Τρίτη, 25 Οκτωβρίου 2016

Βασίλης Χατζηπαναγής: Ο Νουρέγιεφ του ποδοσφαίρου

Ο Έλληνας μεσοεπιθετικός Βασίλης Χατζηπαναγής, γεννήθηκε, στις 26 Οκτωβρίου του 1954 στην Τασκένδη του σημερινού Ουζμπεκιστάν. Είναι ένας από τους σπουδαιότερους Έλληνες ποδοσφαιριστές Όλων των Εποχών. Το 1975 ήρθε στην Ελλάδα για τον Ηρακλή Θεσσαλονίκης, στον οποίο έκανε μεγάλη καριέρα, αγωνιζόμενος με τα χρώματά του μέχρι το τέλος της, το 1991. Εντυπωσιακή υπήρξε η συνεισφορά του στην κατάκτηση του Κυπέλλου Ελλάδας από τον Ηρακλή το 1976, σ’ έναν από τους ιστορικότερους τελικούς του θεσμού (σκορ: 4-4, 7-6 στα πέναλτι), όταν με τις ντρίπλες του, εξουδετέρωσε επανειλημμένα την άμυνα του Ολυμπιακού και πέτυχε δύο γκολ. Το 1984 κλήθηκε και αγωνίστηκε στη Μικτή Κόσμου.

Πριν έρθει στην Ελλάδα, είχε συμμετοχές στις σοβιετικές εθνικές ομάδες ελπίδων και εφήβων καθώς και στην Σοβιετική Ολυμπιακή ομάδα. Αυτός ήταν ο λόγος που δεν του επιτράπηκε να αγωνιστεί σε άλλο ματς της Εθνικής Ελλάδας, πλην ενός φιλικού με την Πολωνία. Αγωνίστηκε ξανά, τιμής ένεκεν, στις 14 Δεκεμβρίου του 1999, σε ηλικία 45 ετών, στο αποχαιρετιστήριο παιχνίδι που έδωσε προς τιμήν του η Εθνική Ελλάδος! Το 2003, με την ευκαιρία του εορτασμού των 50 χρόνων από την ίδρυση της UEFA, ανακηρύχθηκε κορυφαίος Έλληνας ποδοσφαιριστής των τελευταίων 50 χρόνων από την Ελληνική Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία. Είχε καταπληκτική ντρίπλα και αποκαλείτο «Νουρέγιεφ της μπάλας». Είναι Ο ΜΟΝΑΔΙΚΟΣ που αναγνωρίζεται ΑΒΙΑΣΤΑ από ΟΛΟΥΣ ανεξαιρέτως τους φιλάθλους, ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΩΣ ΟΠΑΔΙΚΗΣ ΠΡΟΤΙΜΗΣΗΣ ή άποψης για το άθλημα, ως ο Κορυφαίος που πάτησε το ποδάρι του σε ελληνικό ποδοσφαιρικό γρασίδι!

Οι γονείς του, Κυριάκος και Χρύσα, ήταν Έλληνες πολιτικοί πρόσφυγες, με καταγωγή κυπριακή, από την Άχνα της Αμμοχώστου. Πρωτόπαιξε ποδόσφαιρο στη Δυναμό Τασκένδης σε ηλικία 12 ετών. Πέρασε από όλα τα τμήματα υποδομής του Συλλόγου (Παιδικό, Εφηβικό Α', Εφηβικό Β', Νεολαίας και Ανδρών). Πήρε μέρος ακόμη σε δύο Πανενωσιακά πρωταθλήματα Παίδων που διεξήχθησαν για την ανεύρεση ταλέντων. Φοίτησε για 7 μήνες στην Ποδοσφαιρική Σχολή Νεολαίας και με την έναρξη της ποδοσφαιρικής περιόδου του 1972 εντάχθηκε στο δυναμικό της Παχτακόρ Τασκένδης, η οποία ήταν η ομάδα των βαμβακοπαραγωγών και μια από τις πιο πλούσιες ομάδες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης. Οι υπεύθυνοι του συλλόγου διέκριναν αμέσως την «φλέβα χρυσού» που χτύπησαν, υπήρχε όμως ένα πρόβλημα. Για να παίξει ο 17χρονος Βασίλης Χατζηπαναγής στο πρωτάθλημα της Σοβιετικής Ένωσης, θα έπρεπε να λάβει πρώτα την σοβιετική υπηκοότητα. Έτσι, μετά από αρκετές πιέσεις, οι γονείς του Χατζηπαναγή, έδωσαν την έγκριση για την ικανοποίηση του αιτήματος.


Σε ηλικία 17 ετών, το 1972, έκανε το ντεμπούτο του στο πρωτάθλημα και δεν χρειάστηκε μεγάλο διάστημα, ώστε να γίνει ευρέως γνωστό το ταλέντο του, ακόμα και στην Ελλάδα. Κατά την παραμονή του εκεί, έκανε 96 συμμετοχές και σημείωσε 22 γκολ. Η Παχτακόρ, το 1972, κέρδισε και την άνοδο στη Σοβιετική Ανώτατη Λίγκα. Κλήθηκε και στην εθνική ομάδα της Σοβιετικής Ένωσης κάτω των 19 ετών. Συμμετείχε μαζί της και στο προκριματικό τουρνουά για τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1976. Έκανε το ντεμπούτο του σε μια νίκη 3-0 εντός έδρας με τη Γιουγκοσλαβία,  σκοράροντας μάλιστα το τρίτο γκολ. Ο Χατζηπαναγής αγωνίστηκε σε τρεις ακόμη αγώνες των ελπίδων της ΕΣΣΔ, δύο κατά της Ισλανδίας και ένα κατά τη Νορβηγίας. Για την ιστορία του Σοβιετικού ποδοσφαίρου, θεωρείται ως ο δεύτερος καλύτερος αριστερός ακραίος επιθετικός, πίσω από τον τεράστιο Όλεγκ Μπκαχίν (Oleg Blokhine)! Οι μέρες του όμως στην Σοβιετική Ένωση ήταν μετρημένες. Το μέλλον του προδιαγραφόταν σαφώς πιο λαμπρό στην πατρίδα του. Παρά το γεγονός ότι ο προπονητής της εθνικής ομάδας Κονσταντίν Μπέσκοφ (Konstantin Beskov) είχε πει ότι «... η ικανότητά του ήταν πολύ πάνω από το επίπεδο στην Ελλάδα», αυτός είχε αποφασίσει την επιστροφή στη γη των πατέρων του.


Λίγο πριν αποβιβαστεί μάλιστα στη Θεσσαλονίκη το 1975, δίνει το πρώτο από τα γνώριμα ποδοσφαιρικά ρεσιτάλ του, όταν στο ματς με την παντοδύναμη Δυναμό Κιέβου, που προερχόταν από την κατάκτηση του Κυπέλλου Κυπελλούχων και του Ευρωπαϊκού Σούπερ Καπ απέναντι στην Μπάγερν Μονάχου (!), σκοράρει ένα γκολ και βγάζει 4 ασίστ, συμβάλλοντας τα μέγιστα στον θρίαμβο της Παχτακόρ με 5-0! Το όνομά του κυκλοφορεί στον αθλητικό Τύπο της Ευρώπης, αποτελώντας μέλος αφιερώματος του "France Football" και στην ΕΣΣΔ γίνεται πρωτοσέλιδο! Ο τότε πρόεδρος του Ηρακλή, Νίκος Ατματζίδης « ... μάθαμε για τον Χατζηπαναγή από έναν Ηρακληδέα που μας είχε ειδοποιήσει. Και έτσι χρειάστηκε να ταξιδέψω 5 φορές στην Τασκένδη για να μιλήσουμε από κοντά με τον πατέρα του να είναι παρών. Μας έπεισε με τα όσα μας είπε για τις ικανότητες του Βασίλη που είχαμε αποφασίσει να τον φέρουμε στον Ηρακλή, χωρίς να τον δούμε ποτέ να αγωνίζεται …».


Τον Νοέμβριο του 1975, λοιπόν, ο Ηρακλής Θεσσαλονίκης φέρνει στην Ελλάδα τον 21χρονο ομογενή Βασίλη Χατζηπαναγή. Όταν κατεβαίνει από το τρένο στον σιδηροδρομικό σταθμό της Θεσσαλονίκης, καθώς η φήμη του προηγούνταν … «Ήρθα με το τρένο στις 22 Νοεμβρίου του 1975. Με περίμεναν 1.500 άτομα στο σταθμό, είχε πολύ κόσμο για ένα παιδί που ερχόταν από την Τασκένδη. Ήταν πρωτόγνωρα για μένα. Εντάξει, ήμουν αναγνωρισμένος παίκτης στη Σοβιετική Ένωση με την Παχτακόρ, αλλά εδώ ήταν διαφορετικά. Είδα τη γιαγιά μου να με περιμένει. Ήταν πολύ συγκινητικό. Δεν την είχα δει από κοντά. Εκεί τη γνώρισα, όπως και άλλα μέλη της οικογένειάς μου». Την πρώτη κρούση για τον ομογενή Βάσια που τρέλαινε κόσμο στην Σοβιετική Ένωση την είχε κάνει μάλιστα ο Ολυμπιακός, αν και μόνο εύκολο δεν ήταν να αποκτήσει παίκτη από το «κόκκινο» καθεστώς: «Πρώτος ήρθε ο Ολυμπιακός, είναι γνωστό αυτό. Παίζαμε στην Ισλανδία με την Εθνική ΕΣΣΔ. Η Παχτακόρ δεν μπορούσε να με πουλήσει, όχι μόνο εμένα, όλους. Δεν έφευγαν τότε οι παίκτες από τις ομάδες τους, εκτός κι αν γυρνούσε ένας παίκτης στη χώρα του με επαναπατρισμό. Τελικά ο Ηρακλής ήταν εκεί όταν υπέγραψε η γιαγιά μου τον επαναπατρισμό μου. Μόνο εγώ είχα φύγει με αυτόν τον τρόπο κι ένας άλλος Ισπανός από την Τορπέντο Μόσχας».


Στις 7 Δεκεμβρίου, αγωνίστηκε για πρώτη φορά με τη φανέλα του «Γηραιού»! Οι φίλαθλοι της ομάδας γέμισαν ασφυκτικά το γήπεδο της Βέροιας (το «Καυτατζόγλειο» ήταν τιμωρημένο) προκειμένου να θαυμάσουν από κοντά το ταλέντο που θεωρούνταν τότε ο «Βάσια», με αντίπαλο τότε τον Ατρόμητο Αθηνών. Από τότε, η παρουσία του στους αγωνιστικούς χώρους συνεπαγόταν θέαμα, ντρίμπλες, γκολ, ασίστ και γενικά κάθε τι που θυμίζει την ομορφιά του ποδοσφαίρου. Οι φίλαθλοι γέμιζαν το «Καυταντζόγλειο», αλλά και τα γήπεδα της υπόλοιπης χώρας, για να παρακολουθήσουν τις επινοήσεις του «Βάσια», ο οποίος ταλαιπωρούσε τους αντίπαλους αμυντικούς σε σημείο... παρεξηγήσεως. Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις, όπως εκμυστηρεύεται ο ίδιος, που οι αντίπαλοι του τού ζητούσαν να μην τους κάνει... ντρίμπλα, ώστε να μην ρεζιλευτούν! Λέγεται ότι οι φίλοι του Ηρακλή διπλασιάστηκαν στην πρώτη δεκαετία του Χατζηπαναγή στην ομάδα, καθώς ο παίκτης-θαύμα έκλεβε όλη τη δόξα της συμπρωτεύουσας! Οι "χορευτικές" του κινήσεις στον αγωνιστικό χώρο οδήγησαν στον δημοσιογράφο τότε, αργότερα βουλευτή, παλιό αθλητή του Ηρακλή, Γιώργο Λιάνη, στο να του αποδώσει το παρατσούκλι «Νουρέγιεφ».


Στη τεράστια καριέρα του στον Ηρακλή ευτύχησε να πανηγυρίσει μόλις δύο τίτλους: Το κύπελλο Ελλάδος της σεζόν 1975/76 με αντίπαλο τον Ολυμπιακό, σ’ έναν από τους πιο εντυπωσιακούς τελικούς στην ιστορία του θεσμού, έναν αλησμόνητο αγώνα, (2-2 ο κανονικός αγώνας, 4-4 στη παράταση, 6-5 στα πέναλτι), με τις ντρίπλες του εξουδετέρωσε επανειλημμένα την άμυνα του Ολυμπιακού και πέτυχε δύο γκολ, οδηγώντας τον «Γηραιό» στην κατάκτηση του μοναδικού εγχώριου τίτλου στην ιστορία του! Επίσης, με τον Ηρακλή το 1984/85 κατέκτησε το Βαλκανικό Κύπελλο, επικρατώντας στο διπλό τελικό της ρουμάνικης Άρτζες Πιτέστι με 1-3 και 4-1. Είχε αποφασιστική συμβολή στην πρόκριση στον τελικό και στην κατάκτηση του κυπέλλου, αφού σημείωσε γκολ σε όλους τους γύρους: στο 5-1 του α΄ γύρου επί της Γαλατασαράι, στο 1-0 του ημιτελικού επί της Ανκαραγκουτσού ενώ στο β΄ τελικό, στη Θεσσαλονίκη, πέτυχε το τρίτο γκολ της ομάδας του με πέναλτι.


Από την πρώτη στιγμή, οι μεγάλες ομάδες της Αθήνας προσπάθησαν να αποκτήσουν τον μεσοεπιθετικό του Ηρακλή, ωστόσο οι αυστηροί κανονισμοί και οι ρήτρες που υπήρχαν στα τότε συμβόλαια των παικτών, δεν επέτρεπαν το «σπάσιμό» τους. Η φήμη του εντυπωσιακού αυτού ποδοσφαιριστή είχε εξαπλωθεί. Ορισμένοι ξένοι σύλλογοι είχαν παρουσιαστεί να ενδιαφέρονται για την απόκτησή του. Παρά το ενδιαφέρον από την Λάτσιο, την Άρσεναλ, την Πόρτο και την Στουτγάρδη, το διοικητικό συμβούλιο του συλλόγου φοβόταν τις συνέπειες της πώλησης του. Επιπλέον, οι φίλοι της ομάδας δεν θα άφηναν το είδωλό τους να φύγει, τον άνθρωπο που τους χάρισε τόσες μοναδικές στιγμές ποδοσφαιρικής ευφυΐας. Έτσι, η μεγάλη μεταγραφή που δικαιούταν ο «Βάσια» δεν έγινε ποτέ. Ο Χατζηπαναγής, παρέμεινε μέχρι το τέλος της καριέρας του, το 1991, στον Ηρακλή. Την τελευταία του επίσημη εμφάνιση με τα χρώματά του, την έκανε στις 26 Οκτωβρίου του 1990, την ημέρα των 36ων γενεθλίων του, στον αγώνα για το Κύπελλο UEFA με τη Βαλένθια στο Μεστάγια. Όσο και αν ακούγεται παράξενο, αυτή ήταν η μοναδική συμμετοχή του Χατζηπαναγή σε αγώνα ευρωπαϊκής διασυλλογικής διοργάνωσης. Με τη φανέλα του Ηρακλή αγωνίστηκε σε 281 παιχνίδια και σημείωσε 62 τέρματα. Κατέχει το ρεκόρ σε γκολ από απευθείας εκτελέσεις κόρνερ. Εννιά (αρ: 9) τον αριθμό.


Πριν έρθει στην Ελλάδα είχε συμμετοχές στις σοβιετικές εθνικές ομάδες ελπίδων και εφήβων, καθώς και στην Σοβιετική Ολυμπιακή ομάδα. Το 1976, κλήθηκε στην Εθνική Ελπίδων Ελλάδος, με την οποία αγωνίστηκε στις 3 Μαρτίου, σε νικηφόρο με 3-2 φιλικό αγώνα με τη Βουλγαρία, στο Βόλο. Μπήκε ως αλλαγή, στο 57΄, είχε σουτ στο δοκάρι στο 60΄ και στο 77΄, αφού ντρίπλαρε σχεδόν όλη την βουλγάρικη άμυνα, έκανε σέντρα στον Σπύρο Λιβαθηνό, που σημείωσε το τρίτο γκολ. Τον Ιούνιο του ίδιου έτους μετείχε στο Βαλκανικό Κύπελλο Ελπίδων που διεξήχθη στη Θεσσαλονίκη. Έπαιξε και στα τρία ματς της εθνικής με την Βουλγαρία (0-0), την Ρουμανία (2-1) και στον τελικό με την Γιουγκοσλαβία (0-1) και ήταν από τους διακριθέντες.

Την ίδια χρονιά κλήθηκε στην Εθνική Ελλάδος, στο φιλικό παιχνίδι κατά της Πολωνίας στις 6 Μαΐου του 1976, που έγινε στο γήπεδο της Λεωφόρου Αλεξάνδρας και έληξε με νίκη της ελληνικής ομάδας με 1-0. Αυτή ήταν η μοναδική φορά που εκπροσώπησε την Ελλάδα! Επειδή είχε ήδη αγωνιστεί σε επίσημα ματς με τις «μικρές» εθνικές της Σοβιετικής Ένωσης, βάσει διεθνών κανονισμών, δεν μπορούσε να αγωνιστεί σε άλλη ομάδα Ανδρών πλην αυτής. «Όλοι με ρωτούσαν πώς γίνεται να μην παίζω στην Εθνική. Ήταν κακό που δεν έπαιζα με την Εθνική γιατί δεν με έβλεπε πολύς κόσμος. Έπρεπε να κάθομαι να εξηγώ. Πάντως, εντάξει, είχα πάνω από 20 φιλικά με την Εθνική της Σοβιετικής Ένωσης, έπαιξα και τουρνουά, ήμουν στις Ελπίδες, αλλά και στην ολυμπιακή ομάδα που πήραμε την πρόκριση στο Μόντρεαλ». Οι λιγοστές αυτές συμμετοχές του με την Εθνική της ΕΣΣΔ αλλά και οι ιδιομορφίες των διεθνών κανονισμών του στέρησαν το μεγάλο του όνειρο να παίξει με τη γαλανόλευκη όσο και όπως θα ήθελε.


Στις 14 Δεκεμβρίου του 1999, στο «Καυταντζόγλειο Στάδιο», καταγράφηκε η 2η συμμετοχή του Βασίλη Χατζηπαναγή με την Εθνική Ελλάδος, όταν σε ηλικία 45 ετών συμμετείχε στο αποχαιρετιστήριο παιχνίδι που δόθηκε προς τιμήν του, με αντίπαλο την Γκάνα (1-1). «Αποτελεί τη μεγαλύτερη πίκρα μου που δεν έπαιξα στην Εθνική Ελλάδος, που είναι ο καθρέφτης για κάθε παίκτη. Πιστεύω πια σίγουρα πως πλήρωσα κιόλας και τα πολιτικά φρονήματα του πατέρα μου, που ήταν αριστερός μέχρι το τέλος της ζωής του. Είχα πάει τόσες φορές στη Σοβιετική Ένωση για να πάρω την ελευθέρας, αλλά τζίφος. Συνέχεια μου έλεγαν ότι δεν γινόταν να πάρω χαρτί για να παίξω στην εθνική μας ομάδα, καθώς είχα αγωνιστεί στην ολυμπιακή ομάδα της Σοβιετικής Ένωσης στους αγώνες του Μόντρεαλ και είχαμε πάρει το χάλκινο μετάλλιο. Έλεγαν πως η ΔΟΕ θα ζητούσε πίσω το μετάλλιο».



Το 1984 κλήθηκε και αγωνίστηκε στη Μικτή Κόσμου εναντίον της αμερικανικής ομάδας Κόσμος της Νέας Υόρκης, σε φιλανθρωπικό αγώνα που έγινε στις 22 Ιουνίου, στο Στάδιο «Τζάιαντς» στο Νιου Τζέρσεϊ, μπροστά σε 40.000 θεατές, από τους οποίους οι 15.000 ήταν Ελληνοαμερικανοί ομογενείς! Συμπαίκτες του ήταν, μεταξύ άλλων, ο Πίτερ Σίλτον (Peter Shilton), ο Ζαν Μαρί Πφαφ (Jean-Marie Pfaff), ο Ρούντι Κρολ (Ruud Krol), ο Φέλιξ Μάγκατ (Felix Magath), ο Χούγκο Σάντσες (Hugo Sanchez), o Ελίας Φιγκερόα (Elias Figueroa), ο Φραντς Μπεκενμπάουερ (Franz Beckenbauer), ο Κέβιν Κίγκαν (Kevin Keegan), ο Μάριο Κέμπες (Mario Kempes), ο Ντομινίκ Ροστό (Dominique Rocheteau) και ο Θωμάς Μαύρος. Η Μικτή νίκησε 3-1 και ο Χατζηπαναγής μπήκε στο 65ο λεπτό στη θέση του Κίγκαν. Με τις ενέργειές του συνάρπασε την κερκίδα δημιουργώντας πολλές ευκαιρίες. Μια από τις στιγμές που ξεσήκωσε τους φιλάθλους συνέβη στο 86΄, όταν σε χτύπημα κόρνερ, ο Χατζηπαναγής βρήκε τον Μαύρο, η γυριστή κεφαλιά του οποίου χτύπησε στο δοκάρι.


Η αναγνώριση της προσφοράς του Βασίλη Χατζηπαναγή στο ελληνικό ποδόσφαιρο είναι καθολική. Το φίλαθλο κοινό τοποθετεί τον «Βάσια» μεταξύ των καλύτερων ποδοσφαιριστών που έχουν περάσει από τη χώρα μας, ενώ υπάρχουν και οι συγκρίσεις ακόμα και με Πελέ (Pelé) και Μαραντόνα (Maradona). Κάποια στιγμή, όντας 50 ετών πλέον, είπε:
«Είναι πολύ συγκινητικό να βλέπεις ότι δεν σ’ έχουν ξεχάσει, ότι η συμβολή σου είναι ευπρόσδεκτη, ακόμη και μετά από τόσα χρόνια.»
και πρόσθεσε …
«Λυπάμαι που δεν μπόρεσα να φορέσω την ελληνική εθνική φανέλα περισσότερες από μία φορές και επίσης, λυπάμαι που δεν έχω κάνει μια καριέρα στο εξωτερικό!  Θα ήθελα να παίξω σε ένα καλύτερο πρωτάθλημα, να απολαύσω το ποδόσφαιρο σε αυτό το επίπεδο. Αν θα μπορούσα να γυρίσω πίσω το ρολόι, θα ήθελα να κάνω κάποια πράγματα διαφορετικά!» 
Τον Νοέμβριο του 2003, στα πλαίσια του εορτασμού των 50 ετών της UEFA, σε ψηφοφορία που διενήργησε η ΕΠΟ, εκλέχθηκε ως ο «Καλύτερος Έλληνας Ποδοσφαιριστής των Τελευταίων 50 Ετών»!


PALMARES

Περίοδος: Σύλλογος, Συμμετοχές (Γκολ)

Επαγγελματική καριέρα

  •          -1972: Δυναμό Τασκένδης
  • 1972-1975: Paxtakor Toshkent Futbol Klubi, 96 (22)
  • 1975-1991: Ηρακλής Γυμναστικός Σύλλογος Θεσσαλονίκης, 281 (62)

Διεθνής

  • 1975: Εθνική Νέων ΕΣΣΔ, 4 (1)
  • 1976: Εθνική Ελπίδων Ελλάδα, 4 (0)
  • 1976: Ελλάδα, 2 (0)

Τίτλοι

Με την Παχτακόρ
  • Άνοδος στην Σοβιετική Ανώτατη Λίγκα: 1972

Με τον Ηρακλή
  • Κύπελλο Ελλάδος: 1975/76 και φιναλίστ 2 φορές: 1979/80, 1986/87
  • Βαλκανικό Κύπελλο: 1985

Προσωπικές Διακρίσεις

  • Σοβιετικό βραβείο «Soviet Masters of Sports»: 1974
  • Καλύτερος Έλληνας Ποδοσφαιριστής των Τελευταίων 50 Ετών, στο πλαίσιο των εορτασμών για το Ιωβιλαίο της UEFA: 2003