Τρίτη, 18 Οκτωβρίου 2016

Γιούργκεν Κρόι

Ο Ανατολικογερμανός τερματοφύλακας Γιούργκεν Κρόι (Jürgen Croy), γεννήθηκε στις 19 Οκτωβρίου του 1946 στο Τσβικάου, μια βιομηχανική πόλη της Σαξωνίας, περίπου 70 χλμ. νότια της Λειψίας και 100 χλμ. δυτικά της Δρέσδης. Πέρασε ολόκληρη την ποδοσφαιρική του καριέρα στον σύλλογο της γενέτειράς του τη Σάχτσενρινγκ Τσβικάου, παίζοντας σε 372 αγώνες της Ανατολικογερμανικής Ομπερλίγκα, κατακτώντας το Κύπελλο Ανατολικής Γερμανίας το 1967 και το 1975. Ήταν ένας από τους λίγους διεθνείς παίκτες της Ανατολικής Γερμανίας που δεν αγωνίστηκε για κάποια κορυφαία ομάδα όπως η Ντιναμό Δρέσδης, η Καρλ-Τσάις Ιένα ή το Μαγδεμβούργο. Ως εκ τούτου, δεν είχε την ευκαιρία να παίζει συχνά στις ευρωπαϊκές διασυλλογικές διοργανώσεις με αποτέλεσμα να μη κερδίσει ποτέ τη διεθνή φήμη που του άξιζε! Αν και ψηλός (1.86 μ.), ήταν εξαιρετικός στις αποκρούσεις του, λόγω των καταπληκτικών αντανακλαστικών του. Σε συνδυασμό με τον απόλυτο έλεγχο της περιοχής του, τις πρώτης τάξεως ικανότητές του και της ποιότητάς του, έγινε ένας από τους καλύτερους τερματοφύλακες της γενιάς του και αναμφισβήτητα, ένας από τα καλύτερους στην ιστορία του ποδοσφαίρου! Σε αυτό συνηγορεί το γεγονός ότι, πέραν των ανατολικών, τα δυτικογερμανικά μέσα ενημέρωσης, αλλά και πολλά άλλα διεθνή περιοδικά του ειδικού τύπου, πάρα πολύ συχνά τοποθετούν τον Γιούργκεν Κρόι στο ίδιο επίπεδο με τους συγχρόνους του, τον Δυτικογερμανό Σεπ Μάγερ (Sepp Maier) και τον Ιταλό Ντίνο Τζοφ (Dino Zoff), δύο από τους Θρύλους Όλων των Εποχών για το ποδόσφαιρο!


Γιος ενός υδραυλικού αυτοκινήτων, ξεκίνησε το ποδόσφαιρο σε ηλικία 8 ετών στην τότε, Καρλ Μαρξ του Τσβικάου, αρχικά αγωνιζόμενος ως κεντρικός επιθετικός. Τερματοφύλακας πρωτόπαιξε στα 16 του, το 1963, στην ομάδα των νέων και των αναπληρωματικών της πλέον, Μοτόρ Τσβικάου, που συμμετείχε και στο πρωτάθλημα της Α’ Κατηγορία της Ανατολικής Γερμανίας. Με την έναρξη της σεζόν 1965/66 αντικατέστησε τον πρώτο τερματοφύλακα της ομάδας, τον Πέτερ Μέγερ (Peter Meyer), με το πρώτο παιχνίδι του να είναι μια νίκη με 2-1 εκτός έδρας επί της Χάνσα του Ρόστοκ, στο πλαίσιο της 2ης αγωνιστικής του πρωταθλήματος, στις 18 Αυγούστου του 1965. Στην πρώτη του σεζόν στο πρωτάθλημα έπαιξε στα 24 από τα 26 παιχνίδια.


Με ιδανικά σωματικά προσόντα (ΥΨΟΣ: 1,86 μέτρα και ΒΑΡΟΣ: 85 κιλά) και γερή υγεία, παρέμεινε μέχρι το 1981, το αναμφισβήτητο № 1 στην εστία της Τσβικάου! Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου έπαιξε σε συνολικά 416 παιχνίδια για τον σύλλογο εκ των οποίων τα 372 για την Ανατολικογερμανική Ομπερλίγκα, έχοντας το εκπληκτικό ποσοστό συμμετοχής 83,4% (παιχνίδια της ομάδας/παιχνίδια του Κρόι)!  Μόνο στις σεζόν 1972/73 και 1978/79 έμεινε για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα εκτός δράσης, λόγω τραυματισμών. Από τους πέντε (5) αναπληρωματικούς  τερματοφύλακας που ήταν υποψήφιοι να τον αντικαταστήσουν σ’ αυτό το διάστημα, μόνο ο Γκίντερ Κίρτσιγκ (Günter Kirtschig) με 23 παιχνίδια και ο Γκερντ Πούσχελ (Gerd Puschel) με 14 κατάφεραν να επωφεληθούν από τους σύντομους τραυματισμούς του Κρόι!



Το 1967 ως Μοτόρ Τσβικάου και το 1975 ως Σάχτσενρινγκ Τσβικάου  (μετονομάστηκε το 1968) κέρδισε το Κύπελλο Ανατολικής Γερμανίας, τους μοναδικούς τίτλους που χάρηκε στη καριέρα του! Στον δραματικό τελικό του 1975, έγινε ο ήρωας του αγώνα, όταν εναντίον της Ντιναμό Δρέσδης απέκρουσε 2 πέναλτι στη διαδικασία, ενώ σκόραρε στη δική του εκτέλεση, στη νίκη με 4-3! Το 1967 και τη περίοδο 1975/76, έπαιξε σε όλα και τα 10 ευρωπαϊκά παιχνίδια της Τσβικάου. Τη δεύτερη φορά, στον δεύτερο γύρο, έχοντας αποκλείσει τον Παναθηναϊκό στον πρώτο, εναντίον της Φιορεντίνα ήταν και πάλι αυτός που έδωσε τη πρόκριση στα πέναλτι, έχοντας καθοριστικό ρόλο στη παρουσία στα ημιτελικά, όπου ηττήθηκαν από την Άντερλεχτ με 0-3 και 0-2.



Έπαιξε τη τελευταία του σεζόν στο πρωτάθλημα, τη 1980/81. Ακόμα και στην ηλικία των 34 ετών, ήταν πάλι μέσα από όλα και τα 26 παιχνίδια πρωταθλήματος και είναι, συνεπώς, με 372 αγώνες για τη Τσβικάου, ο κάτοχος του ρεκόρ συμμετοχών στην Ομπερλίγκα. Από το 1975, έως το τέλος της καριέρας του, ήταν αρχηγός της ομάδας! Παρόλο που ήταν από το 1967 στην εθνική ομάδα, έμεινε πιστός στον σύλλογο της γενέτειράς του και αντιστάθηκε στις απαιτήσεις της Ποδοσφαιρικής Ομοσπονδίας της Ανατολικής Γερμανίας, να ενταχθεί σε κάποια από τις μεγάλες ομάδες της χώρας! Μαζί με τον Γκερντ Κίσε (Gerhard "Gerd" Kische) είναι οι μόνοι που δεν υπέκυψαν στις πιέσεις και δεν υπέγραψαν, ο μεν Κρόι στη Ντιναμό Δρέσδης, ο δε Κίσε στη Ντιναμό Βερολίνου! Ονομάστηκε ως ο Καλύτερος Ποδοσφαιριστής της Χρονιάς το 1972, το 1976 και το 1978 από τους ποδοσφαιρικούς συντάκτες της πατρίδας του. Μαζί με τον Χανς-Γιούργκεν Ντέρνερ (Hans-Jürgen Dörner) είναι οι μόνοι που το έχουν κερδίσει τρεις φορές!



Από το 1963 είχε συμπεριληφθεί στις μικρότερες εθνικές ομάδες της Ανατολικής Γερμανίας. Στις 13 Οκτωβρίου του 1963, έπαιξε τον πρώτο του διεθνή αγώνα, για την εθνική Παίδων, μια νίκη με 4-1 επί της Ρουμανίας. Μέχρι το 1965 έπαιξε σε 16 διεθνείς αγώνες για την εθνική ομάδα Νέων. Στις 15 Μαΐου του 1967 έπαιξε στο Χέλσινγκμποργκ στη νίκη με 1-0 επί της Σουηδίας το πρώτο του παιχνίδι με την ανδρική ομάδα. Πλην ενός αγώνα εναντίον της Πολωνίας, στις 20 Οκτωβρίου του 1968, ήταν ο βασικός γκολκίπερ της εθνικής Ανατολικογερμανικής ομάδας μέχρι το 1979, όταν και αντικαταστάθηκε για έναν αγώνα από τον τερματοφύλακα της Καρλ Τσάις Ιένα Χανς-Ούλριχ Γκράπεντιν (Hans-Ulrich Grapenthin)! Στις 19 Μαΐου του 1981 σε μια νίκη εναντίον της Κούβας με 5-0, υπερασπίστηκε για τελευταία φορά την εστία της.  Συμμετείχε σε 94 διεθνείς αγώνες και κατατάσσεται στην 3η  θέση στη λίστα των περισσότερων συμμετοχών για την Ανατολική Γερμανία, ενώ είναι ο πρώτος τερματοφύλακας!


Ήταν ο βασικός τερματοφύλακας κατά τη διάρκεια της μοναδικής εμφάνισης της Ανατολικής Γερμανίας σε κάποια μεγάλη αμιγώς ποδοσφαιρική διεθνή διοργάνωση, το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1974. Ήταν βασικός στη ιστορική νίκη με 1-0 επί της Δυτικής Γερμανίας, στον μοναδικό αγώνα που οι 2 Γερμανίες συναντήθηκαν ως ξεχωριστά κράτη, στις 22 Ιουνίου του 1974 στο Φολκσπαρκστάντιον του Αμβούργου. Δύο χρόνια αργότερα, γιόρτασε τον μεγαλύτερο αθλητικό θρίαμβό του, με τη κατάκτηση του Χρυσού Μεταλλίου στο Ολυμπιακό τουρνουά του Μόντρεαλ. Με την Ολυμπιακή ομάδα της χώρας του, ολοκλήρωσε συνολικά 23 επίσημους αγώνες από το 1968 έως το 1976. Έχοντας ήδη κερδίσει το Χάλκινο Μετάλλιο στο Ολυμπιακό τουρνουά στο Μόναχο το 1972, κατέκτησε το Χρυσό Μετάλλιο το 1976 στον Καναδά, νικώντας με 3-1 στον τελικό τη Πολωνία.



Μετά το τέλος της ποδοσφαιρικής του καριέρας του, εργάστηκε ως προπονητής στη Τσβικάου από το 1984 έως το 1988. Το 1989 τιμήθηκε με την εκλογή του ως «Ο Καλύτερος Ποδοσφαιριστής για τα 40 χρόνια της Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας». Τον Ιούνιο του 1989, διορίστηκε για ένα μικρό χρονικό διάστημα, μέχρι τη διάλυσή της ως Αντιπρόεδρος της Ποδοσφαιρικής Ομοσπονδίας της Ανατολικής Γερμανίας. Για μια 10ετία, από το 1991 έως το 2001, διετέλεσε επίτροπος για την εκπαίδευση, τον πολιτισμό και τον αθλητισμό στη γενέτειρά του πόλη του Τσβικάου. Στη συνέχεια ανέλαβε ως γενικός διευθυντής του Επιμελητηρίου Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού της πόλης, μέχρι τη συνταξιοδότησή του το 2010.


PALMARES

Περίοδος: Σύλλογος, Συμμετοχές (Γκολ)

Εφηβική καριέρα

  • –1963: Betriebssportgemeinschaft (BSG) Aktivist “Karl Marx“ Zwickau
  • 1963–1965: Betriebssportgemeinschaften (BSG) Sachsenring Zwickau

Επαγγελματική καριέρα

  • 1965–1981: Betriebssportgemeinschaften (BSG) Sachsenring Zwickau, 372 (0)

Διεθνής

  • 1967–1981: East Germany, 86 (0)

Προπονητική καριέρα

  • 1984–1988: Betriebssportgemeinschaften (BSG) Sachsenring Zwickau

Τίτλοι

Συλλογικοί 

Mε τη Zwickau
  • Κύπελλο Ανατολικής Γερμανίας: 2 (1967, 1975)

Διεθνείς

Με την Ανατολική Γερμανία

  • Ολυμπιακοί Αγώνες: Χάλκινο Μετάλλιο στο Μόναχο το 1972, Χρυσό Μετάλλιο στο Μόντρεαλ το 1976