Πέμπτη, 13 Οκτωβρίου 2016

Ζιλ Ριμέ: Ο εμπνευστής του Μουντιάλ

Ο Γάλλος δικηγόρος, άνθρωπος των γραμμάτων και ποδοσφαιρικός παράγοντας, Ζιλ Ριμέ (Jules Rimet) γεννήθηκε στις 14 Οκτωβρίου του 1873, στο Τουλέ, στο διαμέρισμα Οτ-Σον, του νομού Φραντς-Κομτέ, στην ανατολική Γαλλία, κοντά στα σύνορα με την Ελβετία. Ήταν ο 3ος Πρόεδρος της FIFA, υπηρετώντας την από το 1921 έως το 1954, όντας ο μακροβιότερος πρόεδρος της, στη θέση αυτή για 33 χρόνια. Διετέλεσε επίσης πρόεδρος της Γαλλικής Ποδοσφαιρικής Ομοσπονδίας από το 1919 έως το 1942. Με δική του πρωτοβουλία διοργανώθηκε το πρώτο Παγκόσμιο Κύπελλο που πραγματοποιήθηκε το 1930 στην Ουρουγουάη. Το Τρόπαιο Ζιλ Ριμέ μάλιστα, το Κύπελλο που έπαιρναν οι νικήτριες ομάδες μέχρι και το 1970, όταν κατακτώντας το για 3η φορά η Βραζιλία το έκανε για πάντα δικό της, ονομάστηκε προς τιμήν του. Είναι ο ιδρυτής επίσης του γαλλικού ποδοσφαιρικού συλλόγου, του Ερυθρού Αστέρα της Σεντ Ουέν.

Πάνω από όλα, ήταν ένας άνθρωπος που αγαπούσε το ποδόσφαιρο, για την ακρίβεια, λάτρευε το ποδόσφαιρο! Είναι ένας οραματιστής που, σε νεαρότατη ηλικία, πρωτοστάτησε στη δημιουργία της Παγκόσμιας Ποδοσφαιρικής Ομοσπονδίας, της FIFA, μέσα από την ιδιότητα του προέδρου της Γαλλικής Ένωσης Αθλητικών Σωματείων και είναι ο άνθρωπος που εμπνεύστηκε την υπέρτατη ποδοσφαιρική διοργάνωση αυτού του πλανήτη, το Παγκόσμιο Κύπελλο, σε εποχές μάλιστα όταν ελάχιστοι έδιναν σημασία σε αυτήν την …«ανοησία με τους 22 μαντράχαλους που κυνηγούν μια δερμάτινη μπάλα!» Γι’ αυτό και παρότι η μόρφωση, η κουλτούρα και τα ακαδημαϊκά προσόντα του εν γένει, θα του επέτρεπαν να διαπρέψει, είτε στην νομική επιστήμη την οποία και είχε σπουδάσει, είτε σε κάποιο άλλο τομέα των γραμμάτων, εκείνος από πολύ μικρή ηλικία τάχθηκε στην υπηρεσία της «στρογγυλής θεάς» και τελικά βοήθησε στην παγκοσμιοποίηση της!


Γόνος μεγαλοαστικής οικογένειας, από πιτσιρικάς ακόμη γνώρισε τα βιβλία, τη μουσική και όλες τις μικρές διανοητικές απολαύσεις, οι οποίες την εποχή εκείνη αποτελούσαν προνόμιο της ελίτ. Ο Ζιλ Ριμέ πέρασε το σύνολο της παιδικής του ηλικίας στο Τουλέ, μαζί με τον παππού του που ήταν αγρότης, καθώς ο πατέρας του είχε αποχωρήσει για το Παρίσι ώστε να βρει δουλειά. Δεν τον ξαναβρήκε παρά μόνο σε ηλικία 11 ετών, ενώ πήρε το γαλλικό απολυτήριο του λυκείου (baccalauréat) παρακολουθώντας μαθήματα τα βράδια. Όταν ήρθε η ώρα των σπουδών, η νομική έμοιαζε η καλύτερη δυνατή επιλογή για τον νεαρό, ο οποίος ήδη είχε αναπτύξει και ευρύτητα πνεύματος αλλά και ενδιαφέρον για τα κοινά.

Στις 21 Φεβρουαρίου του 1897, μαζί με τον αδελφό του Μοντέστ (Modest) και άλλους γνωστούς του, ίδρυσε τον αθλητικό σύλλογο της Ρεντ Σταρ του Σεντ Ουέν, , που, σύμφωνα με τις αρχές του Ριμέ, δεν έκανε ταξικές διακρίσεις και του οποίου, το 1904 έγινε πρόεδρος του. Ένα από τα αθλήματα στον Ερυθρό Αστέρα ήταν και το ποδόσφαιρο, που εκείνο τον καιρό είχε αρχίσει να γίνεται πολύ δημοφιλές. Τα προηγούμενα χρόνια, οι Γάλλοι απαξίωναν το ποδόσφαιρο καθώς θεωρούσαν πως ήταν ένα άθλημα για εγκληματίες και για τους Άγγλους, με τους οποίους είχαν πολύ μεγάλη κόντρα! Αυτό ήταν και το πρώτο σκαλοπάτι της ανάμειξης του στο ποδόσφαιρο. Πολύ γρήγορα θα ακολουθούσαν και όλα τα υπόλοιπα, τα οποία θα τον οδηγούσαν στην κορυφή της ιεραρχίας. Ο σύλλογος εντάχθηκε στο Πρωτάθλημα του Παρισιού που διοργάνωνε η USFSA (Union des Sociétés Françaises de Sports Athlétiques) η Ένωση Γαλλικών Αθλητικών Σωματείων. Πήρε  διοικητικό αξίωμα στην USFSA και συμμετείχε στην ίδρυση της FIFA το 1904, που στόχος της ήταν η δημιουργία μιας παγκόσμιας ποδοσφαιρικής διοργάνωσης. Το πρώτο δειλό βήμα της, νεοσύστατης τότε, Παγκόσμιας Ομοσπονδίας, ήταν ένα ερασιτεχνικό ποδοσφαιρικό πρωτάθλημα στο πλαίσιο των Ολυμπιακών Αγώνων, το 1908 στο Λονδίνο. Ωστόσο, η USFSA ήρθε σύντομα σε ρήξη με τον διεθνή οργανισμό, απαγορεύοντας σε όλα τα σωματεία που την αποτελούσαν να δίνουν διεθνείς αγώνες! Ο Ζιλ Ριμέ πέρασε τότε τον σύλλογό του, τη Ρεντ Σταρ, υπό την σκέπη της LFA (Ligue de Football Association), της ποδοσφαιρικής Λίγκας πρόδρομο της Γαλλικής Ποδοσφαιρικής Ομοσπονδίας, η οποία ήταν μέλος της CFI (Comité Français Interfédéral), της Γαλλικής Ομοσπονδιακής Επιτροπής, η οποία ήταν αναγνωρισμένη από την FIFA, το 1908.


Το 1898 είχε ιδρύσει επίσης μια χριστιανική, ρεπουμπλικανική και δημοκρατική εφημερίδα, την «Journal La Revue» (Η Εφημερίδα), η οποία συγχωνεύτηκε, το 1899 με το περιοδικό «Le Sillon» (Ο Δρόμος) του Μαρκ Σαννιέ (Marc Sangnier), το οποίο ωθούσε μεγάλο αριθμό πιστών Χριστιανών να αποκηρύξουν το πολίτευμα της Βασιλείας. Πολύ γρήγορα θα ακολουθούσαν και όλα τα υπόλοιπα, τα οποία θα τον οδηγούσαν στην κορυφή της ιεραρχίας. Με τη δική του καθοδήγηση, λοιπόν το 1910 δημιουργήθηκε το πρώτο επίσημο γαλλικό πρωτάθλημα! Για τον οραματιστή Παριζιάνο, η διοργάνωση ενός θεσμού με τη συμμετοχή των καλυτέρων εθνικών ομάδων ανά τον κόσμο, αποτελούσε τον ταχύτερο τρόπο εξάπλωσης του αθλήματος, όσο και οι δυσκολίες ενός τέτοιου εγχειρήματος ήταν ολοφάνερα πολλές. Τα σχέδια που είχε για τη FIFA πήραν αναβολή λόγω του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, όπου ο Ριμέ υπηρέτησε στον γαλλικό στρατό με τον βαθμό του λοχαγού πεζικού και τιμήθηκε με τον "Σταυρό του Πολέμου" (Croix de Guerre). Κατά τη διάρκεια όμως του Παγκοσμίου Πολέμου έγινε κάτι που κανένας δεν περίμενε. Φάνηκαν τα πρώτα βήματα παγκοσμιοποίησης του ποδοσφαίρου καθώς το 1914 Βρετανοί και Γερμανοί στρατιώτες επιδόθηκαν σε ποδοσφαιρικούς αγώνες.


Εκλέχτηκε πρόεδρος της νεοσυσταθείσας Γαλλικής Ποδοσφαιρικής Ομοσπονδίας (FFF -Fédération Française de Football), στις 11 Απριλίου του 1919. Έτσι, από τη θέση αυτή, ξεκίνησε να ανιχνεύσει τις προθέσεις της FIFA για μια τέτοια προσπάθεια. Επειδή όμως η Παγκόσμια Ομοσπονδία περνούσε τις δικές της δυσκολίες εκείνη την περίοδο, απόρροια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, ο 45άρης πια δικηγόρος, κατάλαβε ότι έπρεπε να κάνει ένα ακόμη βήμα, πιο ψηλά. Έτσι, την 1η Μαρτίου του 1921 εκλέχθηκε πρόεδρος τη FIFA, θέση στην οποία έμεινε για 33 ολόκληρα χρόνια! Με τις σωστές κινήσεις κατάφερε να αυξήσει τα μέλη της FIFA από δώδεκα σε 85, παρά τις απώλειες της Αγγλικής, της Ουαλικής και της Σκωτσέζικης Ομοσπονδίας. Ο λόγος που οι βρετανικές ομοσπονδίες έφυγαν από τη FIFA, ήταν πως οι Βρετανοί δεν ήθελαν να συνεργαστούν με παλιούς εχθρούς και πίστευαν πως εκτός Βρετανίας, το ποδόσφαιρο δεν ήταν επαγγελματικό! Εκτός των Βρετανικών Ομοσπονδιών, ο Ριμέ συνάντησε αντίσταση στην υλοποίηση των στόχων του από τον Πιέρ ντε Κουμπερτέν (Pierre de Coubertin), ιδρυτή της Διεθνούς Ολυμπιακής Επιτροπής και αναβιωτή του Oλυμπιακού Iδεώδους.


Η διοργάνωση ενός Παγκοσμίου Κυπέλλου στα χρόνια του Μεσοπολέμου αποδείχθηκε δύσκολη υπόθεση. Στις 10 Δεκεμβρίου του 1926, ανέθεσε τη μελέτη της διοργάνωσης που είχε οραματιστεί. Όταν όλα πια είχαν πάρει το δρόμο τους και έπειτα από πολλές προτάσεις, συσκέψεις, αντιρρήσεις και διαμάχες, τον Μάιο του 1928, ήρθε η ώρα της δικαίωσης για τον Ριμέ. Όμως, λόγω του υψηλού κόστους, όσες ευρωπαϊκές χώρες έδειξαν στην αρχή πρόθυμες να αναλάβουν το βάρος της διοργάνωσης (Ουγγαρία, Ολλανδία, Ιταλία, Ισπανία, Σουηδία), υπαναχώρησαν και έγινε σαφές ότι κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες, το πρώτο Παγκόσμιο Κύπελλο ή θα ματαιωνόταν ή θα γινόταν σε χώρα εκτός Ευρώπης. Η Ουρουγουάη, κάτοχος του Χρυσού Μεταλλίου στους δύο τελευταίους Ολυμπιακούς αγώνες, πήρε ουσιαστικά το χρίσμα άνευ αντιπάλου, με το πρόσχημα ότι το 1930 θα γιόρταζε τα 100 χρόνια της ανεξαρτησίας της. Αργεντινή, Βραζιλία, Βολιβία, Χιλή, Παραγουάη, Περού, Μεξικό και ΗΠΑ ανταποκρίθηκαν άμεσα, όχι όμως και οι ευρωπαϊκές χώρες. Οι αποστάσεις ήταν τεράστιες, το οικονομικό βάρος της μετακίνησης δυσβάσταχτο και χρειάστηκε η διαβεβαίωση της κυβέρνησης της Ουρουγουάης ότι θα καλύψει όλα τα έξοδα των αποστολών για να υπάρξει μια μικρή ανταπόκριση. Χαρακτηριστικό είναι ότι για να συμμετάσχει η Ρουμανία, έδωσε προσωπική δέσμευση ο βασιλιάς της, ο Κάρολος Β΄, ότι δεν θα χάσουν τη δουλειά τους οι παίκτες λόγω της πολύμηνης απουσίας τους!


Οι αποστολές της Ρουμανίας, του Βελγίου και της Γαλλίας, με τη συνοδεία του Ριμέ, τριών διαιτητών και του τροπαίου, έφυγαν με το ίδιο ατμόπλοιο για την Ουρουγουάη (η Γιουγκοσλαβία ταξίδεψε ξεχωριστά), με τους παίκτες να κάνουν προπονήσεις στο κατάστρωμα! Δέκα χιλιάδες Ουρουγουανοί τους υποδέχθηκαν στο λιμάνι του Μοντεβιδέο, με τους αγώνες να διεξάγονται στο στάδιο Centenario που ξεκίνησε να κτίζεται τον Φεβρουάριο του 1930 και για να είναι έτοιμο τον Ιούλιο, πέντε μέρες... μετά την έναρξη του Μουντιάλ, με 15.000 εργάτες να δουλεύουν καθημερινά! Έτσι, στις 18 Ιουνίου του 1930, στο Μοντεβιδέο, έγινε η πρώτη σέντρα μιας διοργάνωσης που θα άλλαζε τον παγκόσμιο αθλητισμό, άπαξ και δια παντός! Παρά τις ελλείψεις, η διοργάνωση πέτυχε και χάρις στο οργανωτικό μυαλό του Ριμέ, έγινε τελικά θεσμός. Τα πολλά προβλήματα του πρώτου Μουντιάλ δεν αποθάρρυναν τον Ριμέ, ο οποίος είδε τον κόσμο να αγκαλιάζει το τουρνουά με εξαιρετικό ενδιαφέρον. Άλλωστε, το 1934, στην Ιταλία η διοργάνωση ήταν αισθητά καλύτερη για να συνεχίσει τη βελτίωση της το 1938 στη Γαλλία, τη γενέθλια χώρα του εμπνευστή της.


Η επιτυχία των διοργανώσεων του 1934 στην Ιταλία και του 1938 στη Γαλλία, δεν κράτησε μόνο ζωντανή τη φλόγα του Παγκοσμίου Κυπέλλου, αλλά χάρισε στον Ζιλ Ριμέ δόξα και αναγνώριση. Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος, όπως ήταν φυσικό, έπνιξε κάθε πιθανότητα για αθλητικές διοργανώσεις. Μετά τον Πόλεμο, οι Βρετανικές ποδοσφαιρικές ομοσπονδίες αποφάσισαν να λαμβάνουν μέρος, από το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1950 και μετά, όπου ο ίδιος ο Ριμέ έδωσε το τρόπαιο στην Ουρουγουάη. Ωστόσο, το 1946 στη γιορτή των 25 χρόνων της παρουσίας του Γάλλου στον προεδρικό θώκο της FIFA, του έγινε η μεγαλύτερη τιμή! Το αγαλματάκι της Φτερωτής Νίκης, το τρόπαιο του Μουντιάλ, δηλαδή, απέκτησε ονοματεπώνυμο: το έλεγαν πια «Κύπελλο Ζιλ Ριμέ», όπως ακριβώς δηλαδή και το υπερήφανο πατέρα του, ως αναγνώριση της τεράστιας συμβολής του στην εξάπλωση του αθλήματος σε ολόκληρο τον πλανήτη. Εγκατέλειψε την προεδρία της FFF, το 1949, λόγω της «Υπόθεσης Σααρμπρίκεν» (Affaire Sarroise). Ο Ριμέ επιθυμούσε να εντάξει την Σααρμπρίκεν στο Πρωτάθλημα Γαλλίας, όμως αυτή η ενέργεια αποδοκιμάστηκε έντονα από τις υπόλοιπες ομάδες που το αποτελούσαν με το σύνθημα «καλύτερα η Μπορντό παρά η Σααρμπρίκεν».


Ο Γάλλος έζησε για να δει δύο ακόμη διοργανώσεις. Αυτές του 1950 και του 1954. Στο τέλος εκείνου του Μουντιάλ σε ηλικία 81 ετών εγκατέλειψε την προεδρία της FIFA. Κατά την θητεία του, ρεκόρ διάρκειας 33 ετών, δημιούργησε το Παγκόσμιο Κύπελλο Ποδοσφαίρου, εμπνεόμενος από την επιτυχία του Ολυμπιακού Τουρνουά. Το «Τρόπαιο Ζιλ Ριμέ» είναι η ονομασία που δόθηκε στις πρώτες εκδόσεις του Παγκοσμίου Κυπέλλου Ποδοσφαίρου, έως το 1970. Το πρώτο τρόπαιο, ήταν δημιουργία του Γάλλου γλύπτη Αμπέλ Λα Φλερ και είχε ελληνικότατο χαρακτήρα! Αναπαριστούσε τη θεά Νίκη και ήταν μασίφ, ασήμι με επίστρωση χρυσού, με βάση από από πέτρα ‘’lapis lazuli’’. Το ύψος του ήταν 35 εκ. και το βάρος του 3,8 κιλά. Πάνω του, αναγράφονταν τα ονόματα των νικητών της διοργάνωσης από το 1930 ως το 1970. Από το 1930 ως το 1970, η νικήτρια χώρα του Παγκοσμίου Κυπέλλου παρέμενε κάτοχός του για διάστημα τεσσάρων ετών, έως την επόμενη διοργάνωση.


Στη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, «σώθηκε» μένοντας κρυμμένο κάτω από ένα κρεβάτι στην Ιταλία. Μόλις 4 μήνες πριν αρχίσει το Παγκόσμιο Κύπελλο στην Αγγλία το 1966, το τρόπαιο κλάπηκε από το ‘’Westminster Central Hall’’ όπου φυλασσόταν. Μια εβδομάδα μετά ένα σκυλί με το όνομα Πικλς το βρήκε τυλιγμένο με μια εφημερίδα στον κήπο ενός σπιτιού στο νότιο Λονδίνο. Μέχρι και σήμερα κανένας δεν ξέρει πως βρέθηκε εκεί το τρόπαιο. Στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1970, η Βραζιλία το κατέκτησε για 3η φορά (οι πρώτες της δύο νίκες ήταν το 1958 και το 1962), και της δόθηκε να το κρατήσει μόνιμα στην τροπαιοθήκη της, όπως είχε συμφωνηθεί το 1930, πως όποια χώρα το κερδίσει 3 φορές θα το κρατούσε. Τον Δεκέμβρη του 1983, ληστές μπήκαν στο κτίριο της Ποδοσφαιρικής Ομοσπονδίας της Βραζιλίας, έσπασαν τη βιτρίνα στην οποία φυλασσόταν και το έκλεψαν. Υπάρχουν δυο παράδοξα στη δεύτερη ληστεία. Το πρώτο είναι πως στη κτίριο υπήρχε και ένα αντίγραφο του τροπαίου που φυλασσόταν σε μια ίδια βιτρίνα αλλά οι ληστές δεν ασχολήθηκαν με αυτό. Το 2ο  είναι πως, μετά την πρώτη ληστεία στην Αγγλία, οι διοικούντες της Βραζιλιάνικης Ποδοσφαιρικής Ομοσπονδίας είχαν δηλώσει, αλαζονικά, πως κάτι τέτοιο δεν πρόκειται να συμβεί στη Βραζιλία! Το έπαθλο χάθηκε οριστικά, καθώς οι κλέφτες το έλιωσαν και πούλησαν τα υλικά του!


Στο μουσείο, στη γενέτειρα πόλη του Ριμέ, το Τουλέ, φυλάσσεται ως κόρη οφθαλμού σε μια τροπαιοθήκη το μόνο πιστό και επίσημο αντίγραφο του βαρύτιμου τροπαίου. Το 1974, ένα νέο Τρόπαιο, διαφορετικού σχεδιασμού, ξεκίνησε να χρησιμοποιείται και μετονομάσθηκε σε «FIFA World Cup». Είναι σχέδιο του Ιταλού Σίλβιο Γκατσανίγκα και κατασκευάστηκε από χρυσό 18 καρατιών, με δύο στρώσεις μαλαχίτη, με ύψος 36 εκατοστά και βάρος 6,175 κιλά. Για λόγους ασφαλείας, μένει στην κατοχή της FIFA, με τους νικητές κάθε διοργάνωσης να κρατάνε ένα επίχρυσο αντίγραφο. Στη βάση του χαράζονται τα ονόματα των νικητών από το 1974 και όταν καλυφθεί το 2038 ο διαθέσιμος χώρος, θα κατασκευαστεί καινούργιο.


Το 1955 του έγινε μια ακόμη ύψιστη τιμή, καθώς προτάθηκε για το Νόμπελ Ειρήνης. Δεν το κέρδισε όμως καθώς υπήρχαν αμφιβολίες σχετικά με το πολιτικό του φρόνημα μετά το Παγκόσμιο Κύπελλο που διοργάνωσε η Ιταλία, το 1934, η οποία τότε είχε πρωθυπουργό τον Μπενίτο Μουσολίνι. Αυτό οδήγησε πολλές ομάδες να απουσιάσουν καθώς αρνήθηκαν να συμμετάσχουν σε μια διοργάνωση που γινόταν σε μια φασιστική χώρα. Ήταν το πρώτο Παγκόσμιο Κύπελλο που έγινε με ομίλους προκριματικών και ο τελικός ανάμεσα στην Ιταλία και την Τσεχοσλοβακία ήταν ο πρώτος που μεταδόθηκε μέσω ραδιοφώνου. Ο Ριμέ κατηγορήθηκε πως εθελοτυφλούσε στις πολιτικές πεποιθήσεις της Ιταλίας του Άξονα και κατηγορήθηκε ακόμα και για φιλοναζιστικά αισθήματα.


Ο γιος του τον περιγράφει ως « … ιδεαλιστή και ανθρωπιστή που πίστευε ακράδαντα πως το ποδόσφαιρο μπορεί να ενώσει τον κόσμο»! Και το πέτυχε με τεράστια επιτυχία. Με μεγάλη προσπάθεια κατάφερε να ανεβάσει το ποδόσφαιρο σε επαγγελματικό επίπεδο και το έκανε τον βασιλιά των σπορ! Ο Ζιλ Ριμέ, πέθανε στις 16 Οκτωβρίου του 1956, 2 ημέρες μετά τη συμπλήρωση των 83 χρόνων του. Έφυγε από τη ζωή, πλήρης ημερών και με ένα πολύ σημαντικό προνόμιο: γνωρίζοντας πολύ καλά ότι το όνειρο της ζωής του είχε θρονιαστεί για τα καλά στις καρδιές εκατομμυρίων φιλάθλων. Για αυτό και δεν είναι αυθαιρεσία να υποθέσει κανείς ότι ο Κος  Ριμέ εγκατέλειψε τα εγκόσμια ήσυχος και ευτυχισμένος!