Παρασκευή, 21 Οκτωβρίου 2016

Αλέξης Αλεξανδρής

Ο Έλληνας επιθετικός Αλέξης Αλεξανδρής, γεννήθηκε στις 21 Οκτωβρίου του 1968 στο Κιάτο. Έχοντας ξεκινήσει το ποδόσφαιρο από τον Πέλοπα Κιάτου, το 1986 πήγε στη Βέροια, με την οποία αγωνίστηκε έως το 1991, περισσότερο στη Β’ Εθνική, της οποίας αναδείχθηκε πρώτος σκόρερ την περίοδο 1989/90. Το 1991 πήρε μεταγραφή για την ΑΕΚ, όπου την περίοδο εκείνη με προπονητή τον Ντούσαν Μπάγεβιτς, κατέκτησε 3 πρωταθλήματα και αναδείχθηκε μία φορά πρώτος σκόρερ. Το 1994, αποδέχθηκε την πρόταση του Ολυμπιακού, συνεχίζοντας την καριέρα του στην ομάδα του Πειραιά. Πήγε στα λεγόμενα "πέτρινα χρόνια", σε μια περίοδο χωρίς τίτλο την προηγούμενη 9-ετία και συνέβαλε στην αναγέννησή του! Την περίοδο 1996/97 αναδείχθηκε και πάλι πρώτος σκόρερ. Το 2006 αποσύρθηκε από την ενεργό δράση, έχοντας συνολικά 504 συμμετοχές στο ελληνικό πρωτάθλημα και 249 τέρματα. Μαζί με τους Γιώργο Ανατολάκη και Μίμη Δομάζο είναι οι 3 ποδοσφαιριστές που έχουν κατακτήσει 10 πρωταθλήματα Ελλάδας! Τους ξεπερνούν μόνο οι Αντώνης Νικοπολίδης με 11 πρωταθλήματα και Πρέντραγκ Τζόρτζεβιτς με 12 τίτλους! Με την εθνική Ελλάδος αγωνίστηκε 42 φορές, έχοντας σημειώσει 10 τέρματα και συμμετείχε στην τελική φάση του Παγκοσμίου Κυπέλλου των ΗΠΑ το 1994, αγωνιζόμενος σε έναν αγώνα. Μετά την αποχώρησή του από την ενεργό δράση ξεκίνησε καριέρα προπονητή.

Στα 9 του χρόνια ξεκινά να παίζει ποδόσφαιρο και για τις ποδοσφαιρικές του ικανότητες, πολλά χρόνια αργότερα θα μιλάει όλη η Ελλάδα! Ένα παιδί που ανακαλύπτει γρήγορα τον κόσμο του ποδοσφαίρου και από τα πρώτα του βήματα ελκύεται αφάνταστα από τη στρογγυλή θεά. Τον καιρό που όλοι μιλάνε για το παιδί θαύμα , την περιοχή του Κιάτου  χτενίζουν για ανεύρεση ταλέντων οι υπεύθυνοι του Πέλοπα Κιάτου, που εκείνο το καιρό μετείχε στο πρωτάθλημα της Β’ Εθνικής. Ο Αλέξης μπαίνει στο μάτι τους, επιλέγεται και αρχίζει να κάνει τα δικά του, να τρελαίνει κόσμο. Κάποια στιγμή, όμως, γίνεται απόσχιση λόγω οικονομικών προβλημάτων. Οι υπεύθυνοι της Ακαδημίας του Πέλοπα ακολουθούν τη δικαστική οδό. Πηγαίνουν στο πρωτοδικείο και παίρνουν την άδεια για τη δημιουργία της Αναγέννησης, η οποία ξεκινά να παίζει στην Γ’  κατηγορία του τοπικού πρωταθλήματος.

Στα 13 του είναι ήδη ένας παίχτης για τον οποίο μιλά όλος ο Κορινθιακός κόλπος. Ο νεαρός Αλέξης σκοράρει ακατάπαυστα , φτιάχνει πολλά γκολ και η Αναγέννηση πάει από νίκη σε νίκη. Κατακτά μάλιστα το ένα πρωτάθλημα μετά το άλλο. Σε διάστημα 3 ετών από την Γ’ κατηγορία, η ομάδα με τ’ άσπρα και κόκκινα (αυτά είναι τα χρώματα της Αναγέννησης), μεταπηδά στην ελίτ κατηγορία του νομού, την πρώτη. Ενδιάμεσα ο Αλεξανδρής πανηγυρίζει 30 με 40 γκολ τη χρονιά. Το καλύτερό του, όμως, το σημειώνει εναντίον του Ποσειδώνα όταν στο 89ο λεπτό –κι ενώ η ομάδα του χάνει 1-0- αυτός δέχεται την μπάλα στη μεσαία γραμμή, αποφεύγει με περίτεχνες προσποιήσεις όποιον βρίσκει μπροστά του και κάνει το 1-1. Αυτό το γκολ έχει μείνει αξέχαστο, ακόμα μιλάνε γι’ αυτό στο Νομό Κορινθίας.

Τ’ όνομα του έχει αρχίσει να ξεπερνά τα σύνορα του νομού. Βρισκόμαστε στο καλοκαίρι του 1986, όταν δέχεται προσκλήσεις από την εθνική Παίδων και Νέων.  Παράλληλα, έχει αρχίσει να γυαλίζει στα μάτια διάφορων ομάδων της Α’ Εθνικής κατηγορίας. Σε αυτήν που έχει κάνει το περισσότερο μπαμ, όμως, είναι μία «Βασίλισσα», αυτή του Βορρά, η Βέροια. «Εάν μέχρι τα Χριστούγεννα δεν παίξει βασικός , τότε θα σας δώσουμε τα λεφτά πίσω», λένε οι διοικούντες την Αναγέννηση Κιάτου όταν πραγματοποιούν  τις διαπραγματεύσεις με τους Βεροιώτες για την μετακίνηση του Αλεξανδρή στη μακεδονική πόλη.  Δεν χρειάστηκε να φτάσουμε στα Χριστούγεννα. Διότι στις 23 Νοεμβρίου του 1986 κάνει ντεμπούτο στην Α' Εθνική με τη φανέλα της Βέροιας, ως επιλογή του Τέλη Μπατάκη, σ’ ένα ματς με τον Απόλλωνα. Αυτό είναι. Το νερό μπαίνει για τα καλά στο αυλάκι. Έδωσε τα πρώτα του διαπιστευτήρια στη μεγάλη κατηγορία σημειώνοντας συνολικά 10 γκολ με τη φανέλα της Βέροιας μέχρι τον Μάιο του 1988, όταν η "Βασίλισσα της Ημαθίας" υποβιβάστηκε στη Β' Εθνική.

Συνέχισε να αγωνίζεται με τη φανέλα της Βέροιας για τα επόμενα 3 χρόνια στο πρωτάθλημα της Β' Εθνικής. Όλοι αρχίζουν να μιλάνε για τον νεαρό επιθετικό της Βέροιας, που χρόνο με το χρόνο βελτιώνει τις ατομικές του επιδώσεις, φτάνοντας στην κορύφωση την περίοδο 1989/90, όταν αναδείχθηκε πρώτος σκόρερ! Έχοντας πραγματοποιήσει εκπληκτικές εμφανίσεις φτάνει τα 21 γκολ, αριθμός ρεκόρ με την φανέλα της Βέροιας! Με τη Βέροια πετυχαίνει το ένα γκολ μετά το άλλο, έχει φτάσει συνολικά τα 16 όταν δέχεται τη μεγαλύτερη πρόκληση μέχρι εκείνη τη στιγμή στη ζωή του. Τον καλεί το εθνικό μας συγκρότημα για να πάρει μέρος στο φιλικό παιχνίδι με το Μαρόκο που διεξάγεται στις 17 Μαρτίου του 1991. Το ντεμπούτο με το εθνόσημο στο στήθος, στέφεται με απόλυτη επιτυχία. Ένα ακόμα μεγάλο βήμα στην καριέρα ενός τεράστιου παίχτη πραγματοποιείται.


Είναι πράγματι μεγάλο, όχι όμως το μεγαλύτερο.  Διότι το καλοκαίρι της ίδιας χρονιάς , θα κάνει ακόμα ένα μεγάλο βήμα προς την κορυφή. Ως ένας από τους πιο πολλά υποσχόμενους ποδοσφαιριστές, έχει γίνει το μήλον της έριδος για τις μεγάλες ομάδες. Αυτή που δείχνει να τον θέλει περισσότερο εκείνη τη δεδομένη στιγμή, πάντως, είναι η ΑΕΚ με προπονητή τον Ντούσαν Μπάγεβιτς (Dušan Bajević). Πράγματι, κατηφορίζει στη Νέα Φιλαδέλφεια για να φορέσει την κιτρινόμαυρη φανέλα. Τα πάει καλά. Τόσο καλά που κατέκτησε 3 πρωταθλήματα και κάποια στιγμή γίνεται Κορυφαίος Σκόρερ στην Ελλάδα. Είναι την περίοδο 1993/94, όταν με 24 τέρματα παίρνει το Χρυσό Παπούτσι. Την ίδια χρονιά πετυχαίνει και άλλα δύο σπουδαία επιτεύγματα. Είναι Μάιος του 1994, όταν καταφέρνει να πετύχει το πρώτο του γκολ με τα χρώματα της Εθνικής Ελλάδας, ενώ συμπεριλαμβάνεται από τον τότε ομοσπονδιακό τεχνικό, Αλκέτα Παναγούλια, στην 22άδα για την μεγαλύτερη περιπέτεια στην Ιστορία της εθνικής μας, το Μουντιάλ της Αμερικής.


Έχει κάνει ήδη πολλά. Ήδη θεωρείται ένας από τους μεγάλους επιθετικούς του ελληνικού ποδοσφαίρου. Είναι Ιούλιος του 1994, όταν εκπνέει το συμβόλαιο του με την ΑΕΚ. Την ίδια εποχή ο Ολυμπιακός πραγματοποιεί δύο ηχηρές μεταγραφές από το εξωτερικό. Βάζει στο ρόστερ του τον Μουντιαλικό Ρασίντ Γεκινί (Rashidi Yekini) και τον Ίλια Ίβιτς (Ilija Ivić). Θα έλεγε κανείς ότι η δική του μεταγραφή περνάει κάπως σε δεύτερη μοίρα. Όμως, θα αποδείξει στην πορεία ότι η δική του είναι τελικά μία από τις σπουδαιότερες που έκανε στην Ιστορία του ο Ολυμπιακός. Πήγε στα λεγόμενα "πέτρινα χρόνια", σε μια περίοδο χωρίς τίτλο την προηγούμενη 9-ετία και συνέβαλε στην αναγέννησή του! Στις 24 Αυγούστου του 1994 κάνει το ντεμπούτο του. Μπαίνει αλλαγή στη θέση του Ρασίντ Γεκινί σ’ ένα ματς με τη Δόξα στη Δράμα, ενώ πετυχαίνει τα πρώτα του (δύο) γκολ με την ερυθρόλευκη φανέλα στο 7-1 επί της Καβάλας, στις 30 Οκτωβρίου του 1994.


Θ’ ακολουθήσουν και άλλες μεγάλες στιγμές. Αρνητικές και θετικές. Για παράδειγμα στο ματς με τη Μαρσέιγ στη Μασσαλία, τον Σεπτέμβρη του 1994, θα γίνει το επίκεντρο των αρνητικών κριτικών γιατί είχε παρεμποδίσει τον Ντανιέλ Μπατίστα (Daniel Batista Lima) να ολοκληρώσει μία φανταστική ενέργεια. Και μερικούς μήνες αργότερα, θ’ ακούσει τα μπινελίκια της ζωής του, διότι χάνει πέναλτι στο 90ο λεπτό του επαναληπτικού αγώνα κυπέλλου με τον Παναθηναϊκό. Οι αρνητικές κριτικές συνεχίζονται και την επόμενη περίοδο, κατά τη διάρκεια της οποίας ο Ολυμπιακός αποτυγχάνει για ακόμα μία φορά να φτάσει στην κορυφή. Το καλοκαίρι του 1996, όμως ξεκινάει μία νέα προσπάθεια. Ο Αλεξανδρής γίνεται σημαιοφόρος της, καταφέρνει να είναι ο μεγάλος πρωταγωνιστής και στο τέλος να πανηγυρίσει μαζί με τους συμπαίκτες του την επιστροφή του Ολυμπιακού στη πρώτη θέση. Στο πρώτο από τα επτά σερί πρωταθλήματα, τη περίοδο 1996/97, έχει τεράστια συμμετοχή. Πετυχαίνει 23 γκολ, γεγονός που του επιτρέπει να πάρει τον τίτλο του Κορυφαίου Σκόρερ. Πρώτος σκόρερ αναδείχθηκε και τις χρονιές 2000/01 και 2001/02 με 20 και 19 γκολ αντίστοιχα!


Αξιομνημόνευτο έχει μείνει το τέρμα που σημείωσε εναντίον του Άγιαξ στις 23 Οκτωβρίου του 1998 στη φάση των ομίλων του Τσάμπιονς Λιγκ (1998/99). Χαρακτηριστικά έχουν μείνει επίσης τα τέρματα του με ανάποδο ψαλίδι. Στα 33 του χρόνια αποτέλεσε την πλέον αξιόπιστη λύση στην επίθεση του Ολυμπιακού. Έκλεισε τη 10-ετή παρουσία του στο Λιμάνι, έχοντας σημειώσει 127 γκολ στο πρωτάθλημα (3ος Σκόρερ Όλων των Εποχών για τον Ολυμπιακό), 43 στο Κύπελλο και 8 στην Ευρώπη. Το 2003 ανακοίνωσε την πρόθεση του να «κρεμάσει» τα παπούτσια του. Το 2004 αποχαιρέτησε τον Ολυμπιακό και ακολούθως αγωνίστηκε στην Λάρισα και  την Καλλιθέα, για να κλείσει την καριέρα του στον ΑΠΟΠ, στην Κύπρο, το 2006. Αποσύρθηκε από την ενεργό δράση, έχοντας συνολικά 504 συμμετοχές στο ελληνικό πρωτάθλημα και 249 τέρματα. Μαζί με τους Γιώργο Ανατολάκη και Μίμη Δομάζο είναι οι 3 ποδοσφαιριστές που έχουν κατακτήσει 10 πρωταθλήματα Ελλάδας! Τους ξεπερνούν μόνο οι Αντώνης Νικοπολίδης με 11 πρωταθλήματα και Πρέντραγκ Τζόρτζεβιτς (Predrag Đorđević) με 12 τίτλους!


Υπήρξε βασικό στέλεχος της εθνικής Ελπίδων που έλαβε μέρος στον τελικό του Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος Ελπίδων (Κ-21) το 1988, εναντίον της Γαλλίας. Με την εθνική Ελλάδος, έπαιξε το πρώτο του παιχνίδι στις 27 Μαρτίου του 1991, στο Ραμπάτ, με το Μαρόκο (0-0). Συμμετείχε σε 42 παιχνίδια με το εθνόσημο και σημείωσε 10 γκολ. Συμμετείχε στην αποστολή της Ελλάδας που έλαβε μέρος στην τελική φάση του Παγκοσμίου Κυπέλλου των ΗΠΑ το 1994, αγωνιζόμενος σε έναν αγώνα. Είναι χαρακτηριστική της καριέρας του, η ευκαιρία που έχασε στο τελευταίο λεπτό στον αγώνα με την Δανία για το Μουντιάλ του 1998, απέναντι στον Πέτερ Σμάιχελ (Peter Schmeichel). Τελευταίο παιχνίδι για την εθνική, ήταν στις 15 Μαΐου του 2002, στη Ρόδο, με την Κύπρο (3-1).


Όταν σταμάτησε το ποδόσφαιρο ακολούθησε τη προπονητική. Υπήρξε προπονητής στα τμήματα υποδομών του Ολυμπιακού, ενώ έχει εργαστεί ακόμη στην κυπριακή ΠΑΕΕΚ, στην Κέρκυρα και στην Ελασσόνα. Ακολούθησε η Σεβερίν από τη Ρουμανία, την οποία ανέλαβε τον Δεκέμβριο του 2012. Το 2013 επέστρεψε στην Ελλάδα, πιο συγκεκριμένα στη Ρόδο, αναλαμβάνοντας την ομάδα του Ιάλυσου, ενώ το 2014 μετακόμισε μερικά χιλιόμετρα νοτιότερα στον Άρη Αρχαγγέλου. Τον Ιανουάριο του 2016 επέστρεψε για δεύτερη φορά στην προπονητική του καριέρα στην Ελασσόνα. Παράλληλα υπήρξε και σχολιαστής αγώνων στη ΝΕΤ (Αθλητική Κυριακή).


PALMARES

Περίοδος: Σύλλογος, Συμμετοχές (Γκολ)

Επαγγελματική καριέρα

  • 1985/86: Πέλοπας Κιάτου                        
  • 1986-1991: Γυμναστικός Αθλητικός Σύλλογος Βέροια, 134 (52)
  • 1991-1994: Αθλητική Ένωσις Κωνσταντινουπόλεως (ΑΕΚ), 89 (49)
  • 1994-2003: Ολυμπιακός Σύνδεσμος Φιλάθλων Πειραιώς, 242 (127)
  • 2004: Αθλητική Ένωση Λάρισας 1964, 9 (2)
  • 2005: Γυμναστικός Σύλλογος Καλλιθέα, 13 (4)
  • 2005/06: Αθλητικός Ποδοσφαιρικός Όμιλος Πέγειας Κινύρας, 17 (15)

Σύνολο καριέρας:  504 (249)

Διεθνής

  • 1991-2002: Ελλάδα, 42 (10)

Προπονητική καριέρα
  • 2005/06: Αθλητικός Ποδοσφαιρικός Όμιλος Πέγειας Κινύρας
  • 2008/09: Αθλητικός Όμιλος Κέρκυρα
  • 2011/12: ΠΑΕ Ελασσόνα
  • 2012/13: Clubul Sportiv Turnu Severin -Ρουμανία
  • 2013/14: Γυμναστικός Αθλητικός Σύλλογος Ιαλυσός Ρόδου
  • 2014- :   Άρης Αρχαγγέλου

Τίτλοι

Συλλογικοί
Με την ΑΕΚ
  • Πρωτάθλημα  Ελλάδας: 3 (1991/92, 1992/93, 1993/94)

Με τον Ολυμπιακό
  • Πρωτάθλημα  Ελλάδας: 7 (1996/97, 1997/98, 1998/99, 1999-2000, 2000/01, 2001/02, 2002/03
  • Κύπελλο Ελλάδας:  1999

Προσωπικές Διακρίσεις
  • Καλύτερος Έλληνας Ποδοσφαιριστής: 2001
  • Πρώτος σκόρερ Α΄ Εθνικής: 4 (1993/94, 1996/97, 2000/01, 2001/02)
  • Πρώτος σκόρερ Β΄ Εθνικής: 2 (1989/90, 1990/91)