαντική και η εμπειρία του. Σκόραρε πάλι ενάντια στην Τότεναμ στο Λιγκ Καπ. Έφυγε από την Μπόλτον στις 2 Ιανουαρίου του 2005. Τέσσερις ημέρες αργότερα, υπέγραψε συμβόλαιο με τη Ρίντινγκ που διήρκεσε μέχρι το τέλος της σεζόν 2004/05. Σημείωσε ένα γκολ στο πρωτάθλημα. Δεσμεύτηκε με την Γουάτφορντ για την περίοδο 2005/06, αλλά δεν έπαιξε κανένα ανταγωνιστικό παιχνίδι για τον σύλλογο. Αποσύρθηκε από το ποδόσφαιρο λίγους μήνες πριν συμπληρώσει τα 40α του γενέθλια

.
Έκανε το ντεμπούτο του με την Αγγλία τον Φεβρουάριο του 1993 με το Σαν Μαρίνο, σκοράροντας το τελευταίο γκολ σε μια νίκη 6-0 στο Γουέμπλεϊ. Έγινε διεθνής 17 φορές, σκοράροντας 5 γκολ. Ήταν μέλος της ομάδας στο Euro του 1996 και στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1998.


PALMARES

Περίοδος: Σύλλογος, Συμμετοχές (Γκολ)

Εφηβική καριέρα

  • Southall Football Club
  • 1985/86: Hayes Football Club

Επαγγελματική καριέρα

  • 1986/87: Hayes Football Club, 33 (19)
  • 1987–1995: Queens Park Rangers Football Club, 163 (80)
  • 1988: (δανεικός) → Brentford Football Club, 3 (0)
  • 1988/89: (δανεικός) → Beşiktaş Jimnastik Kulübü, 24 (14)
  • 1995–1997: Newcastle United Football Club, 68 (41)
  • 1997–2003: Tottenham Hotspur Football Club, 118 (33)
  • 2003: West Ham United Football Club, 14 (2)
  • 2003/04: Leicester City Football Club,29 (12)
  • 2004/05: Bolton Wanderers Football Club, 12 (1)
  • 2005: Reading Football Club, 12 (1)
  • 2005/06: Watford Football Club, 0 (0)

Σύνολο καριέρας: 443 (184)

Διεθνής

  • 1993–1998: Αγγλία, 17 (5)

Προπονητική καριέρα

  • 2015: Queens Park Rangers (υπηρεσιακός προπονητής)

Τίτλοι

Συλλογικοί

Με την Beşiktaş
  • Πρωτάθλημα Τουρκίας: 1988-89
  • Κύπελλο Τουρκίας: 1989
  • Σούπερ Καπ Τουρκίας: 1989

Με την Newcastle United
  • Κομιούνιτι Σιλντ: 1996

Με την Tottenham Hotspur
  • Λιγκ Καπ Αγγλίας: 1999
  • Τέρμα Νο 10.000 στην ιστορία της Πρέμιερ Λιγκ


Μίροσλαβ Οκόνσκι

Ο Πολωνός μεσοεπιθετικός και επιτελικός μέσος Μίροσλαβ Οκόνσκι (Mirosław Marian Okoński), γεννήθηκε στις 8 Δεκεμβρίου του 1958, στο Κοσάλιν, μια πόλη της βορειοδυτικής Πολωνίας, περίπου 10 χλμ. απ’ τις ακτές της Βαλτικής. Έχει αγωνιστεί κυρίως για τη Λεχ του Πόζναν και τη Λέγκια Βαρσοβίας στη πατρίδα του, το Αμβούργο στη Γερμανία, την ΑΕΚ και τη Κόρινθο στη χώρα μας, έχοντας κατακτήσει τίτλους στην Πολωνία, στη Γερμανία και στην Ελλάδα, ενώ ήταν και πρώτος σκόρερ στο Πολωνικό πρωτάθλημα το 1983. Φόρεσε 29 φορές τη φανέλα της εθνικής του ομάδας.


Ξεκίνησε την ποδοσφαιρική του καριέρα το 1969, στην δεύτερη κατηγορία του πολωνικού πρωταθλήματος με την ομάδα της γενέτειρας του, την Γκβάρντια Κοσάλιν, στην οποία ανήκε έως το 1977. Στη συνέχεια μετακόμισε στην πρώτη κατηγορία και τη Λεχ του Πόζναν. Το 1980 πήρε μεταγραφή στη Λέγκια Βαρσοβίας με την οποία στέφθηκε κυπελλούχος το 1980 και το 1981, ενώ από το 1982 έως το 1986 επέστρεψε στη Λεχ Πόζναν. Κατά τη διάρκεια της καριέρας του στην Πολωνία ήταν μια φορά πρώτος σκόρερ, το 1983 και δύο φορές δεύτερος σκόρερ στο πρωτάθλημα. Το 1983 και το 1984 κέρδισε διαδοχικά πρωταθλήματα με τη Λεχ Πόζναν. Το 1982 και το 1984 κέρδισε επίσης το πολωνικό Κύπελλο.


Το 1986, πήρε μεταγραφή για περίπου 700.000 γερμανικά μάρκα στο Αμβούργο και τη Μπουντεσλίγκα. Αγωνίστηκε εκεί τα επόμενα δύο χρόνια έχοντας 62 συμμετοχές στο πρωτάθλημα και πετυχαίνοντας 15 γκολ. Μαζί με την ομάδα του κέρδισε το κύπελλο Γερμανίας το 1987 και την ίδια χρονιά τερμάτισαν δεύτεροι στο πρωτάθλημα και έπαιξαν στο γερμανικό Σούπερκαπ. Με την φανέλα του Αμβούργου μάλιστα αναδείχτηκε Καλύτερος Ξένος παίκτης της και τότε πολύ δυνατής Μπουντεσλίγκα και μέχρι σήμερα θεωρείται ένας από τους καλύτερους ξένους παίκτες που έχουν παίξει ποτέ στον σύλλογο του μεγάλου γερμανικού λιμανιού.


Η επόμενη μεταγραφή του, ήταν για το ελληνικό πρωτάθλημα και την ΑΕΚ. Ήταν καλοκαίρι του 1988, όταν ο τότε νέος πρόεδρος της ΑΕΚ, ο Στράτος Γιδόπουλος, ήθελε να φέρει στην ΑΕΚ έναν παίκτη που σαν όνομα θα “ζεστάνει” τον κόσμο της ομάδας, αλλά και που θα αποτελέσει τον ηγέτη της ΑΕΚ στην προσπάθεια κατάκτησης του πρωταθλήματος. Εκ του αποτελέσματος αποδείχτηκε ότι πέτυχε “διάνα”! Η μεταγραφή του Πολωνού σταρ προκάλεσε φοβερό ενθουσιασμό στον κόσμο της ομάδας, αφού είχε ήδη πίσω του μια τεράστια καριέρα. Για τον ποδοσφαιριστή είχε ενδιαφερθεί έντονα κι ο Ολυμπιακός, αλλά τελικά οι “ερυθρόλευκοι” κατέληξαν στον Λάγιος Ντέταρι (Lajos Détári), θεωρώντας ότι ο Οκόνσκι δεν θα μπορούσε να αποδώσει τα αναμενόμενα, λόγω παλαιότεων τραυματισμών, αφού είχε κάνει ήδη 5 εγχειρήσεις στην καριέρα του.


Το μεγάλο του επίτευγμα στην ΑΕΚ ήταν ότι συνδύασε σε τεράστιο βαθμό το θέαμα με την ουσία και αποτέλεσε τον βασικό ηγέτη της ομάδας κυρίως κατά την σεζόν 1988/89, όταν και η ομάδα κατέκτησε τον τίτλο του πρωταθλήματος με τον ίδιο να αναδεικνύεται και πρώτος σκόρερ της ομάδας για εκείνη την σεζόν με 11 γκολ. Ουσιαστικά πήρε την ομάδα “από το χέρι”, όπως λέμε στην ποδοσφαιρική διάλεκτο, και την οδήγησε στον τίτλο μετά από 10 χρόνια. Αξιομνημόνευτες στιγμές ήταν το γκολ που πέτυχε με απευθείας εκτέλεση φάουλ απέναντι στον ΠΑΟ και χάρισε τη νίκη στην ομάδα του στο εκτός έδρας ντέρμπι, το γκολ με την Λάρισα στο Αλκαζάρ (νίκη της ΑΕΚ με 0-1) και φυσικά το ανεπανάληπτο και ιστορικό “1-2” με τον Τάκη Καραγκοζόπουλο που κατέληξε στο γκολ-τίτλο του Έλληνα ποδοσφαιριστή εναντίον του Ολυμπιακού στο ΟΑΚΑ, τον Μάιο του 1989 (νίκη της ΑΕΚ με 0-1), όλα για την περίοδο 1988/89.




Η σεζόν 1989/90 ήταν επίσης πολύ καλή, ενώ αντιθέτως την τελευταία του περίοδο στην ΑΕΚ (1990/91), επηρεασμένος και από την κακή κατάσταση της ομάδας αλλά και από την διάρρηξη των σχέσεών του με τον τότε προπονητή της ομάδας Ντούσαν Μπάγεβιτς, δεν απέδωσε τα αναμενόμενα κι αποχώρησε πριν ολοκληρωθεί η σεζόν. Με τον κιτρινόμαυρο σύλλογο έπαιξε συνολικά 77 φορές στο πρωτάθλημα σημειώνοντας 29 γκολ. Το 1991 πήρε μεταγραφή για την Κόρινθο, που είχε μόλις ανέβει στην πρώτη κατηγορία και έπαιξε μαζί της 18 φορές σημειώνοντας 4 γκολ. Κατά γενική ομολογία κάνει σποραδικές μεν, αλλά καλές εμφανίσεις και μετά από έξι μήνες αφήνει την ομάδα και τη χώρα μας, στα 33 του πια.


Το 1992, στη δύση της καριέρας του, επέστρεψε στην πατρίδα του παίζοντας λίγα παιχνίδια αρχικά με τη Λεχ Πόζναν, μετέπειτα πρωταθλήτρια και τελειώνοντας τη σεζόν με την Ολύμπια του Πόζναν. Την επόμενη χρονιά επέστρεψε στη Γερμανία και έπαιξε με την Κονκόρντια του Αμβούργου, ενώ το 1994 με τη Ράσπο Έλμσχορν στην 5η κατηγορία του γερμανικού Πρωταθλήματος. Επέστρεψε στην χώρα του το 1995 και εντάχθηκε στην Λίπνο Στέσεβ κι ένα χρόνο μετά στην πρώτη του ομάδα Γκβάρντια Κοσάλιν.


Έπαιξε 29 φορές με την Εθνική Πολωνίας, από το 1977 έως το 1987, χωρίς να συμμετάσχει σε κάποια μεγάλη διεθνή διοργάνωση και σημείωσε 2 γκολ. Τα τελευταία χρόνια της καριέρας του αντιμετώπισε προβλήματα με το αλκοόλ και το τζόγο. Έχασε όλη του τη περιουσία στο καζίνο και αντιμετώπισε προβλήματα με το νόμο. Κινδύνεψε να πάει φυλακή για χρέη και σώθηκε από συσπείρωση των πρώην συμπαικτών του. Για τους Πολωνούς είναι μια περίπτωση… «Dr Jekyll and Mr Hyde», μια τεράστια ποδοσφαιρική προσωπικότητα που έκανε «μαγικά», αλλά και ένας… αλαζονικός άνθρωπος που με την εξωγηπεδική του συμπεριφορά… κατέστρεφε ότι έχτιζε στο γήπεδο! Χαρακτηριστικό της ποιότητας και της αξίας του, είναι το γεγονός ότι σε παλαιότερη έρευνα μεταξύ 100 Πολωνών δημοσιογράφων είχε ψηφιστεί ως ο μεγαλύτερος “showman” που είχαν δει ποτέ στα πολωνικά γήπεδα! Σήμερα αρθρογραφεί σε εφημερίδα για την μεγάλη του αγάπη, την Λεχ Πόζναν...


PALMARES

Περίοδος: Σύλλογος, Συμμετοχές (Γκολ)

Εφηβική καριέρα

  • 1969–1977: Gwardia Koszalin

Επαγγελματική καριέρα

  • 1977–1979: Kolejowy Klub Sportowy Lech Poznań, 68 (16)
  • 1980–1981: Legia Warszawa, 52 (15)
  • 1982–1986: Kolejowy Klub Sportowy Lech Poznań, 129 (53)
  • 1986–1988: Hamburger Sport-Verein, 62 (15)
  • 1988–1991: Αθλητική Ένωσις Κωνσταντινουπόλεως (AEK), 77 (22)
  • 1991/92: Παγκορινθιακός Αθλητικός Σύλλογος Κόρινθος, 18 (4)
  • 1992: Kolejowy Klub Sportowy Lech Poznań, 3 (0)
  • 1993: Olimpia Poznań, 9 (0)
  • 1993: SC Concordia von 1907
  • 1994: FTSV Raspo Elmshorn
  • 1994/95: Astra Krotoszyn
  • 1995: Lipno Stęszew

Σύνολο καριέρας: 418 (125)

Διεθνής

  • 1977–1987: Πολωνία, 29 (2)

Τίτλοι

Με την Legia Warsaw
  • Κύπελλο Πολωνίας: 2 (1979/80, 1980/81)

Με την Lech Poznań
  • Πρωτάθλημα Πολωνίας: 2 (1982/83, 1983/84)
  • Κύπελλο Πολωνίας: 2 (1981/82, 1983/84)
  • Σούπερ Καπ Πολωνίας: 1992

Με το Hamburger SV
  • Κύπελλο Γερμανίας: 1986/87

Με την AEK
  • Πρωτάθλημα Ελλάδος: 1988/89
  • Σούπερ Καπ Ελλάδος 1989



Τέρι ΜακΝτέρμοτ

Ο Άγγλος κεντρικός μέσος Τέρι ΜακΝτέρμοτ (Terence "Terry" McDermott), γεννήθηκε στις 8 Δεκεμβρίου του 1951, στο Λίβερπουλ. Ήταν μέλος της ομάδας της Λίβερπουλ της δεκαετίας του 1970 και στις αρχές της δεκαετίας του 1980, με την οποία κέρδισε τρία Κύπελλα Πρωταθλητριών και ένα Κύπελλο UEFA, καθώς και 6 τίτλους πρωταθλητή Αγγλίας. Ήταν επίσης, 25 φορές διεθνής για την Αγγλία και είχε μια εκτενή καριέρα ως βοηθός προπονητής με τη Νιούκαστλ (δύο φορές), τη Χάντερσφιλντ και πιο πρόσφατα, πάλι ως βοηθός προπονητή στη Μπέρμιγχαμ και τη Μπλάκπουλ.


Ξεκίνησε από τα τμήματα υποδομής της Μπέρι και εντάχθηκε στην πρώτη ομάδα το 1969. Έκανε συνολικά 90 συμμετοχές με 8 γκολ πριν μεταγραφεί στην Νιούκαστλ, το 1973. Έκανε ντεμπούτο στις «καρακάξες», στις 17 Μαρτίου του 1973, στο Ολντ Τράφορντ, εναντίον της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, μπαίνοντας ως αλλαγή. Έπαιξε στον τελικό του Κυπέλλου αυτής της περιόδου, στην ήττα με 0-3 από την Λίβερπουλ. Ο προπονητής της Λίβερπουλ, Μπομπ Πέισλι (Bob Paisley) που μόλις είχε αναλάβει τα ηνία από τον αναμορφωτή Μπίλι Σάνκλι (Bill Shankly), έφερε τον ΜακΝτέρμοτ στο «Άνφιλντ», τον Νοέμβριο του 1974. Έκανε το ντεμπούτο του μαζί με τον Φιλ Νιλ (Phil Neal) στις 16 Νοεμβρίου, εναντίον της συμπολίτισσας Έβερτον, στο «Γκούντισον Παρκ». Το πρώτο του γκολ με τους «Κόκκινους» ήρθε σε ένα 1-1 για το πρωτάθλημα, εκτός έδρας με την Μπέρνλι στις 8 Μαρτίου του 1975.


Δεν έκανε πολλές εμφανίσεις μέχρι τα τέλη της περιόδου 1975/76, ώστε να πάρει το μετάλλιο του πρωταθλήματος, αν και ήταν μέλος της ομάδας που κέρδισε το Κύπελλο UEFA του 1976. Έγινε αναπόσπαστο κομμάτι από την επόμενη περίοδο, απολαμβάνοντας τους θριάμβους που ακολούθησαν. Το 1977, η Λίβερπουλ διατήρησε τον τίτλο και το γκολ του εναντίον της Έβερτον, στον ημιτελικό του Κυπέλλου, ψηφίστηκε «Γκολ της Χρονιάς». Τον Μάιο του 1977, δεν κατάφερε να κατακτήσει το πρώτο ιστορικό τρεμπλ στην ιστορία, χάνοντας το Κύπελλο από την Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ. Πέτυχε το πρώτο γκολ στον τελικό του Πρωταθλητριών (3-1 την Γκλάντμπαχ) και χατ-τρικ εναντίον του Αμβούργου στο Ευρωπαϊκό Σούπερ Καπ.


Την επόμενη χρονιά, χάθηκε ο τίτλος από την Νότιγχαμ Φόρεστ, αλλά διατηρήθηκε αυτός του Κυπέλλου Πρωταθλητριών, με νίκη επί της Μπριζ (1-0) στο Γουέμπλεϊ. Στο τέλος αναδείχθηκε πάλι πρωταθλητής και ο ίδιος ήταν ο πρώτος παίκτης που κέρδισε τον τίτλο του Καλύτερου της Χρονιάς και απ’ τους συναδέλφους του αλλά και απ’ τους επαγγελματίες δημοσιογράφους Το 1981, κατέκτησε για πρώτη φορά το Λιγκ Καπ και για 3η το Πρωταθλητριών νικώντας την Ρεάλ Μαδρίτης (1-0). Ξανακέρδισε το Λιγκ Καπ το 1982, αλλά οι χρόνοι συμμετοχής μειώνονταν.


Τον Σεπτέμβριο του 1982, ξαναγύρισε στη Νιούκαστλ όπου μαζί με τον παλιό του συμπαίκτη Κέβιν Κίγκαν (Kevin Keegan) και τους νεαρούς Κρις Γουόντλ (Chris Waddle) και Πίτερ Μπίρτσλι (Peter Beardsley) βοήθησαν στην επάνοδο στην Α’ Κατηγορία του αγγλικού ποδοσφαίρου. Έφυγε τον Ιανουάριο του 1985 για να παίξει στην Κορκ Σίτι στην Ιρλανδία. Από το 1985 έως το 1987, αγωνίστηκε για τον ΑΠΟΕΛ στην Κύπρο, όπου κέρδισε το κυπριακό πρωτάθλημα και το Κυπριακό Σούπερ Καπ και μετά αποσύρθηκε απ’ την ενεργό δράση.


Στις 7 Σεπτεμβρίου του 1977, με προπονητή τον Ρον Γκρίνγουντ έκανε ντεμπούτο για την Αγγλία σε μια φιλική ισοπαλία 0-0 με την Ελβετία στο Γουέμπλεϊ. Άνοιξε λογαριασμό στο σκοράρισμα για την 10η Σεπτεμβρίου του 1980 κατά τη διάρκεια των προκριματικά του Παγκοσμίου Κυπέλλου 1982 στο Γουέμπλεϊ εναντίον της Νορβηγίας. Σκόραρε δύο φορές, στη νίκη με 4-0. Έπαιξε σε 2 παιχνίδια στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα του 1980 στην Ιταλία. Συμμετείχε στην αποστολή του Παγκοσμίου Κυπέλλου 1982, χωρίς ωστόσο να αγωνιστεί σε κανένα παιχνίδι. Με τα «Λιοντάρια» αγωνίστηκε 25 φορές και σκόραρε 3 γκολ.


Όταν εγκατέλειψε την ενεργό δράση, ανέλαβε ρόλους βοηθού προπονητή, αρχίζοντας με τον Κέβιν Κίγκαν, το 1992 στη Νιούκαστλ. Συνέχισε με τον Κένι Νταλγκλίς (Kenny Dalglish), τον Γκρέιαμ Σούνες (Graeme Souness) και τον Λι Κλαρκ (Lee Clark) στην Μπέρμιγχαμ.


PALMARES

Περίοδος: Σύλλογος, Συμμετοχές (Γκολ)

Εφηβική καριέρα

  • Bury Football Club

Επαγγελματική καριέρα

  • 1969–1973: Bury Football Club, 90 (8)
  • 1973/74: Newcastle United Football Club, 56 (6)
  • 1974–1982: Liverpool Football Club, 232 (54)
  • 1982–1984: Newcastle United Football Club, 74 (12)
  • 1985: Cork City Football Club, 7 (1)
  • 1985–1987: Αθλητικός Ποδοσφαιρικός Όμιλος Ελλήνων Λευκωσίας (ΑΠΟΕΛ), 50 (1)

Διεθνής

  • 1977–1982: Αγγλία, 25 (3)

Προπονητική καριέρα

  • 1992–1998: Newcastle United Football Club, (βοηθός)
  • 2005–2008: Newcastle United Football Club, (βοηθός)
  • 2008–2012: Huddersfield Town Football Club, (βοηθός)
  • 2012–2014: Birmingham City Football Club, (βοηθός)
  • 2015–Blackpool Football Club, (βοηθός)

Τίτλοι

Με την Newcastle United
  • Texaco Cup: 1973/74
  • Anglo-Italian Cup: 1973

Με την Liverpool
  • Πρωτάθλημα Αγγλίας: 5 (1975/76, 1976/77, 1978/79, 1979/80, 1981/82)
  • Λιγκ Καπ Αγγλίας: 2 (1980/81, 1981/82)
  • Τσάριτι Σιλντ: 4 (1976, 1977, 1979, 1980)
  • Κύπελλο Πρωταθλητριών Ευρώπης: 3 (197677, 1977/78, 1980/81)
  • Κύπελλο UEFA: 1975/76
  • Σούπερ Καπ Ευρώπης: 1977

Με τον ΑΠΟΕΛ
  • Πρωτάθλημα Κύπρου: 1985/86
  • Σούπερ Καπ Κύπρου: 1986


Τρίτη, 29 Νοεμβρίου 2016

Τζεφ Χαρστ

Ο Άγγλος κεντρικός επιθετικός Τζεφ Χαρστ (Geoffrey Charles "Geoff" Hurst), γεννήθηκε στις 8 Δεκεμβρίου του 1941, στο Άστον-άντερ-Λάιν, στην ευρύτερη περιοχή του Μάντσεστερ, 10 χλμ. Ανατολικά από το κέντρο της πόλης. Παραμένει ο μόνος άνθρωπος που έχει σκοράρει χατ-τρικ σε τελικό Παγκοσμίου Κυπέλλου με την Αγγλία στη νίκη με 4-2 επί της Δυτικής Γερμανίας, το 1966. Ξεκίνησε την καριέρα του με τη Γουέστ Χαμ, όπου σκόραρε 242 γκολ σε 500 εμφανίσεις. Κέρδισε το Κύπελλο Αγγλίας του 1964 και το Κύπελλο Κυπελλούχων του 1965. Παραχωρήθηκε στη Στόουκ το 1972 για £ 80.000 στερλίνες. Μετά από 3 σεζόν με τους «Πότερς», τελείωσε την καριέρα του με την Γουέστ Μπρομ το 1976. Έπαιξε ποδόσφαιρο στην Ιρλανδία (Κορκ Σέλτικ) και τις ΗΠΑ (Σιάτλ), πριν επιστρέψει στην Αγγλία, ως προπονητής της Τέλφορντ Γιουνάιτεντ. Ήταν επίσης, βοηθός προπονητής στην εθνική Αγγλίας, έχοντας και μια ανεπιτυχή θητεία ως προπονητής της Τσέλσι από το 1979 έως το 1981. Αργότερα, επικεντρώθηκε στις ασφαλιστικές του επιχειρήσεις. Συνολικά σκόραρε 24 γκολ σε 49 εμφανίσεις για την Αγγλία, συμμετέχοντας στην επιτυχία του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1966. Εμφανίστηκε επίσης στο Euro 1968 και το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1970.


Ξεκίνησε την καριέρα του στα τμήματα υποδομής της Γουέστ Χαμ, το 1957. Στην αρχή, παράλληλα με το ποδόσφαιρο ασχολούνταν και με το κρίκετ. Μετά από 2 χρόνια, άρχισε να παίζει για την πρώτη ομάδα, με την οποία έκανε συνολικά περίπου 500 εμφανίσεις και σκόραρε 242 γκολ. Αυτός που πίστεψε σ’ αυτόν, ήταν ο Ρον Γκρίνγουντ (Ron Greenwood). Κατέκτησε το Κύπελλο Αγγλίας του 1964 και το Κύπελλο Κυπελλούχων Ευρώπης του 1965. Την ίδια χρονιά, η Γουέστ Χαμ απέρριψε μια προσφορά 200.000 λιρών για μεταγραφή του στην Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ. Στις 19 Οκτωβρίου του 1968, σκόραρε 6 γκολ στη νίκη (8-0) επί της Σάντερλαντ, στο «Άπτον Παρκ».

 Μεταγράφηκε στην Στόουκ Σίτι, τον Αύγουστο του 1972, για 80.000 λίρες. Ήταν χτυπημένος από πνευμονία στις αρχές του 1973 και πήγε στη Νότια Αφρική για να ανακάμψει, παίζοντας δανεικός στην Κέιπ Τάουν. Η καλύτερη περίοδός του στο Στόουκ, ήταν η 1974/75, όταν σκόραρε 11 γκολ σε 41 παιχνίδια και βοήθησε τους «Πότερς» να τερματίσουν στην 5η  θέση, μόλις τέσσερις βαθμούς πίσω από την πρωταθλήτρια Ντέρμπι Κάουντι.


Μετά από τρεις σεζόν, το καλοκαίρι του 1975, μεταγράφηκε στην Γουέστ Μπρόμγουιτς Άλμπιον, του Τζόνι Τζάιλς (Johnny Giles) έναντι αμοιβής ύψους 20.000 λιρών. Στην ηλικία των 34 ετών, ήταν πολύ γέρος για να οδηγήσει τους «Baggies» στην άνοδο. Έπαιξε 12 αγώνες, σκοράροντας δύο φορές, πριν αποφασίσει να φύγει για την Αμερική. Υπέγραψε για την Κορκ Σέλτικ τον Ιανουάριο του 1976 και παρέμεινε στην Ιρλανδία για ένα μήνα. Υπέγραψε για τους Σιάτλ Σάουντερς στη NASL το 1976, αποδεικνύοντας γρήγορα την αξία του. Ήταν ο δεύτερος κορυφαίος σκόρερ της ομάδας, βοηθώντας τους να μπουν στα πλέι-οφ για πρώτη φορά στη σύντομη ιστορία τους, με 8 γκολ και τέσσερις ασίστ σε 23 παιχνίδια της κανονικής περιόδου και ένα γκολ στα play-offs. Με το τέλος της περιόδου, αποσύρθηκε και απ’ την ενεργό δράση.


Έκανε το ντεμπούτο του για την Αγγλία, εναντίον της Δυτικής Γερμανίας, στις 23 Φεβρουαρίου του 1966. Έπαιξε καλά και με επιπλέον παραστάσεις εναντίον της Σκωτίας και της Γιουγκοσλαβίας, εξασφάλισε μια θέση στην ομάδα για το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1966. Δεν ξεκίνησε βασικός στο τουρνουά, αλλά στο τελευταίο παιχνίδι στους ομίλους με τη Γαλλία, ο Τζίμι Γκριβς (Jimmy Greaves) υπέστη μια βαθιά πληγή στο πόδι του που απαιτούνταν ράμματα. Κλήθηκε να πάρει τη θέση του στον προημιτελικό εναντίον της Αργεντινής.


Η ανάκαμψη του Γκριβς συνεχιζόταν και έτσι αγωνίστηκε και με την Πορτογαλία, δημιουργώντας το δεύτερο γκολ του Μπόμπι Τσάρλτον (Bobby Charlton). Ο τελικός εναντίον των Γερμανών πλησίαζε, τα ΜΜΕ έμαθαν για το ενδεχόμενο επιστροφής του Γκριβς και αν και εκτιμούσαν τη συμβολή του Χαρστ, άρχισαν να ζητούν την επιστροφή ενός από τους πιο παραγωγικούς σέντερ φορ της Αγγλίας. Ο Αλφ Ράμσεϊ (Alf Ramsey) ωστόσο, δεν ήταν από τους ανθρώπους που επηρεάζονται και επέλεξε τον Χαρστ για τον τελικό.


Ισοφάρισε αμέσως το προβάδισμα των Γερμανών και μετά το 2-2 του κανονικού αγώνα, το ματς οδηγήθηκε στην παράταση. Εκεί πέτυχε το πιο αμφισβητήσιμο γκολ στην ιστορία των Παγκοσμίων Κυπέλλων, δίνοντας το προβάδισμα με 3-2 στην Αγγλία. Μέχρι και σήμερα, κανείς δεν μπορεί να πει με σιγουριά ότι η μπάλα πέρασε τη γραμμή. Οι Γερμανοί βγήκαν μπροστά για να ισοφαρίσουν κι έτσι κατάφερε να σημειώσει και το 4-2. Επιλέχθηκε για το Euro 1968, αλλά δεν έπαιξε στην ήττα με 1-0 στον ημιτελικό με την Γιουγκοσλαβία. Έπαιξε και έβαλε το δεύτερο γκολ στον αγώνα για την 3η θέση, εναντίον της Σοβιετικής Ένωσης.


Σκόραρε το δεύτερο διεθνές χατ-τρικ του, στις 12 Μαρτίου του 1969, στη νίκη με 5-0 επί της Γαλλίας. Επιλέχθηκε και πάλι για την ομάδα που έπαιξε στο Παγκόσμιο Κύπελλο του Μέξικο, το 1970. Σκόραρε το μοναδικό γκολ της Αγγλίας στο πρώτο παιχνίδι εναντίον της Ρουμανίας, αλλά στα προημιτελικά η Αγγλία αποκλείστηκε απ’ τη Γερμανία. Στα προκριματικά για το Euro 1972, σκόραρε και εναντίον της εθνικής μας. Έπαιξε το τελευταίο του διεθνή αγώνα του στις 29 Απριλίου του 1972, όταν η Αγγλία ηττήθηκε 1-3 από τη Δυτική Γερμανία. Συνολικά σκόραρε 24 γκολ σε 49 εμφανίσεις για τα «Λιοντάρια».


Μετά την απόσυρση απ’ την ενεργό δράση, ασχολήθηκε με την προπονητική. Ανέλαβε για 3 χρόνια την Τέλφορντ και μετά διετέλεσε βοηθός του Γκρινγουντ στην εθνική, για το Euro 1980 και το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1982. Παράλληλα απ’ το 1979, ήταν προπονητής στη Τσέλσι, αρχικά ως βοηθός του Ντάνι Μπλανσφλάουερ (Danny Blanchflower) και μετά πρώτος. Γενικά ήταν μια αποτυχημένη θητεία, η οποία τελείωσε στις 30 Απριλίου του 1981 με την Τσέλσι 12η στο πρωτάθλημα. Ασχολήθηκε με το Ασφαλιστικό του γραφείο και το 1982 δοκίμασε την τύχη του, ως προπονητής, στο Κουβέιτ. Δεν κατάφερε κάτι ιδιαίτερο και από το 1984, ασχολήθηκε αποκλειστικά με την ασφάλιση.


Το 2003 τοποθετήθηκε το «Άγαλμα των Πρωταθλητών» σε πάρκο του Γουέστ Χαμ κοντά στο Boleyn Ground και είναι μαζί με τον Μάρτιν Πίτερς (Martin Peters), τον Μπόμπι Μουρ (Bobby Moore) και τον Ρέι Γουίλσον (Ray Wilson), άπαντες αστέρες των «Σφυριών» και μέλη της εθνικής Αγγλίας το 1966. Η συνεισφορά του στο Αγγλικό ποδόσφαιρο, αναγνωρίστηκε το 2004, όταν εγκαταστάθηκε στο Football Hall of Fame. Είναι επίσης ένας από τους λίγους ποδοσφαιριστές που έχουν χρισθεί ιππότες.

PALMARES

Περίοδος: Σύλλογος, Συμμετοχές (Γκολ)

Εφηβική καριέρα

  • 1957–1959: West Ham United Football Club

Επαγγελματική καριέρα

  • 1959–1972: West Ham United Football Club, 411 (180)
  • 1972–1975: Stoke City Football Club, 108 (30)
  • 1973: (δανεικός) → Cape Town City Football Club, 6 (5)
  • 1975/76: West Bromwich Albion Football Club, 10 (2)
  • 1976: Cork Celtic Football Club, 3 (3)
  • 1976: Seattle Sounders,23 (8)

Σύνολο καριέρας: 561 (228)

Διεθνής

  • 1959: Εθνική Νέων Αγγλίας, 6 (0)
  • 1963/64: Εθνική Ελπίδων Αγγλίας, 4 (1)
  • 1966–1972: Αγγλία, 49 (24)

Προπονητική καριέρα

  • 1976–1979: Telford United Football Club
  • 1979–1981: Chelsea Football Club
  • 1982–1984: Kuwait Sport Club

Τίτλοι

Συλλογικοί

Με την West Ham United
  • International Soccer League: 1963
  • Κύπελλο Αγγλίας: 1964
  • Κύπελλο Κυπελλούχων Ευρώπης: 1965
  • Πρωτάθλημα Αγγλίας: επιλαχών το 1966

Διεθνείς

Με την Αγγλία
  • Παγκόσμιο Κύπελλο: 1966
  • Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα: 3η θέση το 1968

Προσωπικές Διακρίσεις

  • Καλύτερος Παίκτης της Χρονιάς για την West Ham: 3 (1966, 1967, 1969)
  • Μέλος Καλύτερης Ενδεκάδας Διοργάνωσης Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος: 1968
  • Μέλος του Τάγματος της Βρετανικής Αυτοκρατορίας: 1975
  • Ιππότης: 1998
  • Hall of Fame Αγγλικού Ποδοσφαίρου: 2004


Φαρουντίν Γιούσουφι

Ο Γιουγκοσλάβος, βοσνιακής καταγωγής, κυρίως αριστερός ακραίος αμυντικός, Φαρουντίν Γιούσουφι (Fahrudin Jusufi) γεννήθηκε στις 8 Δεκεμβρίου του 1939, στο Ζλίποτοκ, ένα χωριό κοντά στο Ντραγκάς, στο νοτιότερο άκρο του Κοσσυφοπεδίου. Έπαιξε και διακρίθηκε ως full-back και από τις δύο πλευρές της άμυνας και ήταν γνωστός για τις καλές τοποθετήσεις του, την εξαιρετική του πάσα, την τεχνική του, αλλά και ότι ποτέ δεν τα παρατούσε. Θεωρείται ένας από τους μεγαλύτερους αμυντικούς της Γιουγκοσλαβίας.


 Ξεκίνησε την καριέρα του από τα τμήματα υποδομής της Παρτιζάν Βελιγραδίου το 1955. Προωθήθηκε στην πρώτη ομάδα σε ηλικία 18 ετών, το 1957. Υπηρέτησε τον μεγάλο σύλλογο του Βελιγραδίου, μέχρι το 1966, όντας βασικός στον χαμένο τελικό του κυπέλλου Πρωταθλητριών Ευρώπης του 1966, εναντίον της Ρεάλ Μαδρίτης. Συνέχισε την καριέρα του για μια τετραετία στην Άιντραχτ Φρανκφούρτης, πήγε για 2 χρόνια στην Τζερμάνια του Βισμπάντεν και αποσύρθηκε το 1972, όντας παίκτης της Ντορμπίρν, στην Αυστρία.


Σε εθνικό επίπεδο, έπαιξε για την Γιουγκοσλαβία σε 55 αγώνες. Συμμετείχε στο πρώτο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα του 1960, όπου έπαιξε στο τελικό και ηττήθηκε από την Σοβιετική Ένωση, στην παράταση και ήταν Ολυμπιονίκης στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Ρώμης, την ίδια χρονιά. Έπαιξε και στο Παγκόσμιο Κύπελλο τους 1962, τερματίζοντας 4ος .


Επτά χρόνια αφ’ ότου αποσύρθηκε απ’ την ενεργό δράση, ακολούθησε καριέρα προπονητή, κυρίως στη Γερμανία. Διετέλεσε προπονητής της Σάλκε (Απρίλιος 1980 - Μάιος 1981), της Βατενσάιντ στη Β’ κατηγορία, της Μόναχο 1860 (1986/87), αλλά και το 1987/88 της Παρτιζάν, με την οποία κατέκτησε το πρωτάθλημα Γιουγκοσλαβίας.


Σε μια συνέντευξη του 1991, με την διάλυση της Γιουγκοσλαβίας, όταν ρωτήθηκε από το εβδομαδιαίο περιοδικό «Tempo», εάν «...αντιμετωπίζετε κάποιο πρόβλημα σε σχέση με την τρέχουσα πολιτική κατάσταση, εξαιτίας της εθνικής καταγωγής σας, …» απάντησε «Γιατί θα πρέπει να αντιμετωπίζω κάποιο πρόβλημα; Είμαι ένας Γκοράνι (ορεσείβιοι Κοσσοβάροι), αν αυτό ενδιαφέρει ακόμη κανέναν».


PALMARES

Περίοδος: Σύλλογος, Συμμετοχές (Γκολ)

Εφηβική καριέρα

  • 1955–1957: Fudbalski klub Partizan

Επαγγελματική καριέρα

  • 1957–1966: Fudbalski klub Partizan, 162 (1)
  • 1966–1970: Eintracht Frankfurt e.V., 111 (2)
  • 1970–1972: Sport Gemeinschaft Germania Wiesbaden e.V
  • 1972: Football Club Dornbirn 1913

Διεθνής

  • 1959–1967: Γιουγκοσλαβία, 55 (0)

Προπονητική καριέρα

  • 1980/81: Fußballclub Gelsenkirchen-Schalke 04 e.V.
  • 1982–1985: Sportgemeinschaft 09 Wattenscheid e. V.
  • 1986/87: Turn- und Sportverein München von 1860
  • 1987/88: Fudbalski klub Partizan,

Τίτλοι

Ως ποδοσφαιριστής

Συλλογικοί

Με την Partizan
  • Πρωτάθλημα Γιουγκοσλαβίας: 4 (1961, 1962, 1963, 1965)

Διεθνείς

Με την Γιουγκοσλαβία
  • Παγκόσμιο Κύπελλο: 1962 –θέση #4
  • Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα: 1960 -φιναλίστ #2
  • Ολυμπιακοί Αγώνες: 1960 -Χρυσό μετάλλιο

Ως προπονητής


  • Πρωτάθλημα Γιουγκοσλαβίας: 1988

Κόλιν Χέντρι

Ο Σκοτσέζος κεντρικός αμυντικός Κόλιν Χέντρι (Edward Colin Hendry) γεννήθηκε στις 7 Δεκεμβρίου του 1965, στο Κιθ  της βόρειας Σκοτίας. Ξεκίνησε την καριέρα του με την Νταντί το 1983 και αγωνίστηκε στη Μπλάκμπερν, τη Μάντσεστερ Σίτι, τη Ρέιντζερς, τη Κόβεντρι, τη Μπόλτον και τη Μπλάκπουλ. Ήταν μέλος της Μπλάκμπερν που κέρδισε την αγγλική Premiership στο 1995 και της Ρέιντζερς που κέρδισε το σκωτσέζικο εθνικό τρεμπλ της περιόδου 1998/99. Είχε θητείες ως προπονητής στη Μπλάκπουλ και τη Κλάιντ.


Ξεκίνησε την καριέρα του από τον σύλλογο της γενέτειράς του, την Κιθ, το 1981 και την επόμενη χρονιά έπαιξε στην Ισλαβέιλ, στο πρωτάθλημα Νέων της Βόρειας Σκωτίας, κυρίως ως επιθετικός. Επαγγελματικά, ξεκίνησε το 1983 με την Νταντί και το 1987 μεταγράφηκε στην Μπλάκμπερν Ρόβερς, όπου μετατράπηκε σε έναν εξαιρετικό αμυντικό. Μία από τις πρώτες εμφανίσεις του ήρθε στο τελικό του Φουλ Μέμπερς Καπ (διοργάνωση που έγινε την πενταετία αποκλεισμού των αγγλικών ομάδων από τα Κύπελλα Ευρώπης), όπου σκόραρε το μοναδικό γκολ στο Γουέμπλεϊ στη νίκη με 1-0 επί της Τσάρλτον.


Έπαιξε πάνω από 100 παιχνίδια για την Μπλάκμπερν πριν μεταγραφεί στην Μάντσεστερ Σίτι το 1989, όπου ονομάστηκε Παίκτης της Χρονιάς στην περίοδο 1989/90. Δεν ευδοκίμησε όμως όταν ανέλαβε ο Πήτερ Ριντ (Peter Reid) τον Νοέμβριο του 1990, μετά την αποχώρηση του Χάουαρντ Κένταλ (Howard Kendall) για την Έβερτον.


Ξαναγύρισε στην Μπλάκμπερν τον Νοέμβριο του 1991 έναντι αμοιβής 700,000 λιρών, με προπονητή τον Κένι Νταλγκλίς (Kenny Dalglish) και συνέβαλε τα μέγιστα στη μεγάλη επιτυχία της κατάκτησης της Πρέμιερ Λιγκ το 1995. Έπαιξε μέχρι το 1998 με την Μπλάκμπερν και γύρισε πίσω στην Σκωτία για λογαριασμό της Ρέιντζερς, σε μια μεταγραφή που κόστισε 4 εκατομμύρια λίρες! Παρ’ όλη την κατάκτηση του τρεμπλ, την πρώτη του χρονιά εκεί, υπήρξε μια δυσαρέσκεια προς τον Ντικ Άντβοκαατ (Dick Advocaat), ο οποίος υποστήριζε ότι «δεν ήταν ο τύπος του παίκτη που έψαχνε».


Μετά από μόλις μια περίοδο στην Ρέιντζερς, έφυγε για την Κόβεντρι. Μετά από ένα χρόνο στους «γαλάζιους ουρανούς» πήγε δανεικός στην Μπόλτον. Έκανε ακόμη μια πλήρη περίοδο εκεί και ακολούθησε ο δανεισμός του στην Πρέστον Νορθ Εντ και τέλος με μεταγραφή η Μπλάκπουλ, όπου έκλεισε και την καριέρα του, το 2003. Συνολικά, έπαιξε περισσότερα από 500 παιχνίδια πρωταθλήματος και σκόραρε πάνω από 40 γκολ στην καριέρα του, παίζοντας 20 χρόνια σε υψηλό επίπεδο.


Αγωνίστηκε σε 51 αγώνες της εθνικής Σκοτίας παρά το γεγονός ότι ξεκίνησε να παίζει για τους «χαϊλάντερς» μετά τα 27 του χρόνια! Ήταν ο αρχηγός της Σκωτίας στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1998. Η τελευταία του εμφάνιση με το εθνόσημο, έγινε στις 28 Μαρτίου του 2001, όταν και σκόραρε δύο γκολ στη νίκη (4-0) επί του Σαν Μαρίνο και αργότερα, στο ίδιο παιχνίδι, αποβλήθηκε για αγκωνιά στον Νικόλα Αλμπάνι (Nicola Albani) του Σαν Μαρίνο, κάτι για το οποίο τιμωρήθηκε για έξι αγώνες.


Όταν αποσύρθηκε απ’ την ενεργό δράση, ακολούθησε καριέρα προπονητή, αναλαμβάνοντας την Μπλάκπουλ, αλλά απολύθηκε τον Νοέμβριο του 2005 μετά από ανεπιτυχή αποτελέσματα. Τον Ιούνιο του 2007 ανέλαβε την Κλαϊντ στην Σκοτία, απ’ την οποία έφυγε στις 18 Ιανουαρίου του 2008. Τον Ιούνιο του 2012, επανασυνδέθηκε με την Μπλάκμπερν, αρχικά ως πρώτος προπονητής της ομάδας. Μετά ανέλαβε τα τμήματα υποδομής του συλλόγου.


Η σύζυγός του, Ντενίζ, πέθανε στις 10 Ιουλίου του 2009, σε ηλικία 42 ετών. Ο θάνατός της πιστεύεται ότι προκλήθηκε από μια μακροχρόνια λοίμωξη που προέκυψε από εννέα οπές σε εσωτερικά όργανα που προκλήθηκε κατά τη διάρκεια μιας εγχείρησης, για αισθητικούς λόγους, που εκτελέστηκε από τον Σουηδό αισθητικό χειρούργο Γκούσταβ Ανίανσον (Gustav Aniansson), σε μια ιδιωτική κλινική στο Πρέστον, τον Απρίλιο του 2002. Έχει αποκτήσει τέσσερα παιδιά με τη σύζυγό του.


Τα τελευταία χρόνια είδαν το φως της δημοσιότητας, ειδήσεις με προβλήματα που είχε με την δικαιοσύνη, λόγω της ενασχόλησής του με ποσά που δανείστηκε ώστε να παίξει σε εταιρείες ηλεκτρονικού τζόγου.

PALMARES

Περίοδος: Σύλλογος, Συμμετοχές (Γκολ)

Εφηβική καριέρα

  • 1981/82: Keith Football Club
  • 1982/83: Islavale Football Club

Επαγγελματική καριέρα

  • 1983–1987: Dundee Football Club, 41 (2)
  • 1987–1989: Blackburn Rovers Football Club, 102 (22)
  • 1989–1991: Manchester City Football Club, 63 (5)
  • 1991–1998: Blackburn Rovers Football Club, 235 (12)
  • 1998–2000: Rangers Football Club, 22 (0)
  • 2000/01: Coventry City Football Club, 11 (0)
  • 2000/01: (δανεικός) → Bolton Wanderers Football Club, 9 (1)
  • 2001–2003: Bolton Wanderers Football Club, 16 (2)
  • 2002: (δανεικός) → Preston North End Football Club, 2 (0)
  • 2002–2003: Blackpool Football Club, 14 (0)

Total: 515 (44)

Διεθνής

  • 1993–2001: Σκοτία, 51 (3)

Προπονητική καριέρα

  • 2004/05: Blackpool Football Club
  • 2007/08: Clyde Football Club

Τίτλοι

Συλλογικοί

Με την Blackburn Rovers
  • Full Members Cup: 1987
  • Πρωτάθλημα Αγγλίας: 1995

Με την Rangers
  • Πρωτάθλημα Σκοτίας: 1999
  • Κύπελλο Σκοτίας: 1999
  • Λιγκ Καπ Σκοτίας: 1999

Προσωπικές Διακρίσεις


  • Μέλος Επί Τιμή της Εθνικής Σκοτίας: 2001