Σάββατο, 22 Οκτωβρίου 2016

Κάζιμιρ Ντέινα

Ο Πολωνός επιθετικός/επιτελικός μέσος, Κάζιμιρ Ντέινα (Kazimierz Deyna) γεννήθηκε στις 23 Οκτωβρίου του 1947, στο Στάρογκραντ του Γκντάνσκ. Ηγέτης της καλύτερης περιόδου της εθνικής Πολωνίας, αγωνιζόμενος σε δύο Ολυμπιακά Τουρνουά, κέρδισε στο Μόναχο, ενώ ήταν 3ος στο Μόντρεαλ, αλλά και στη τελική φάση δύο Παγκοσμίων Κυπέλλων -στη Δυτική Γερμανία, το 1974 νίκησε στον μικρό τελικό και στην Αργεντινή έφθασε μια ανάσα πριν τα ημιτελικά! Θεωρείται ένας από τα καλύτερους επιτελικούς μέσους της δεκαετίας του 1970, σε παγκόσμιο επίπεδο και υπήρξε ο «μαέστρος» της φοβερής ομάδας που παρέταξε ο Κάζιμιρ Γκόρσκι στα γερμανικά γήπεδα, στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1974. Έκανε μεγάλη καριέρα στη πατρίδα του με τη Λέγκια Βαρσοβίας, κατακτώντας 2 πολωνικά πρωταθλήματα. Ήταν από τους πρώτους Πολωνούς που πήρε μεταγραφή για το εξωτερικό, την εποχή που ελάχιστοι Ανατολικοί ποδοσφαιριστές μπορούσαν να το ονειρευτούν. Κι εκεί η τύχη του γύρισε τη πλάτη! Στην Αγγλία δεν μπόρεσε να κάνει καριέρα. Στη Μάντσεστερ Σίτι μια έπαιζε μια τραυματιζόταν. Κι όταν  πήγε στις ΗΠΑ κι εγκαταστάθηκε μόνιμα ήρθε το τελειωτικό χτύπημα. Σκοτώθηκε σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα στο Σαν Ντιέγκο της Καλιφόρνια, στα 41 του χρόνια! …


Ο πατέρας ήταν εργάτης σε εργοστάσιο γαλακτοκομικών προϊόντων και η μητέρα του νοικοκυρά.  Είχε έξι αδελφές και δύο αδελφούς, επίσης ποδοσφαιριστές. Ξεκίνησε να παίζει ποδόσφαιρο το 1958 στην ομάδα της γενέτειράς του, της  Βλόκνιαρτς του Στάρογκραντ.  Στις 8 Οκτωβρίου του 1966, πήγε στην Λόντζ, με την οποία έκανε μια μόνο εμφάνιση, σε μια ισοπαλία 0-0 εναντίον της Γκόρνικ του Ζάμπρζε. «Αρπάχτηκε», κυριολεκτικά, από την Λέγκια Βαρσοβίας, αφού στη κομμουνιστική Πολωνία, που κάθε ομάδα είχε το δικό της "χορηγό", ο σύλλογος της Βαρσοβίας είχε τον πιο ισχυρό καθώς ήταν η ομάδα του Στρατού. Επιπλέον, ήταν το αγαπημένο κλαμπ των αρχών. Ο Ντέινα κλήθηκε στο στρατό και με τον τρόπο αυτό έπρεπε να παίξει για την Λέγκια.

Στις 20 Νοεμβρίου του 1966, έπαιξε το πρώτο παιχνίδι του με τα χρώματα του μεγάλου συλλόγου της πολωνικής πρωτεύουσας, σε μια ισοπαλία 0-0 με τη Ρουχ του Χορχόφ. Έκανε όνομα με τις εμφανίσεις του, ως επιτελικός μέσος, κατά τη διάρκεια της πρώτης σεζόν και κατάφερε να γίνει ένας από τους σημαντικότερους παίκτες της. Αγωνίστηκε 12 φορές στο πρωτάθλημα, συμμετέχοντας και στον τελικό Κυπέλλου, χάνοντας από τη Βίσλα Κρακοβίας με 1-3, όπου σκόραρε το μοναδικό γκολ της ομάδας του στο 81ο λεπτό του παιχνιδιού. Έφτασε στα μέσα της σεζόν, να είναι ο πρώτος σκόρερ του πρωταθλήματος με επτά γκολ, μαζί με τον Ρόμπερτ Γκάντοχα (Robert Gadocha). Το 1969, η Λέγκια κατέκτησε το πρωτάθλημα 13 ολόκληρα χρόνια μετά την τελευταία κατάκτηση τίτλου! Ήταν πάλι φιναλίστ στον τελικό του Κυπέλλου, αφού ηττήθηκε από τη Γκόρνικ του Ζάμπρζε με 0-2. Η Λέγκια συμμετείχε στο Κύπελλο Πρωταθλητριών της επόμενης χρονιάς, φτάνοντας στα ημιτελικά, έχοντας αποκλείσει τη ρουμάνικη UT Άραντ, τη γαλλική Σεντ Ετιέν και την τούρκικη Γαλατάσαραϊ, για να αποκλειστεί από την μετέπειτα νικήτρια ολλανδική Φέγενορντ. Η απόδοση του Ντέινα εναντίον του γαλλικού συλλόγου, του χάρισε το παρατσούκλι «Ο Στρατηγός» από τους Γάλλους δημοσιογράφους. Ο σύλλογος κατέκτησε το πρωτάθλημα πάλι το 1970 και τερμάτισε 2ος το 1971.


Με τη Λέγκια κατέκτησε το πολωνικό Κύπελλο το 1973, αφού ήταν πάλι φιναλίστ τη προηγούμενη χρονιά. Μετά από τις εμφανίσεις του στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1974, μερικοί από τους πιο ισχυρούς ευρωπαϊκούς συλλόγους, προσπάθησαν να τον εντάξουν στις τάξεις τους. Ομάδες όπως η γαλλική Σεντ Ετιέν, οι ιταλικές Μίλαν και Ίντερ, η γαλλική Μονακό, η ισπανική Ρεάλ Μαδρίτης και η γερμανική Μπάγερν Μονάχου προσπάθησαν να αποκτήσουν τις υπηρεσίες του, αλλά προσέκρουσαν στην άρνηση του κομμουνιστικού καθεστώτος στην Πολωνία, που εμπόδιζε οποιαδήποτε μετακίνηση αθλητή στην Δυτική Ευρώπη. Μάλιστα η Ρεάλ Μαδρίτης ήταν τόσο αποφασισμένη να τον κάνει δικό της, ώστε έστειλε στη Βαρσοβία τη φανέλα με το όνομα του και τον αριθμό του, το № 14! Ανακηρύχθηκε ως ο 3ος Καλύτερος Ευρωπαίος Ποδοσφαιριστής της Χρονιάς (Χρυσή Μπάλα) για το 1974, πίσω από τον Γιόχαν Κρόιφ (Johan Cruijff) και τον Φραντς Μπεκενμπάουερ (Franz Beckenbauer).


Συνολικά, σημείωσε 141 γκολ σε 390 παιχνίδια για τη Λέγκια Βαρσοβίας. Τα χαρακτηριστικά του ήταν οι ηγετικές ικανότητες, τα δυνατά σουτ, η σταθερή απόδοση και το ουσιαστικό παιχνίδι. Είχε την ικανότητα να σκοράρει από ασυνήθιστες θέσεις, με σπεσιαλιτέ τα απ’ ευθείας κόρνερ. Λόγω των επιτευγμάτων και του ταλέντου του, επιλέχθηκε ως Ποδοσφαιριστής της Χρονιάς αρκετές φορές από τους Πολωνούς οπαδούς. Το 1978 ήταν ο αρχηγός της Πολωνίας στο Παγκόσμιο Κύπελλο στην Αργεντινή, όπου η ομάδα έφτασε στη δεύτερη φάση. Ήταν και η τελευταία του εμφάνιση με την εθνική ομάδα.


Μόνο τότε χαλάρωσαν λίγο τα πράγματα και ο Ντέινα κατάφερε, στα 30 του χρόνια, να μεταγραφεί σε σύλλογο του εξωτερικού, στην αγγλική Μάντσεστερ Σίτι, όπου έκανε το ντεμπούτο του στις 25 Νοεμβρίου του 1978, σε μια ήττα 0-2 από την Ίπσουιτς. Τα ανταλλάγματα περιλάμβαναν ₤ 150.000 στερλίνες, τις εισπράξεις 2 αγώνων στη Λέγκια (έναν στη Βαρσοβία και έναν στο Μάντσεστερ) και ένα πλήρες σετ ποδοσφαιρικού  εξοπλισμού “Adidas”! Ήταν ένας από τους πρώτους ξένους που έπαιξαν στο αγγλικό πρωτάθλημα. Η περίοδος που αγωνίστηκε στην Αγγλία, ήταν ιδιαίτερα δύσκολη, ύστερα από μια σειρά τραυματισμών που σημάδεψαν τη παρουσία του εκεί. Έφυγε από την Μάντσεστερ Σίτι στα τέλη Ιανουαρίου του 1981, αφού δεν υπολογιζόταν από τον προπονητή της, τον Τζον Μποντ (John Bond), έχοντας κάνει μόνο 43 εμφανίσεις σε όλες τις διοργανώσεις, συμπεριλαμβανομένων 34 στο πρωτάθλημα. Ωστόσο, είχε θεωρηθεί ως ένας εξαιρετικά προικισμένος πλέι-μέικερ και ήταν από τους αγαπημένους των οπαδών της ομάδας. Ο Ντέινα είχε σκοράρει 13 γκολ με το σύλλογο. Επιπλέον, τα 7 γκολ του στα τελευταία 8 παιχνίδια της σεζόν 1978/79, ήταν ζωτικής σημασίας για την Μάντσεστερ Σίτι, στην μάχη αποφυγής του υποβιβασμού της.


Το 1981 εμφανίστηκε στην ταινία του Τζον Χιούστον (John Houston) «Η Μεγάλη Απόδραση των 11» (Escape to Victory) ως “Paul Wolcheck”. Στις 23 Φεβρουαρίου 1981 διέσχισε τον Ατλαντικό, μεταναστεύοντας στις ΗΠΑ, όπου υπέγραψε  με τους Σαν Ντιέγκο Σόκερς, της Βορειοαμερικάνικης Ποδοσφαιρικής Λίγκας. Για τα επόμενα 7 χρόνια, αγωνίστηκε με τα χρώματά τους, ακόμα και στο πρωτάθλημα Σάλας που συμμετείχαν, κερδίζοντας συνολικά 5 πρωταθλήματα. Έφυγε από το Σαν Ντιέγκο τον Ιούνιο του 1987. Το 1983 ανακηρύχτηκε Μέλος της δεύτερης Ιδανικής 11άδας του πρωταθλήματος.


Το ντεμπούτο του για την εθνική ομάδα της Πολωνίας, το έκανε στις 24 Απριλίου του 1968, σε έναν αγώνα εναντίον της Τουρκίας στο Χορζόφ, σε μια επιβλητική νίκη με 8-0. Έπαιξε για την εθνική σε 97 αναμετρήσεις (85, χωρίς τους αγώνες που σχετίζονται με τους Ολυμπιακούς Αγώνες), σκοράροντας 41 γκολ (33 χωρίς αυτά για τους Ολυμπιακούς Αγώνες). Το σύνολο αυτό, τον κατατάσσει επίσημα στην 3η θέση από πλευράς συμμετοχών στην εθνική πολωνική ομάδα (και 6ο αν δεν μετρήσουν οι Ολυμπιακές συμμετοχές). Κέρδισε μαζί της το Χρυσό Μετάλλιο στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1972, στο Μόναχο, όπου ήταν επίσης ο Κορυφαίος σκόρερ του τουρνουά με 9 γκολ και το Χάλκινο Μετάλλιο στο Παγκόσμιο Κύπελλο Ποδοσφαίρου, το 1974. Το 1976 στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Μόντρεαλ κατέκτησε το Ασημένιο Μετάλλιο. Το τελευταίο ματς, με τα εθνικά χρώματα ήταν στις 21 Ιουνίου του 1978, στη Μεντόζα της Αργεντινής, με την Βραζιλία, στην ήττα με 1-3. Από το 1973 μέχρι το τέλος της διεθνούς καριέρας του, ήταν ο αρχηγός της ομάδας.



Στην Αμερική κάποια στιγμή, καταστράφηκε οικονομικά από τον πράκτορά του. Έχοντας πληρεξούσιο και γνωρίζοντας τους λογαριασμούς του, του έκλεψε περίπου ένα εκατομμύριο δολάρια, με την απάτη να την αντιλαμβάνεται η γυναίκα του! Η απάτη δημιούργησε προσωρινό πρόβλημα στις σχέσεις της οικογένειας του. Αργότερα είχε αναλάβει προπονητής σε μια ομάδα που λεγόταν Νόμαντς. Ο Κάζιμιρ Ντέινα σκοτώθηκε σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα στο Σαν Ντιέγκο της Καλιφόρνια, την 1η Σεπτέμβρη του 1989 σε ηλικία 41 ετών, όταν οδηγώντας, στις 1:25 μετά τα μεσάνυχτα, ένα παλιό Dodge Colt του 1974, έπεσε με μεγάλη ταχύτητα πάνω σε ένα σταθμευμένο στη δεξιά λωρίδα φορτηγό Ford F-600. Το πιο πιθανό είναι ότι είχε αποκοιμηθεί στο τιμόνι, επειδή η αστυνομία δεν βρήκε σημάδια ολίσθησης. Υπήρχαν και σημάδια οδήγησης υπό την επήρεια αλκοόλ! Το μπροστινό τμήμα του αυτοκινήτου, είχε συνθλιβεί μέχρι τα καθίσματα, με τον θάνατο να είναι ακαριαίος. Άφησε χήρα τη σύζυγό του (από το 1970) με την οποία είχαν αποκτήσει έναν γιο το 1973.  Το 1994 επελέγη από την Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία της Πολωνίας (PZPN) και τους αναγνώστες του συνόλου των πολωνικών ΜΜΕ που σχετίζονται με τον αθλητισμό ως «Ο Καλύτερος Πολωνός Ποδοσφαιριστής Όλων των Εποχών». Η φανέλα με το № 10 αποσύρθηκε από την Λέγκια Βαρσοβίας και τους Σαν Ντιέγκο Σόκερς. Άγαλμά του υπάρχει έξω από το Ολυμπιακό Στάδιο Της Βαρσοβίας. Τον Ιούνιο του 2012 θάφτηκε στη Βαρσοβία, στο Στρατιωτικό Νεκροταφείο του Ποβάτσκι.


PALMARES

Περίοδος: Σύλλογος, Συμμετοχές (Γκολ)

Εφηβική καριέρα

  • 1958–1966: Włókniarz Starogard Gdański

Επαγγελματική καριέρα

  • 1966: Łódzki Klub Sportowy Spółka Sportowa, 1 (0)
  • 1966–1978: Wojskowy Klub Sportowy Legia Warszawa, 304 (93)
  • 1978–1981: Manchester City Football Club, 38 (12)
  • 1981–1984: The San Diego Sockers, 90 (44)
  • 1981–1987: The San Diego Sockers – Ποδόσφαιρο Σάλας, 169 (118)

Σύνολα καριέρας: 602 (267)

Διεθνής

  • 1968–1978: Πολωνία, 97 (41)

Τίτλοι

Συλλογικοί 

Με τη Legia Warszawa
  • Πρωτάθλημα Πολωνίας: 2 (1968/69, 1969/70)
  • Κύπελλο Πολωνίας: 2 (1965/66, 1972/73)

Διεθνείς

Με τη Πολωνία
  • Παγκόσμιο Κύπελλο: 3η θέση το 1974
  • Ολυμπιακοί Αγώνες: Χρυσό Μετάλλιο στο Μόναχο το 1972, Χάλκινο Μετάλλιο στο Μόντρεαλ το 1976

Προσωπικές Διακρίσεις

  • Καλύτερος Πολωνός Ποδοσφαιριστής Όλων των Εποχών
  • Πρώτος Σκόρερ Ολυμπιακού Τουρνουά: 1972
  • Καλύτερος Ευρωπαίος Ποδοσφαιριστής: 3η θέση το 1974


Συμπληρωματικά στοιχεία από το retrosport.wordpress.com