Πέμπτη, 13 Οκτωβρίου 2016

Ματ Λε Τισιέ: Ο χοντρός Θεός της μπάλας!

Ο Άγγλος μεσοεπιθετικός Ματ Λε Τισιέ (Matthew «Matt» Paul Le Tissier), γεννήθηκε στις 14 Οκτωβρίου του 1968, στο Σεντ Πίτερ Πορτ, την πρωτεύουσα και το μεγαλύτερο λιμάνι στο νησί του Γκέρνσεϊ, στο Κανάλι της Μάγχης, κοντά στις γαλλικές ακτές. Πέρασε ολόκληρη την επαγγελματική του καριέρα με τη Σαουθάμπτον και κέρδισε 8 διεθνείς συμμετοχές με την Εθνική ομάδα της Αγγλίας.  Ένας δημιουργικός μεσοεπιθετικός, με εξαιρετικές τεχνικές δεξιότητες, είναι ο 2ος υψηλότερος σκόρερ στην ιστορία της Σαουθάμπτον πίσω από τον Μικ Σάνον (Mick Channon) και ονομάστηκε Καλύτερος Νέος Παίκτης της Χρονιάς από τους επαγγελματίες συναδέλφους του το 1990, ενώ ήταν ο πρώτος μέσος που σκόραρε 100 γκολ στην Πρέμιερ Λιγκ. Θεωρείται ως ο καλύτερος εκτελεστής πέναλτι στη ιστορία, από το γεγονός ότι, μετέτρεψε σε γκολ τα 47 από τα 48 πέναλτι που εκτέλεσε στην καριέρα του! Θα μνημονεύεται αιωνίως στη πόλη του αγγλικού νότου, που οι κάτοικοι του φημίζονται για την επαφή τους με τη θρησκεία και γι' αυτό τους έχουν κολλήσει και το παρατσούκλι «Οι Άγιοι», ένα παρατσούκλι που συντροφεύει και την ποδοσφαιρική ομάδα της πόλης. Μπαίνοντας στη πόλη, σε κάθε είσοδο της, συναντάς τεράστιες επιγραφές με το μήνυμα: «Καλώς ήρθατε στο Σαουθάμπτον. Βρίσκεστε στην πόλη του Θεού»! Για τους φίλους της, ήταν, είναι και μάλλον θα παραμείνει για πολύ καιρό, ο ένας και μοναδικός, δικός τους Θεός! Για πάρα πολλούς  από αυτούς, είναι ότι πιο όμορφο, ότι πιο συναρπαστικό έχουν δει ποτέ να χαϊδεύει το τόπι. Πρόκειται για τον «Μεσσία» τους, εκείνον που έκανε το παλιό «Δι Ντελ» (Η Καμπάνα –το παλαιό γήπεδο της Σαουθάμπτον) να γεμίζει μόνο και μόνο για χάρη του! Εκείνον που απαρνήθηκε τους πάντες και τα πάντα απλά και μόνο για να μπορεί να φορά τη φανέλα των «Αγίων». Εκείνον που έκανε και τους λιγοστούς άπιστους της πόλης να πιστέψουν ότι... Θεός υπάρχει. Και έτσι τον ονόμασαν «Le God»!


Ο ίδιος λάτρεψε το μέρος, δίχως να έχει καν γεννηθεί εκεί. Με γαλλικές ρίζες, όπως μαρτυρά και το επίθετο του, μέσω του προ-πάππου του από την πλευρά του πατέρα του, Olivier Arnaud Le Tissier, ο οποίος για πρώτη φορά έφτασε στο Γκέρνσεϊ από την γενέτειρά του, τη Λοριάν, στις αρχές της δεκαετίας του 1900, γεννήθηκε και μεγάλωσε στο μικρό νησάκι του Γκέρνσεϊ, όπου έκανε και τα πρώτα ποδοσφαιρικά του βήματα, στην Βέιλ Ρικριέισον, στην οποία αγωνιζόταν από τα 7 έως τα 16 του χρόνια. Στην ηλικία των 15 ετών, το 1983, ενδιαφέρθηκε γι’ αυτόν η Όξφορντ Γιουνάιτεντ, χωρίς να γίνει κάτι περισσότερο. Μετακόμισε στο Σαουθάμπτον, το 1986 σε ηλικία 18 ετών. Αν και ως πιτσιρικάς έκανε μαγικά με τη μπάλα, προκαλούσε παράλληλα και τον χλευασμό, καθότι είχε αρκετά παραπανίσια κιλά. Αυτά, θα τον συνόδευαν σε όλη του την καριέρα!

Έκανε το ντεμπούτο του σε μια ήττα 3-4 ήττα στο Νόργουιτς και μέχρι το τέλος της σεζόν είχε σημειώσει 6 γκολ σε 24 παιχνίδια πρωταθλήματος, συμπεριλαμβανομένου ενός χατ-τρικ εναντίον της Λέστερ στο πρωτάθλημα. Σκόραρε τα 2 πρώτα γκολ του σε ένα παιχνίδι για τον 3ο γύρο του Λιγκ Καπ, εντός έδρας εναντίον της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, στις 4 Νοεμβρίου του 1986, ένα ματς που η Σαουθάμπτον κέρδισε με 4-1 και ήταν το τελευταίο του Ρον Άτκινσον (Ron Atkinson) στο πάγκο των φιλοξενουμένων.  Έκανε 19 εμφανίσεις στο πρωτάθλημα της σεζόν 1987/88, απέτυχε να σκοράρει, αλλά τη περίοδο 1988/89, σκόραρε 9 φορές σε 28 παιχνίδια πρωταθλήματος.


Ψηφίστηκε ως ο Καλύτερος Νεαρό Παίκτης της Χρονιάς από τους συναδέλφους του, για τη σεζόν 1989/90, στην οποία ήταν ένας από τους κορυφαίους σκόρερ στο πρωτάθλημα, με 20 γκολ για τη Σαουθάμπτον, τερματίζοντας 7ος στη πρώτη κατηγορία, την υψηλότερη του συλλόγου σε 5 χρόνια. Η υψηλότερη επίδοσή του στο πρωτάθλημα, ήταν τη σεζόν 1993/94, όταν σκόραρε 25 γκολ. Την επόμενη περίοδο σκόραρε το Καλύτερο Γκολ της σεζόν, ένα τρομερό σουτ έξω από τη περιοχή εναντίον της Μπλάκμπερν και του φίλου του Τιμ Φλάουερς (Tim Flowers), παλιού τερματοφύλακα της Σαουθάμπτον

«Κάθε φορά που με φώναζαν “Le God” πραγματικά δεν ήξερα τι να απαντήσω. Φαντάζεστε ο Θεός να ακολουθούσε την δική μου διατροφή; Αυτή αποτελούνταν αποκλειστικά από μπύρα και χάμπουργκερ. Πολλές φορές πριν από κάποιο ματς έπινα τόσες πολλές μπύρες που δεν μπορούσα να κουνήσω τον κώλο μου. Και όταν ξεκινούσε το ματς όλο κατουριόμουν και νόμιζα ότι θα τα κάνω πάνω μου»,
αποκάλυψε στην αυτοβιογραφία του.


Βασικά το ρήμα “αποκάλυψε” είναι μάλλον παράταιρο, μιας και άπαντες γνώριζαν τις συνήθειες του! Και όμως δεν ενοχλούνταν, από τη στιγμή που έμπαινε στο γήπεδο και τρέλαινε φίλους και αντιπάλους με τα απίθανα που έκανε. Μεσοεπιθετικός με οργιώδη φαντασία, μπορούσε να κρατήσει τη μπάλα όπως και όσο ήθελε χωρίς να του την παίρνουν. Μοίραζε 40άρες μπαλιές με χειρουργική ακρίβεια και οργάνωνε μαεστρικά την ομάδα. Όταν δε ήταν να σκοράρει, το έκανε με τρελούς τρόπους. Το αγαπημένο του ήταν οι λόμπες και το να σημαδεύει τα παραθυράκια. Το να βάζει απλά γκολ του φαινόταν βαρετό. Ωστόσο, το κορυφαίο που έκανε ήταν άλλο. Αν και σε κάθε αγώνα ήταν πάντα ο πιο βαρύς και αργός παίκτης στο χορτάρι, μπορούσε να προσπεράσει με τη μπάλα 2, 3, 4 ή και 5 αντιπάλους μόνο και μόνο με τις μυθικές προσποιήσεις του!


Κάπως έτσι τον ύμνησαν πολλοί ξακουστοί παίκτες ανά τον κόσμο.
«Για μένα ήταν φαινόμενο. Θυμάμαι που τον έβλεπα και τρελαινόμουν!»,
έχει πει χαρακτηριστικά ο Τσάβι (Xavier «Xavi» Hernández Creus), με τον Λε Τισιέ να απαντάει σε αυτό πάντοτε με χιούμορ:
«Όταν έμαθα ότι ήμουν ίνδαλμα του Τσάβι, έφτιαξα ένα μπλουζάκι που έγραφε “Ο Τσάβι με θαυμάζει!”. Το φορούσα και καμάρωνα».

Φυσικά τον γούσταραν και οι αντίπαλοι προπονητές. Στα 16 χρόνια που διήρκεσε η καριέρα του, από το 1986 έως το 2002, τον προσέγγισαν πολλές σπουδαίες ομάδες. Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, Λίβερπουλ, Τσέλσι, Νότιγχαμ Φόρεστ, Αρσεναλ, Τότεναμ, Ατλέτικο Μαδρίτης, Γιουβέντους, Μίλαν  και Λάτσιο  ασχολήθηκαν κάποια στιγμή με την περίπτωση του, μα πιο κοντά απ' όλες βρέθηκε η πρώτη.

Το καλοκαίρι του 1992 ο Σερ Άλεξ Φέργκιουσον (Sir Alexander Chapman "Alex" Ferguson), αναζητούσε το καινούργιο του № 7. Πήρε το αυτοκίνητο, κατέβηκε στο Νότο και μίλησε προσωπικά με τον Λε Τισιέ. Σχεδόν τον είχε πείσει και αποχώρησε με αυτή την εντύπωση. Την επόμενη του τηλεφώνησε για να του πει "ΟΧΙ"! Επειδή το μόνο που γούσταρε πραγματικά ήταν το να παίζει για τη Σαουθάμπτον!
«Ήταν εύκολο για μένα να πάω στη Γιουνάιτεντ ή τη Λίβερπουλ. Θα νικούσα συνεχώς και θα έπαιρνα τίτλους. Εμένα όμως ποτέ δεν με ιντρίγκαρε κάτι τέτοιο. Ανέκαθεν προτιμούσα να βρίσκομαι στην άκρη της αβύσσου, να παίζω με την πίεση και το άγχος της επιβίωσης και της σωτηρίας! Το να αγωνίζεσαι στις μεγαλύτερες ομάδες είναι αναμφίβολα κάτι πολύ σημαντικό. Δεν συγκρίνεται όμως με το να φοράς τη φανέλα της Σαουθάμπτον, να παίζεις εναντίον τους και να τις νικάς. Και εγώ αποφάσισα να αφιερωθώ σε αυτή την ικανοποίηση!»,
εξήγησε μία φορά κι έναν καιρό ο ίδιος.


Βέβαια δεν του βγήκε άσχημα εδώ που τα λέμε εκείνο το ΟΧΙ του Φέργκιουσον, μιας και μετά από αυτό στράφηκε προς τον Ερικ Καντονά (Eric Cantona), με την ιστορία να γράφεται υπέροχα για τη Γιουνάιτεντ από τα μαγικά πόδια του Γάλλου. Όσο για τον Λε Τισιέ, ο θρυλικός πλέον κόουτς της Γιουνάιτεντ δεν κράτησε κακία, αλλά είχε μία κολακεία να πει:
«Μπορούσε να πάρει μόνος του ένα ματς εάν και εφόσον είχε όρεξη. Μόλις του ερχόταν, διέλυε κάθε πλάνο, κάθε άμυνα. Ήταν τρομερός!».
Αυτό ακριβώς όμως ήταν το θέμα με τον Ματ: το πότε είχε όρεξη και το πότε έπινε μπύρες και βαριόταν. Εάν είχε υπάρξει αθλητικός τύπος και έκανε καλή ζωή, στην Αγγλία ακόμα θα ψάχνανε τον δεύτερο καλύτερο τους.


Ο Ματ Λε Τισιέ είναι ο 2ος καλύτερος σκόρερ στην ιστορία της Σαουθάμπτον, πίσω από τον τεράστιο Μίκι Σάνον (Mick Channon). Στις 2 Απριλίου του 2000, έγινε ο πρώτος ποδοσφαιριστής που σκόραρε 100 γκολ στην Premier League και ο 6ος στην ιστορία του αγγλικού ποδοσφαίρου. Θεωρείται ως ο καλύτερος εκτελεστής πέναλτι στη ιστορία, από το γεγονός ότι, μετέτρεψε σε γκολ τα 47 από τα 48 πέναλτι που εκτέλεσε στην καριέρα του! Η μόνη αποτυχία του, ήρθε στις 24 Μαρτίου του 1993 έναν αγώνα εναντίον της Νότιγχαμ Φόρεστ, όταν η εκτέλεσή του αποκρούστηκε από τον γκολκίπερ της Φόρεστ, τον Μαρκ Κρόσλεϊ (Mark Crossley, κατόρθωμα τόσο μοναδικό που ο ίδιος ο Κρόσλεϊ περιγράφει ως μια από τις σημαντικότερες της καριέρας του! Στις 19 Μαΐου του 2001, εναντίον της Άρσεναλ, σκόραρε το τελευταίο γκολ που μπήκε στο «Δη Ντελ», αφού την επόμενη σεζόν, η Σαουθάμπτον μετακόμισε στο καινούργιο της γήπεδο, το ‘’Σεντ Μέρις Στάντιουμ’’ (St Mary's Stadium). Το γκολ αυτό, ήταν και το τελευταίο του για την Σαουθάμπτον. Έπαιξε μερικά παιχνίδια την περίοδο 2001/02 για τον σύλλογο, στην πρώτη σεζόν στο νέο της γήπεδο. Η τελευταία του εμφάνιση για τους «Αγίους» ήρθε κόντρα στην Γουέστ Χαμ, στις 30 Ιανουαρίου του 2002.


Ως καταγόμενος από το Κανάλι της Μάγχης, μπορούσε να επιλέξει να αγωνιστεί σε οποιαδήποτε από τις Βρετανικές εθνικές ομάδες. Επέλεξε την Αγγλία, με την οποία αγωνίστηκε από το 1994 έως το 1997. Πραγματοποίησε 8 εμφανίσεις με τα «Λιοντάρια» χωρίς να σημειώσει κάποιο τέρμα. Επιλέχθηκε από τον Τέρι Βέναμπλς (Terry Venables) για να ξεκινήσει στον περίφημο φιλικό αγώνα εναντίον του Έιρε, στις 15 Φεβρουαρίου του 1995, όταν μετά από ένα γκολ των Ιρλανδών στο 22ο λεπτό, από τον Ντέιβιντ Κέλι (David Kelly), μια ομάδα οπαδών της Αγγλίας προκάλεσε μεγάλες ταραχές, με αποτέλεσμα ο Ολλανδός διαιτητής  Ντικ Γιολ (Dick Jol) να διακόψει τον αγώνα. Παρά τις εξαιρετικές εμφανίσεις του στο πρωτάθλημα, αγνοήθηκε από τον Γκλεν Χοντλ (Glenn Hoddle) για την τελική φάση του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1998. Ήταν και η αιτία που δεν αγωνίστηκε ξανά για την εθνική ομάδα,


 Μετά τη συνταξιοδότησή του ως ποδοσφαιριστής, εργάζεται έως σήμερα ως μέλος της ειδικής ομάδας για το κανάλι «Sky Sports» που μεταδίδει τους αγώνες της Πρέμιερ Λιγκ. Θεωρείτε αυθεντία επάνω σε ποδοσφαιρικά θέματα! Το 2011 έγινε επίτιμος πρόεδρος της Γκέρνσεϊ, την οποία βοηθά σε οικονομικά θέματα. Παντρεύτηκε την, από τη παιδική του ηλικία, αγαπημένη του Cathy και έχει δύο παιδιά, αλλά το ζευγάρι χώρισε το 1997. Στη συνέχεια παντρεύτηκε την Angela Nabulsi το 2008, με την οποία έχει άλλο ένα παιδί. Και οι τρεις αδελφοί του, επίσης, έπαιξαν ποδόσφαιρο, αλλά ποτέ επαγγελματικά.
  

Ο Ματ Λε Τισιέ υπήρξε ένα καθαρόαιμο, εκπληκτικό, αυθεντικό ταλέντο. Ακόμα και με αυτά τα χτυπητά ελαττώματα του, ξεχώρισε σε ένα τόσο γρήγορο πρωτάθλημα όπως η Πρέμιερ Λιγκ. Πάνω απ' όλα όμως λατρεύτηκε για την πίστη του:
«Μπορείς ν' αλλάξεις γυναίκα, δουλειά, κατηγορία, σπίτι, ήρωες, ακόμα και μεταμόσχευση καρδιάς μπορείς να κάνεις. Εκείνο όμως που δεν γίνεται ποτέ ν' απαρνηθείς, είναι η φανέλα της αγαπημένης σου ομάδας!».
Αυτή την σπάνια ποδοσφαιρική πίστη που απαρνήθηκε το χρήμα και τη δόξα λοιπόν ήταν που εκείνος μετέφερε και τελικά την εισέπραττε στο πολλαπλάσιο σε αυτή την θρησκευτική πόλη του Νότου. Και κάπως έτσι έγινε ο δικός τους «Le God» και που όσα χρόνια και να περάσουν, δεν θα λησμονηθεί ποτέ ως ένας... ξεχασμένος ποδοσφαιρικός Θεός!


PALMARES

Περίοδος: Σύλλογος, Συμμετοχές (Γκολ)



Εφηβική καριέρα
  • ·         1975–1984: Vale Recreation Football Club
  • ·         1985/86: Southampton Football Club


Επαγγελματική καριέρα
  • ·         1986–2002: Southampton Football Club, 456 (161)
  • ·         2002/03: Eastleigh Football Club, 17 (3)
  • ·         2013: Guernsey Football Club, 1 (0)

Σύνολα καριέρας: 461 (164)

Διεθνής
  • ·         1988–1990: Εθνική Νέων Αγγλίας, 21 (3)
  • ·         1994–1997: Αγγλία, 8 (0)


Τίτλοι
Με τη Southampton
  • ·         Full Members Cup: φιναλίστ 1992


Προσωπικές Διακρίσεις
  • ·   Καλύτερος Νέος Παίκτης της Χρονιάς από την Ένωση Επαγγελματιών Ποδοσφαιριστών Αγγλίας: 1989/90
  • ·         Παίκτης της Χρονιάς από τους οπαδούς της Σαουθάμπτον: 3 (1989/90, 1993/94, 1994/95)
  • ·         Γκολ του Μήνα για την Αγγλία: 3 (Οκτώβριος 1993, Αύγουστος 1994, Δεκέμβριος 1994)
  • ·         Παίκτης του Μήνα για τη Premier League: 2 (Δεκέμβριος 1994, Οκτώβριος 1996)
  • ·     Μέλος Ιδανικής 11άδας της Χρονιάς για τη Premier League από την Ένωση Επαγγελματιών Ποδοσφαιριστών Αγγλίας: 1994/95
  • ·         Γκολ της Χρονιάς για την Αγγλία: 1994/95
  • ·         Μέλος του Hall of Fame Αγγλικού Ποδοσφαίρου: 2013



Πηγή: gazzeta.gr