Δευτέρα, 31 Οκτωβρίου 2016

Ιβάν Κόλεφ

Ο Βούλγαρος αριστερός ακραίος επιθετικός Ιβάν Κόλεφ (Ivan Petkov Kolev), γεννήθηκε τη 1η Νοεμβρίου του 1930, στο Πλοντβίβ (Φιλιππούπολη). Ο πρώτος μεγάλος ποδοσφαιριστής που παρουσίασε η Βουλγαρία στα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια. Η καριέρα του ήταν μεγάλη τόσο στην ΤΣΣΚΑ Σόφιας, την ομάδα βιτρίνα του κομμουνιστικού καθεστώτος,  όσο και στην εθνική ομάδα την οποία υπηρέτησε για 14 ολόκληρα χρόνια!


Μικρός το δέμας, υπήρξε πολύ καλός ντριπλέρ, ενώ  είχε ξαφνικές αλλαγές ρυθμού και επινοήσεις στο παιχνίδι του. Αγωνίστηκε  για την Σπορτίστ της Σόφιας, από το 1945 έως το 1948, την VVS Σόφιας (ο σύλλογος της Βουλγάρικης Πολεμικής Αεροπορίας), για τη διετία 1949-1950 και κατόπιν για την  ΤΣΣΚΑ Σόφιας, από το 1950 έως το 1967, συμμετέχοντας σε 304 αγώνες πρωταθλήματος, σημειώνοντας παράλληλα  90 γκολ. Κατέκτησε 11 πρωταθλήματα και 5 Κύπελλα Βουλγαρίας! Έκλεισε τη καριέρα του στη Σλίβεν, τη σεζόν 1967/68.



Δύο φορές, το 1956 και το 1962, ψηφίστηκε ως ο Κορυφαίος Ποδοσφαιριστής στη Βουλγαρία και άλλες 2 φορές, το 1955 και το 1959, ήταν επιλαχών τερματίζοντας στη 2η θέση.  Υπήρξε ο πρώτος Βούλγαρος που ήταν υποψήφιος για τον διαγωνισμό της Χρυσής Μπάλας ως Καλύτερου Ποδοσφαιριστή των Ευρωπαϊκών Πρωταθλημάτων, το 1956 καταλαμβάνοντας τελικά την 9η θέση. Στη συνέχεια, ήταν υποψήφιος άλλες τρεις φορές, το 1958, τερματίζοντας 19ος, το 1959 ήταν στη 13η θέση, ενώ το 1960 κατέλαβε την 16η θέση. Έτσι έγινε ο πρώτος και είναι ένας από τους 3 μέχρι σήμερα που έχουν προταθεί 4 φορές για το πιο διάσημο ατομικό ποδοσφαιρικό βραβείο! Κατατάσσεται στην 7η θέση για τον Καλύτερο Παίκτη της Βουλγαρίας για τον 20ο Αιώνα.



Έπαιξε 75 φορές στην εθνική ομάδα, της οποίας διετέλεσε και αρχηγός, πετυχαίνοντας 25 γκολ. Έκανε το διεθνές ντεμπούτο του στις 18 Μαΐου του 1952, στη νίκη με 1-0 επί της Πολωνίας στη Βαρσοβία. Το 1956 πήρε το Χάλκινο Μετάλλιο στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Μελβούρνης, ενώ συμμετείχε και στην διοργάνωση του 1960 στη Ρώμη. Πήρε μέρος στα Παγκόσμια Κύπελλα του 1962 στη Χιλή, παίζοντας σε 3 αγώνες και του 1966 στην Αγγλία, συμμετέχοντας σε 2 παιχνίδια. Ο τελευταίος αγώνας της Βουλγαρίας στο τουρνουά, η ήττα με 1-3 από την Ουγγαρία στο Μάντσεστερ, στις 20 Ιουλίου του 1966, ήταν και το τελευταίο του παιχνίδι σε μια διεθνή καριέρα που  κράτησε 14 ολόκληρα χρόνια!



Στη συνέχεια έγινε προπονητής. Ο Ιβάν Κόλεφ πέθανε από φυσικά αίτια την 1η Ιουλίου του 2005, στα 75 του χρόνια.

PALMARES

Περίοδος: Σύλλογος, Συμμετοχές (Γκολ)

Εφηβική καριέρα

  • 1945–1948: Sportist Sofia

Επαγγελματική καριέρα             

  • 1949/50: VVS Sofia                         
  • 1950–1967: Central Sports Club of the Army (CSKA) Sofia, 304 (90)
  • 1967/68: Obschtinski Football Club Sliven                             

Διεθνής

  • 1950-1966: Βουλγαρία, 75 (25)

Τίτλοι

Συλλογικοί

Με τη CSKA Sofia
  • Πρωτάθλημα Βουλγαρίας: 11 (1951, 1952, 1954, 1955, 1956, 1957, 1958, 1959, 1960, 1961, 1966)
  • Κύπελλο Βουλγαρίας: 5 (1951, 1954, 1955, 1962, 1965)

Διεθνείς

Με τη Βουλγαρία
  • Ολυμπιακοί Αγώνες:  Χάλκινο Μετάλλιο το 1956 στη Μελβούρνη

Προσωπικές Διακρίσεις

  • Κορυφαίος Ποδοσφαιριστής στη Βουλγαρία: 2 (1956, 1962)



ΠΗΓΗ: retrosport.wordpress.com

Κυριακή, 30 Οκτωβρίου 2016

Μπράνκο Στάνκοβιτς

Ο Γιουγκοσλάβος, βοσνιακής καταγωγής, δεξιός ακραίος αμυντικός και αργότερα προπονητής Μπράνκο Στάνκοβιτς (Branislav "Branko" Stanković), γεννήθηκε στις 31 Οκτωβρίου του 1921, στο Σεράγεβο, τη πρωτεύουσα της σημερινής Βοσνίας. Ιδιαίτερα αθλητικός, με πλούσια σωματικά προσόντα, σταθερός, έξυπνος και καθαρός στις επεμβάσεις του. Δεν αποβλήθηκε ποτέ! Έπαιξε κυρίως για τον Ερυθρό Αστέρα Βελιγραδίου και τη Γιουγκοσλαβία. Ήταν ένας από τα πιο κομψούς αμυντικούς παίκτες της εποχής του. Λόγω του στυλ παιχνιδιού του, κέρδισε το παρατσούκλι «Ο Πρέσβης». Πάρα πολλοί νεότεροι παίκτες, προσπάθησαν να αντιγράψουν το στυλ παιχνιδιού του. Ήταν δυνατός, γρήγορος και πολύ γενναίος παίκτης και διέθετε εξαιρετική τεχνική. Τόσο ως παίκτης όσο και ως προπονητής, είναι μια από τις πιο σημαντικές προσωπικότητες του Ερυθρού Αστέρα Βελιγραδίου, αλλά και για το γιουγκοσλαβικό ποδόσφαιρο γενικότερα.

Ξεκίνησε την καριέρα του στη Σλάβιτσα του Σεράγεβο, το 1936. Το 1941 δραπέτευσε από την αποκλεισμένη βοσνιακή πρωτεύουσα και εντάχθηκε στον πιο επιτυχημένο σύλλογο της Γιουγκοσλαβίας πριν από τον πόλεμο, την BSK Βελιγραδίου, παίζοντας στη σερβική Λίγκα κατά τη διάρκεια του πολέμου. Το 1946 πήγε στον Ερυθρό Αστέρα, όπου καθιερώθηκε ως ένας από τους καλύτερους αμυντικούς στο Πρωτάθλημα ποδοσφαίρου της Γιουγκοσλαβίας  και τελείωσε την πρώτη σεζόν στην 3η θέση. Ύστερα από μια 5η θέση τη σεζόν 1947/48 είχε 2  ακόλουθες θέσεις επιλαχόντα στο πρωτάθλημα. Στο Κύπελλο Γιουγκοσλαβίας , η ομάδα κατέκτησε τους τίτλους  τις περιόδους 1947/48 και 1948/49. Η πρώτη απόλυτα επιτυχημένη σεζόν του, ήταν  το 1951, όταν ήλθε και ο πρώτος τίτλος στο πρωτάθλημα. Μέχρι το καλοκαίρι του 1958, κατέκτησε ακόμη 2 φορές το πρωτάθλημα και μία φορά το Κύπελλο Γιουγκοσλαβίας. Έπαιξε 195 παιχνίδια, με 14 γκολ. Αποσύρθηκε το 1958, λίγο πριν τα 37α  γενέθλιά του. Συνολικά, ολοκλήρωσε 495 επίσημους αγώνες και σκόραρε 36 γκολ για τον Αστέρα.

Έπαιξε στον πρώτο διεθνή αγώνας της Γιουγκοσλαβικής εθνικής ομάδας μετά το τέλος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, στο παιχνίδι εναντίον της Τσεχοσλοβακίας. Από τότε και για μια δεκαετία ήταν από τους πιο συνεπείς παίκτες και ολοκλήρωσε κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου σχεδόν όλα τα διεθνή παιχνίδια της Γιουγκοσλαβίας. Συμμετείχε στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1948 στο Λονδίνο, φτάνοντας μέχρι τον τελικό του τουρνουά, όπου ηττήθηκαν από την εκπληκτική Σουηδία με 1-3, κατακτώντας το Ασημένιο Μετάλλιο. Ολοκλήρωσε και τους 4 αγώνες, σκοράροντας στο πρώτο παιχνίδι, εναντίον του Λουξεμβούργου το πρώτο διεθνές γκολ του. Δύο χρόνια αργότερα, συμμετείχε στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1950 στη Βραζιλία, τερματίζοντας 2ος πίσω από τη διοργανώτρια στη Φάση των Ομίλων και αποκλειόμενος από τη συνέχεια. 

Στους Ολυμπιακούς του 1952 στο Ελσίνκι, στον πρώτο αγώνα του πρώτου γύρου εναντίον της Ινδίας, στη νίκη με 10-1 πέτυχαν τη μεγαλύτερη νίκη της ιστορίας της εθνικής γιουγκοσλαβικής ομάδας. Έφτασε και πάλι στον τελικό του τουρνουά, αυτή τη φορά εναντίον των «Μαγικών Μαγυάρων» της Ουγγαρίας, η οποία την εποχή εκείνη ήταν η Κορυφαία Ομάδα στον Κόσμο. Ηττήθηκαν με 0-2, με γκολ στα τελευταία 25 λεπτά του παιχνιδιού μένοντας και πάλι με το Ασημένιο Μετάλλιο. Δύο χρόνια αργότερα έπαιξε στο Παγκόσμιο Κύπελλο 1954, όπου ήταν και πάλι στον ίδιο όμιλο με τη Βραζιλία. Αυτή τη φορά πέρασαν στα προημιτελικά, όπου ηττήθηκαν από την μετέπειτα τροπαιούχο  Γερμανία .

Συνέχισε για δύο χρόνια ακόμη τη διεθνή του καριέρα, η οποία ολοκληρώθηκε στις 28 Νοεμβρίου του 1956 σ’ έναν αγώνα εναντίον της Αγγλίας. Κατά τη διάρκεια της διεθνούς καριέρας του, μαζί με τον συμπαίκτη του Στέφαν Μπόμπεκ (Stjepan Bobek), ήταν οι παίκτες με τους περισσότερους διεθνείς αγώνες για την Γιουγκοσλαβική εθνική ομάδα. Ολοκλήρωσε 61 διεθνείς συμμετοχές,  πίσω από τον Μπόμπεκ, ο οποίος είχε 63. Αργότερα ξεπεράστηκαν και βρίσκεται στην 6η θέση  από πλευράς συμμετοχών των Γιουγκοσλάβων διεθνών. Σκόραρε τρία γκολ και δύο αυτογκόλ και σε επτά παιχνίδια ήταν ο αρχηγός της ομάδας. 


Ξεκίνησε την προπονητική του καριέρα στο Σεράγεβο το 1960, στη Ζελέσνιτσαρ. Εργάστηκε επίσης στην Ολίμπια Λουμπλιάνας και στη Βοϊβοντίνα του Νόβι Σαντ, με την οποία τη σεζόν 1965/66 κατέκτησε το πρώτο τίτλο στην ιστορία του συλλόγου. Κατά τη διάρκεια του 1966, ήταν στο τεχνικό τιμ της Εθνικής Γιουγκοσλαβίας, η οποία τότε άνηκε στην ελίτ του Ευρωπαϊκού και όχι μόνο ποδοσφαίρου, μαζί με τους Αλεξάντερ Τίρνανιτς (Aleksandar Tirnanić), Μίλαν Μίλιανιτς (Miljan Miljanić), Ράικο Μίτιτς (Rajko Mitić) και Βουγιαντίν Μπόσκοφ (Vujadin Boškov). Εκεί τον πρόσεξε η ΑΕΚ και του πρόσφερε την ευκαιρία να έλθει στην Ελλάδα και να δουλέψει σε υψηλό επίπεδο, αφού κλήθηκε να αντικαταστήσει τον Γένε Τσάκναντι (Jenő Csaknády) που του παραδίδει μια ΑΕΚ πρωταθλήτρια και γεμάτη αστέρια: Μίμης Παπαϊωάννου, Ανδρέας Σταματιάδης, Στέλιος Σκευοφύλαξ, Κώστας Νικολαϊδης, Φώτης Μπαλόπουλος, Σπύρος Πομώνης και πολλοί ακόμη. Οι παίκτες δεν υποδέχονται με τις καλύτερες των προθέσεων τον αντικαταστάτη του αγαπητού και σεβάσμιου Τσάκναντι και επιλέγεται ο δύσκολος δρόμος των εκκαθαρίσεων: ο Στάνκοβιτς αποφασίζει να “ξαναχτίσει” την ΑΕΚ και αμέσως μετά την πρώτη πολύ δύσκολη σεζόν που ολοκλήρωσε στην 6η θέση, η ΑΕΚ αλλάζει χαρακτήρα γίνεται πιο επιθετική και εντυπωσιακή και κάνει δύο απανωτές καλές χρονιές.

Ακόμη πάντως και στην κακή πρώτη σεζόν, ο Στάνκοβιτς οδηγεί την ΑΕΚ στην προημιτελική φάση του Κυπέλλου Πρωταθλητριών και αποκλείεται στις λεπτομέρειες από τους δυνατούς Τσεχοσλοβάκους της Σπάρτακ Τρνάβα (2-1 και 1-1) ενώ κερδίζει και τα δύο ντέρμπι εκτός έδρας, 2-3 στο Καραϊσκάκη σε ένα ιστορικό παιχνίδι που τελείωσε με το Μίμη Παπαϊωάννου …τερματοφύλακα και 1-2 στη Λεωφόρο. Από την επόμενη σεζόν, η ΑΕΚ διαφοροποιεί το στυλ παιχνιδιού της, προσέχει περισσότερο την άμυνά της, γίνεται πιο σφικτή και οι ποδοσφαιριστές (μετά και τις απαραίτητες εκκαθαρίσεις) αρχίζουν και εμπιστεύονται τον αυστηρό Γιουγκοσλάβο. Η σεζόν 1969/70 βρίσκει την ΑΕΚ στη 2η  θέση, αλλά με βάσεις για κάτι καλύτερο. Πράγματι την επόμενη σεζόν, η ΑΕΚ του Στάνκοβιτς “σπάει” τα κοντέρ και κατακτά το πρωτάθλημα με άνεση και εντυπωσιακές επιδόσεις: κλείνει τη σεζόν με μόλις 3 ήττες και 18 γκολ παθητικό σε 34 παιχνίδια, ενώ κάνει και ένα από τα σκορ-ρεκόρ στην ιστορία της με το 8-2 εναντίον της Βέροιας το Νοέμβρη του 1970.


Η σεζόν 1971/72 χαρακτηρίζεται από την πιο ιστορική νίκη ελληνικής ομάδας εναντίον κολοσσού του Ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου: η ΑΕΚ του Στάνκοβιτς, στην οποία ήδη έχουν ξεκινήσει να εμφανίζονται οικονομικά και διοικητικά προβλήματα, κερδίζει την πολύ μεγάλη Ίντερ του Σάντρο Ματσόλα, του Τζιανσίντο Φακέττι, του Ρομπέρτο Μπονινσένια και άλλων  με 3-2 και κατακτά τη μεγαλύτερη νίκη της μέχρι τότε στα Ευρωπαϊκά Κύπελλα. Στο πρωτάθλημα, η ομάδα τερματίζει στην 3η θέση, 6 βαθμούς πίσω από τον Πρωταθλητή Παναθηναϊκό τον οποίο κέρδισε και στη Φιλαδέλφεια και στη Λεωφόρο! Πληρώνει το γεγονός ότι και στις 4 εξόδους της στη Μακεδονία, κάνει ισάριθμες ήττες και δέχεται τη χαριστική βολή στην εντός έδρας ήττα από τα Τρίκαλα (!) 8 αγωνιστικές πριν το τέλος του πρωταθλήματος. Τα διοικητικά και οικονομικά προβλήματα ταλανίζουν την ΑΕΚ και η επόμενη σεζόν αποβαίνει καταστροφική.


Η ΑΕΚ έχει γίνει πολύ soft και “φωνάζει” ότι χρειάζεται ανανέωση. Τερματίζει 5η, σκοράροντας μόλις 36 γκολ (αρνητική επίδοση) χάνει όλα τα ντέρμπι και δέχεται ταπεινωτική ήττα με 1-5 από τον Ολυμπιακό στη Νέα Φιλαδέλφεια. Ο μέχρι τότε Πρόεδρος Κοσμάς Χατζηχαραλάμπους ανατρέπεται, αναλαμβάνει ο Δημήτρης Αβραμίδης και αποφασίζεται να ολοκληρωθεί η συνεργασία με τον Στάνκοβιτς, ο οποίος όμως έχει ήδη χτίσει ένα πολύ καλό όνομα στις “αλκυονίδες” μέρες του στην ομάδα. Μετά από ένα πολύ σύντομο πέρασμα από τον Άρη, τερματίζοντας  στην 3η  θέση, καλείται να δουλέψει στη μεγάλη Πόρτο την οποία οδηγεί στα προημιτελικά του Κυπέλλου UEFA της σεζόν 1975/76, προτού τον καλέσει ο (πρωταθλητής) ΠΑΟΚ ξανά στην Ελλάδα. Ύστερα από μόλις μια σεζόν και μια 3η θέση στο ελληνικό πρωτάθλημα, επέστρεψε στην πατρίδα του και στην αγαπημένη του Βοϊβοντίνα και το 1978 τον βρίσκει να αναλαμβάνει τη μεγαλύτερη ομάδα της χώρας του, τον Ερυθρό Αστέρα, με τον οποίο έφθασε στον τελικό του Κυπέλλου το 1979. Παρέμεινε στο Βελιγράδι μέχρι το 1981, όταν και βρίσκει το τελευταίο λιμάνι της προπονητικής του καριέρας στην Τουρκία.


Ο “Στάνκο” μένει στην Τουρκία σχεδόν μια δεκαετία, δουλεύοντας στη Φενέρ και τη Μπεσικτάς και κλείνει τη διεθνή προπονητική καριέρα του στην Καρσίγιακα το 1989 σε ηλικία 68 ετών. Στην πολύ πλούσια καριέρα του, κατέκτησε 3 πρωταθλήματα Γιουγκοσλαβίας, 2 πρωταθλήματα Τουρκίας και το πρωτάθλημα του 1971 με την ΑΕΚ, ενώ πρόσθεσε στο παλμαρέ του και 3 Κύπελλα (δύο στην Τουρκία και ένα στη Γιουγκοσλαβία). Στην ιστορία της ΑΕΚ, έμεινε ως ο προπονητής του 5ου Πρωταθλήματος της ομάδας, αλλά και ο προπονητής της “Ανανέωσης” αφού επί εποχής του αντικαταστάθηκε η παλιά φρoυρά της δεκαετίας του 1950 και του 1960, με νεότερους και πιο μοντέρνους ποδοσφαιριστές που έβαλαν την ΑΕΚ παρά τα προβλήματα, στην τροχιά της ανόδου σε πολύ ψηλά επίπεδα, όταν απέκτησε διοικητική σταθερότητα με το Λουκά Μπάρλο. Ήταν ο πρώτος προπονητής που δίδαξε “διαφορετική” άμυνα στην ομάδα και ασφαλώς ο προπονητής της πρώτης μεγάλης Ευρωπαϊκής βραδιάς της ιστορίας της με το εκπληκτικό 3-2 εναντίον της Ίντερ στη Νέα Φιλαδέλφεια, νίκη εκτός πραγματικότητας για τα δεδομένα του ελληνικού ποδοσφαίρου εκείνης της εποχής.


Αποσύρθηκε από το ποδόσφαιρο οριστικά, το 1989. Είχε πτυχίο στη Φυσική Αγωγή. Ήταν παντρεμένος και είχε δύο γιους, τον Ντράγκαν και Ράτκο. Ο Μπράνκο Στάνκοβιτς πέθανε στο Βελιγράδι, στις 20 Φεβρουαρίου του 2002, σε ηλικία 80 ετών

PALMARES

Περίοδος: Σύλλογος, Συμμετοχές (Γκολ)

Εφηβική καριέρα

  • 1936–1939: Fudbalski klub Slavija Sarajevo

Επαγγελματική καριέρα

  • 1939–1941: Fudbalski klub Slavija Sarajevo
  • 1941–1945: Beogradski Sport Klub (BSK)
  • 1946–1958: Fudbalski klub Crvena Zvezda Beograd, 195 (14)

Σύνολα καριέρας: 196 (14)

Διεθνής

  • 1946–1956: Γιουγκοσλαβία, 61 (3)

Προπονητική καριέρα

  • 1960: Fudbalski Klub Željezničar Sarajevo
  • 1963/64: Nogometni Klub Olimpija Ljubljana
  • 1964–1967: Fudbalski Klub Vojvodina Novi Sad
  • 1966: Γιουγκοσλαβία (συν-προπονητής)
  • 1968–1973: Αθλητική Ένωσις Κωνσταντινουπόλεως (ΑΕΚ)
  • 1973/74: Αθλητικός Σύλλογος Άρης Θεσσαλονίκης
  • 1975/76: Futebol Clube do Porto
  • 1976/77: Πανθεσσαλονίκειος Αθλητικός Όμιλος Κωνσταντινουπολιτών (ΠΑΟΚ)
  • 1977/78: Fudbalski Klub Vojvodina Novi Sad
  • 1978/81: Fudbalski klub Crvena Zvezda Beograd
  • 1982–1984: Fenerbahçe Spor Kulübü
  • 1984–1986: Beşiktaş Jimnastik Kulübü
  • 1986/87: Fenerbahçe Spor Kulübü
  • 1988: Fudbalski klub Crvena Zvezda Beograd
  • 1989: Karşıyaka Spor Kulübü

Τίτλοι

Ως ποδοσφαιριστής
Με την BSK Βελιγραδίου 
  •  Πρωτάθλημα Σερβίας:2 (1942/43, 1943/44)

Με τον Ερυθρό Αστέρα
  • Πρωτάθλημα Γιουγκοσλαβίας: 4 (1951, 1952/53, 1955/56, 1956/57 και επιλαχών: 3 (1948/49, 1950, 1952)
  • Κύπελλο Γιουγκοσλαβίας: 3 (1948, 1949, 1950) και φιναλίστ: 2 (1952, 1954)

Διεθνείς

Με τη Γιουγκοσλαβία
  • Ολυμπιακοί Αγώνες:  Ασημένιο μετάλλιο: 2 (Λονδίνο 1948, Ελσίνκι 1952)

Ως προπονητής
Με την Vojvodina 
  • Πρωτάθλημα Γιουγκοσλαβίας: 1965/66

Με την ΑΕΚ
  • Πρωτάθλημα Ελλάδος: 1970/71

Με τον Ερυθρό Αστέρα
  • Πρωτάθλημα Γιουγκοσλαβίας: 2 (1979/80, 1980/81)

Με την Fenerbahçe 
  • Πρωτάθλημα Τουρκίας  1982/83
  • Κύπελλο Τουρκίας: 1982/83

Με την Beşiktaş
  • Πρωτάθλημα Τουρκίας: 1985/86



Σάββατο, 29 Οκτωβρίου 2016

Μπάμπης Κοτρίδης

Ο Έλληνας μέσος Μπάμπης (Χαράλαμπος) Κοτρίδης, γεννήθηκε στη Δραπετσώνα στις 30 Οκτωβρίου του 1928. Ο ψηλός του Θρύλου! Ο άνθρωπος που κράτησε στα χέρια του τα περισσότερα τρόπαια από κάθε άλλο ποδοσφαιριστή του Ολυμπιακού. Ο πραγματικός ποδοσφαιριστής, ο πραγματικός Θρύλος! Ως έφηβος, υπήρξε αθλητής στίβου στον Πανιώνιο, ενώ σαν ποδοσφαιριστής αγωνίστηκε αποκλειστικά με τον Ολυμπιακό Πειραιώς. Η ενασχόληση του με τον στίβο έκανε "μπαμ" στο στυλ παιχνιδιού του! Πραγματικό "μηχανάκι", κατάπινε χιλιόμετρα και "έσκαγε" στο τρέξιμο τον αντίπαλο. Συν τοις άλλοις ήταν εξαιρετικός εκτελεστής στημένων φάσεων, αφού στα 38 πέναλτι που κλήθηκε να εκτελέσει στην καριέρα του αστόχησε μόλις σε 2. Με τη φανέλα του Ολυμπιακού αγωνίστηκε έως και το 1961. Ήταν εκ των βασικών στελεχών της μεγάλης ομάδας της δεκαετίας του 1950 που κατέκτησε τα 6 συνεχόμενα πρωταθλήματα. Κατέκτησε 10 πρωταθλήματα Ελλάδος, 14 πρωταθλήματα Πειραιά και 10 κύπελλα Ελλάδο, ενώ σημείωσε 59 γκολ με την "ερυθρόλευκη" φανέλα. Η τελευταία του επίσημη εμφάνιση με τον Ολυμπιακό πραγματοποιήθηκε στις 4 Ιουλίου του 1961, στο νικηφόρο 2-1 επί της Σάντος του μεγάλου Πελέ. Τέλος, αγωνίστηκε με τη φανέλα της εθνικής Ελλάδος σε 18 αγώνες και σημείωσε ένα γκολ.

Γεννήθηκε στη Δραπετσώνα, μεγάλωσε στην Καλλιθέα και ξεκίνησε τον αθλητισμό από τον γειτονικό Πανιώνιο στα 400 μέτρα με εμπόδια λόγω μεγάλου ύψους. Αρχικά, έπαιξε ποδόσφαιρο στην Αθλητική Ένωση Αγίου Νικολάου στη Καλλιθέας, όταν δε τον παρακολούθησε ο Γιώργος Μαλεύρης, του πρότεινε να δοκιμαστεί από την ΑΕΚ από τους υπεύθυνους της οποίας απορρίφθηκε και ακολούθως στον Ολυμπιακό, όντας εκείνος ενεργός ακόμη αμυντικός του.


Ο επονομαζόμενος «Ψηλός» υπέγραψε δελτίο το 1945, ενώ παράλληλα συνέχισε στον στίβο του Πανιωνίου. Το 1946 επιλέχθηκε ως άλτης του ύψους για το εθνικό αντιπροσωπευτικό συγκρότημα, αλλά σύντομα αφοσιώθηκε στην ποδοσφαιρική δραστηριότητα μετά παρότρυνση των υπευθύνων της β' ομάδας του Ολυμπιακού, Βαγγέλη και Γιάννη Χέλμη. Την πρώτη του, ανεπίσημη εμφάνιση με την α' ομάδα, την έκανε στις 17 Σεπτεμβρίου του 1947, σε μια φιλική εντός έδρας νίκη με 5-0 επί της Βικτώρια Αθηνών, αγωνιζόμενος στο β’ ημίχρονο και την επίσημη, 16 μήνες αργότερα. Αντίπαλος υπήρξε ο Έσπερος Καλλιθέας στο Ποδηλατοδρόμιο, σε μια νίκη με 3-1 για το Κύπελλο Ελλάδος, στις 30 Ιανουαρίου του 1949, μόλις 8 ημέρες μετά  το ντεμπούτο του Ηλία Ρωσίδη. Οι δύο τους θα εγκαταλείψουν σχεδόν ταυτόχρονα την ενεργό δράση, έχοντας ενδιάμεσα διαγράψει πολυετή πορεία για τον σύλλογο, έχοντας καταλάβει τις κορυφαίες θέσεις μίας σειράς στατιστικών κατηγοριών συμμετοχών, χριστεί αρχηγοί και διεθνείς! Στο ίδιο γήπεδο, την 16η Απριλίου του 1949, ο Μπάμπης Κοτρίδης σημείωσε το παρθενικό του τέρμα, όταν για το πρωτάθλημα της ΕΠΣ Πειραιώς, η αντίσταση του Αργοναύτη κάμφθηκε με 2-1 χάρις σε δικά του (5' και 60') τέρματα, παρά την επάνοδο (μετά από 10 εβδομάδες) του δεινότατου σκόρερ Γιάννη Βάζου.


Στη βασική 11άδα καθιερώθηκε την ερχόμενη αγωνιστική περίοδο 1949/50, ως αριστερός μέσος, με τον Διονύση Μινάρδο στα δεξιά, ύστερα από την αποχώρηση του 37χρονου Γιώργου Βαγιακάκου. Η αειθαλής παρουσία του προκατόχου του, τού επέτρεψε, μόλις στα 21 του χρόνια,  να καταλάβει τη θέση που πάντως διατήρησε μέχρι την –προχωρημένη για τότε– ηλικία των 32 ετών! Υπήρξε αναντικατάστατο στέλεχος σε όλη την επιτυχημένη ερυθρόλευκη εποχή, τη δεκαετία του 1950, διατελώντας από τους αρχηγούς της ομάδας. Η τελευταία των 11 συναπτών περιόδων του ως βασικός, ήταν η σεζόν 1959/60 και εναρκτήρια της νεοσύστατης τότε Α' Εθνικής κατηγορίας, συγκαταλεγόμενος σε όσους "ένωσαν" την πρώτη μεταπολεμική 15ετία με τον πρόσφατο μισό αιώνα του ελληνικού ποδοσφαίρου. Την επόμενη περίοδο, 1960/61, ολοκλήρωσε την καριέρα του με τη συμπλήρωση 259 επίσημων εμφανίσεων με την «ερυθρόλευκη» φανέλα!



Στο διάστημα αυτό, αναδείχτηκε σε μία από τις μεγαλύτερες φυσιογνωμίες της ποδοσφαιρικής Ελλάδας! Παίκτης με θαυμάσιο κοντρόλ, καλή ντρίμπλα, φοβερή αντοχή και «ολυμπιακό σθένος», ήταν πολλές φορές μια ομάδα μόνος του. Συμμετείχε σε …

  • … 113 για το Πανελλήνιο πρωτάθλημα και αυτού της Α' Εθνικής, επιτυγχάνοντας 24 τέρματα …
  •  … 44 αγώνες για το Κύπελλο Ελλάδας, με 10 τέρματα …
  •  … 2 αγώνες για το Κύπελλο Πρωταθλητριών Ευρώπης …
  •  … 100 παιχνίδια στο πλαίσιο του Πειραϊκού πρωταθλήματος, σκοράροντας  24 γκολ …
  • και σε 160 φιλικά παιχνίδια με εγχώριους ή ξένους αντιπάλους, πετυχαίνοντας τουλάχιστον 22 γκολ.

 Ειδικά στο χρονικό διάστημα από το 1946 έως το 1959 του Πανελλήνιου Πρωταθλήματος, πρόκειται για τον 3ο ποδοσφαιριστή των Ερυθρόλευκων σε συμμετοχές με 85 αγώνες (πρώτος ο Ηλίας Ρωσίδης με 97 και 2ος ο Θανάσης Κίνλεϊ με 89) και 2ο σκόρερ τους, με 23 τέρματα, μαζί  με τον Γιάννη Ιωάννου, τον Θέμη Μουστακλή και τον Θανάση Μπέμπη, ενώ πρώτος είναι με 33 ο Ηλίας Υφαντής. Οι ιστορικοί ερευνητές του συλλόγου Στάθης Αρβανίτης και Ηλίας Λέκκας, αμφότεροι καταγράφουν ότι επί 4,5 σχεδόν χρόνια, από τον Ιούλιο του 1954 έως τον Φεβρουάριο του 1959, απουσίασε σε μόλις έναν αγώνα σε όλες τις διοργανώσεις (συμπεριλαμβάνονται τελικές φάσεις πρωταθλημάτων, προκριματική του 1956, διπλό μπαράζ του 1957), ρεκόρ που υπερβαίνει μόνο ο Ηλίας Ρωσίδης με έναν αγώνα σε 7,5 χρόνια, από το 1951 έως το 1958! Στη δε Α' κατηγορία της τοπικής ΕΠΣ Πειραιώς έως το 1959, οι "διόσκουροι" παίκτες έχουν στο ενεργητικό τους περισσότερες συναντήσεις από οποιονδήποτε άλλον (ο Ηλίας Ρωσίδης 104 ή 103. Επιπλέον, ο Αρβανίτης τους περιλαμβάνει "στους πιο αντιπροσωπευτικούς στην κάθε δεκαετίας που δημιούργησαν τον Θρύλο" και συγκεκριμένα την 1950-1960!


Το τελευταίο του τέρμα σε επίσημη αναμέτρηση, το πέτυχε στις 18 Δεκεμβρίου του 1960, ανοίγοντας το σκορ, στην εντός έδρας νίκη με 3-1 για το πρωτάθλημα επί της ΑΕΚ, ενώ η επόμενη αγωνιστική την 15η Ιανουαρίου του 1961, στο 0-0 του σταδίου της Νέας Σμύρνης με τον Πανιώνιο, υπήρξε η τελευταία εμφάνιση μίας 12χρονης διαδρομής σε επίπεδο διοργανώσεων (συμπτωματικά και στις δύο περιπτώσεις, εναντίον των συλλόγων που μέσω διαφορετικού τρόπου σχετίστηκε ως νεαρός αθλητής). Ένα εξάμηνο αργότερα και αρχηγός τιμής ένεκεν, μετείχε για αποχαιρετιστήρια φορά, στη νίκη με 2-1 του Ολυμπιακού με αντίπαλο τη βραζιλιάνικη Σάντος του Πελέ, όπου στο ταραχώδες φιλικό της 4ης Ιουλίου του 1961 συνέβαλε ακούσια για το αριθμητικό πλεονέκτημα από τις αρχές της επανάληψης:

«Εις το 7ο λεπτό έγιναν τα μεγάλα επεισόδια. Ο δεξιός ακραίος των Βραζιλιάνων Άντζελο Σορμάνι (Ángelo Sormani) έκαμε ένα σκληρό φάουλ επί του Κοτρίδη. Ο τελευταίος εκνευρισμένος του επετέθη. Ο Κουντίνιο (Antônio Wilson Vieira Honório, “Coutinho”) έτρεξε γρήγορα και κατάφερε ένα δυνατόν λάκτισμα επί του Κοτρίδη. Από εκεί και πέρα ο στίβος του γηπέδου του Παναθηναϊκού έγινε αρένα, όπου Έλληνες και Βραζιλιάνοι ποδοσφαιρισταί αλληλοεδέρνοντο. Όταν η θύελλα επέρασε και η γαλήνη επανήλθεν, ο διαιτητής κ. Ιωαννίδης απέβαλε τον Κουντίνιο και η Σάντος συνέχισεν αγωνιζόμενη με δέκα παίκτας»


Ο Ρωσίδης απουσίαζε με τραύμα στο κεφάλι από το 3-0 επί του Πανιωνίου για τον Τελικό Κυπέλλου δύο ημέρες νωρίτερα, γεγονός που τον είχε υποχρεώσει να προωθηθεί σε ακραίο επιθετικό κατά το β' ημίχρονο. Με το περιβραχιόνιο και αυτός, αφού η συγκεκριμένη συνάντηση αποδείχθηκε και η δική του τελευταία επίσημη, καθώς την επόμενη περίοδο 1961/62 δεν θα εμφανιστεί παρά μόνο σε ορισμένες φιλικές του φθινοπώρου.

Ξεχωριστές στιγμές της σταδιοδρομίας του Κοτρίδη ήταν οι αναμετρήσεις με την ιταλική Μίλαν στο πλαίσιο του Κυπέλλου Πρωταθλητριών της περιόδου 1959/60, οι πρώτες της ιστορίας για ελληνική ομάδα σε ευρωπαϊκή διασυλλογική διοργάνωση. Σε αμφότερες τις συναντήσεις αποτέλεσαν με τον Θανάση Μπέμπη τους κορυφαίους!


Σκόρερ

Παρότι οι –δύο– τότε μέσοι είχαν κυρίως αμυντικά καθήκοντα, ο ίδιος διακρίθηκε ιδιαίτερα και στην επίτευξη τερμάτων. Με 6 αναδείχθηκε 2ος σκόρερ του Πανελληνίου πρωταθλήματος 1953/54, ένα λιγότερο από το Χριστόφορο Γιεντζή του ΠΑΟΚ. Σύμφωνα με τον Λέκκα, «Ο Πούσκας είπε γι' αυτόν το 1957: “Έχει το κεφάλι του συμπαίκτη μου Σάντορ Κότσις (Sándor Péter Kocsis)"», ικανότητα που ο Αρβανίτης επιβεβαιώνει αριθμητικά: για κάθε τέρμα του στις πανελλήνιες διοργανώσεις με σουτ, αντιστοιχεί και ένα μέσω κεφαλιάς. Άλλωστε, με το δεδομένο τρόπο και σε κτύπημα κόρνερ άνοιξε το σκορ τόσο στον Τελικό κυπέλλου του 1957, όσο και στο Αίγυπτος-Ελλάδα 0-2 του 1951 ("γυριστή από εκπληκτικό άλμα"), το μοναδικό του γκολ για λογαριασμό της εθνικής ομάδας!


Πέραν από κεφαλοσφαιριστής, υπήρξε εξαιρετικά δεινός εκτελεστής πέναλτι. Ο Λέκκας του πιστώνει 15 εύστοχες σε Πανελλήνιο Πρωτάθλημα και Κύπελλο Ελλάδος, ενώ μόλις μία αποτυχημένη και μάλιστα στέλνοντας την μπάλα στο δοκάρι. Τερματοφύλακας βρέθηκε τότε απέναντι του ο μέχρι πρόσφατα συμπαίκτης του Κώστας Καραπατής του Ηρακλή Θεσσαλονίκης, με το σκορ στο 53' διαμορφωμένο ήδη για το τελικό 1-1 εντός έδρας που δεν εμπόδισε πάντως την κατάκτηση του πρωταθλήματος 1957/58. Το ίδιο έτος, 3 πέναλτι και συνολικά 4 γκολ τον αναβίβασαν σε ερυθρόλευκο αρχισκόρερ της επίσης νικηφόρας διεξαγωγής του κυπέλλου, είναι δε χαρακτηριστικό ότι από τα 11 βήματα σημείωσε τα 2 παρθενικά και τα 2 καταληκτικά γκολ της πορείας του στο πρωτάθλημα Ελλάδας, αλλά και τα 2 εναρκτήρια στο κύπελλο. Με συνυπολογισμό της πειραϊκής διοργάνωσης και των φιλικών αναμετρήσεων, ο Λέκκας παραθέτει ένα σύνολο 36 εύστοχων σε 38 εκτελέσεις για τον (χωρίς περαιτέρω τεκμηρίωση) "Μεγαλύτερο Σπεσιαλίστα του Ποδοσφαίρου μας Μέχρι Σήμερα στα Πέναλτι"!


Αναλυτικά τα γκολ του με τη φανέλα του Ολυμπιακού :

  • 16/04/1949 (1948/49), Πρωτάθλημα Πειραιώς (11η Αγωνιστική), ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΣ - ΑΡΓΟΝΑΥΤΗΣ 2-1 (5' - 60')
  • 14/12/1949 (1949/50), Πρωτάθλημα Πειραιώς (3η Αγωνιστική), ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΣ - ΑΤΡΟΜΗΤΟΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ 4-0 (81')
  • 25/06/1950 (1949/50), Πρωτάθλημα Πειραιώς (14η Αγωνιστική), ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΣ - ΘΗΣΕΑΣ 4-1 (51')
  • 11/11/1951 (1951/52), Πρωτάθλημα Πειραιώς (1η Αγωνιστική), ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΣ - ΠΑΝΕΛΕΥΣΙΝΙΑΚΟΣ 3-0 (33')
  • 18/11/1951 (1951/52), Πρωτάθλημα Πειραιώς (2η Αγωνιστική), ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΗ - ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΣ 0-4 (58')
  • 10/02/1952 (1951/52), Κύπελλο Ελλάδος (Προημιτελική Φάση), ΠΑΓΑΣΗΤΙΚΟΣ - ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΣ 1-3 (80')
  • 15/10/1952 (1952/53), Πρωτάθλημα Πειραιώς (1η Αγωνιστική), ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΣ - ΠΑΝΕΛΕΥΣΙΝΙΑΚΟΣ 4-0 (40')
  • 26/10/1952 (1952/53), Πρωτάθλημα Πειραιώς (3η Αγωνιστική), ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΣ - ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΗ 8-0 (19')
  • 22/11/1953 (1953/54), Πρωτάθλημα Πειραιώς (3η Αγωνιστική), ΑΕ ΝΙΚΑΙΑΣ - ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΣ 1-5 (13')
  • 17/01/1954 (1953/54), Κύπελλο Ελλάδος (Προκριματική Φάση "16"), ΑΤΡΟΜΗΤΟΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ - ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΣ 0-2 (30')
  • 07/02/1954 (1953/54), Κύπελλο Ελλάδος (Προημιτελική Φάση), ΑΣΤΕΡΑΣ ΑΘΗΝΩΝ - ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΣ 0-4 (87')
  • 12/05/1954 (1953/54), Πρωτάθλημα Ελλάδος (2η Αγωνιστική), ΝΙΚΗ ΒΟΛΟΥ - ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΣ 0-3 (35')
  • 06/06/1954 (1953/54), Πρωτάθλημα Ελλάδος (4η Αγωνιστική), ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΣ - ΠΑΟΚ 1-0 (84')
  • 13/06/1954 (1953/54), Πρωτάθλημα Ελλάδος (5η Αγωνιστική), ΠΑΝΑΧΑΪΚΗ - ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΣ 0-8 (76' - 80' - 83')
  • 21/07/1954 (1953/54), Πρωτάθλημα Ελλάδος (10η Αγωνιστική), ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΣ - ΠΑΝΑΧΑΪΚΗ 3-0 (44')
  • 19/12/1954 (1954/55), Πρωτάθλημα Πειραιώς (7η Αγωνιστική), ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΣ - ΑΕ ΝΙΚΑΙΑΣ 6-1 (9')
  • 05/06/1955 (1954/55), Πρωτάθλημα Ελλάδος (6η Αγωνιστική), ΠΑΟΚ - ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΣ 2-3 (85')
  • 19/06/1955 (1954/55), Πρωτάθλημα Ελλάδος (7η Αγωνιστική), ΑΠΟΛΛΩΝ ΑΘΗΝΩΝ - ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΣ 2-3 (26')
  • 26/06/1955 (1954/55), Πρωτάθλημα Ελλάδος (8η Αγωνιστική), ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΣ - ΠΑΝΑΙΤΩΛΙΚΟΣ 6-0 (85')
  • 18/09/1955 (1955/56), Πρωτάθλημα Πειραιώς (1η Αγωνιστική), ΑΕ ΝΙΚΑΙΑΣ - ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΣ 0-10 (8')
  • 01/12/1955 (1955/56), Πρωτάθλημα Πειραιώς (10η Αγωνιστική), ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΣ - ΠΑΝΕΛΕΥΣΙΝΙΑΚΟΣ 3-0 (33' - 88')
  • 03/01/1956 (1955/56), Πρωτάθλημα Ελλάδος (2η Αγωνιστική), ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΣ - ΟΦΗ 6-0 (66')
  • 18/03/1956 (1955/56), Πρωτάθλημα Ελλάδος (11η Αγωνιστική (Τελικοί)), ΑΠΟΛΛΩΝ ΑΘΗΝΩΝ - ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΣ 2-2 (19' - 32')
  • 23/05/1956 (1955/56), Πρωτάθλημα Ελλάδος (15η Αγωνιστική (Τελικοί)), ΠΑΝΑΘΗΝΑΪΚΟΣ - ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΣ 1-2 (62')
  • 06/06/1956 (1955/56), Πρωτάθλημα Ελλάδος (18η Αγωνιστική (Τελικοί)), ΕΘΝΙΚΟΣ - ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΣ 2-1 (72')
  • 16/09/1956 (1956/57), Πρωτάθλημα Πειραιώς (1η Αγωνιστική), ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΣ - ΦΙΛΑΘΛΟΙ 9-0 (30')
  • 23/09/1956 (1956/57), Πρωτάθλημα Πειραιώς (2η Αγωνιστική), ΠΑΝΕΛΕΥΣΙΝΙΑΚΟΣ - ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΣ 1-4 (33')
  • 10/10/1956 (1956/57), Πρωτάθλημα Πειραιώς (6η Αγωνιστική), ΑΕ ΝΙΚΑΙΑΣ - ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΣ 0-7 (88')
  • 11/11/1956 (1956/57), Πρωτάθλημα Πειραιώς (10η Αγωνιστική), ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΣ - ΠΑΝΕΛΕΥΣΙΝΙΑΚΟΣ 7-1 (40')
  • 18/11/1956 (1956/57), Πρωτάθλημα Πειραιώς (11η Αγωνιστική), ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΗ - ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΣ 0-4 (89')
  • 19/12/1956 (1956/57), Πρωτάθλημα Πειραιώς (16η Αγωνιστική), ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΣ - ΑΡΗΣ ΝΙΚΑΙΑΣ 7-1 (65')
  • 20/01/1957 (1956/57), Πρωτάθλημα Ελλάδος (18η Αγωνιστική), ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΣ - ΠΑΟΚ 4-0 (55')
  • 03/02/1957 (1956/57), Πρωτάθλημα Ελλάδος (20η Αγωνιστική), ΑΡΗΣ - ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΣ 0-2 (22')
  • 10/02/1957 (1956/57), Πρωτάθλημα Ελλάδος (21η Αγωνιστική), ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΣ - ΔΟΞΑ ΔΡΑΜΑΣ 2-2 (29')
  • 07/04/1957 (1956/57), Πρωτάθλημα Ελλάδος (28η Αγωνιστική), ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΗ - ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΣ 0-4 (38')
  • 25/08/1957 (1956/57), Κύπελλο Ελλάδος (Προημιτελική Φάση), ΑΕΚ - ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΣ 0-1 (42')
  • 08/09/1957 (1956/57), Κύπελλο Ελλάδος (*** ΤΕΛΙΚΟΣ ***), ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΣ - ΗΡΑΚΛΗΣ 2-0 (37')
  • 29/09/1957 (1957/58), Πρωτάθλημα Πειραιώς (2η Αγωνιστική), ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΣ - ΑΕ ΝΙΚΑΙΑΣ 4-1 (48')
  • 27/10/1957 (1957/58), Πρωτάθλημα Πειραιώς (5η Αγωνιστική), ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΗ - ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΣ 2-3 (50')
  • 22/12/1957 (1957/58), Πρωτάθλημα Πειραιώς (13η Αγωνιστική), ΠΑΝΕΛΕΥΣΙΝΙΑΚΟΣ - ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΣ 0-3 (67')
  • 09/02/1958 (1957/58), Κύπελλο Ελλάδος (Προκριματική Φάση "32"), ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΣ - ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΣ ΧΑΛΚΙΔΑΣ 9-0 (57' - 62')
  • 12/03/1958 (1957-1958), Πρωτάθλημα Ελλάδος (22η Αγωνιστική), ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΣ - ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΗ 2-0 (23' - 65')
  • 23/03/1958 (1957/58), Πρωτάθλημα Ελλάδος (24η Αγωνιστική), ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΣ - ΟΦΗ 6-0 (83')
  • 06/04/1958 (1957/58), Κύπελλο Ελλάδος (Προκριματική Φάση "16"), ΟΦΗ - ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΣ 0-2 (10')
  • 23/04/1958 (1957/58), Πρωτάθλημα Ελλάδος (25η Αγωνιστική), ΠΑΝΑΘΗΝΑΪΚΟΣ - ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΣ 1-1 (34')
  • 15/06/1958 (1957/58), Πρωτάθλημα Ελλάδος (33η Αγωνιστική), ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΗ - ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΣ 1-2 (87')
  • 20/07/1958 (1957/58), Κύπελλο Ελλάδος (Ημιτελική Φάση), ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΣ - ΠΑΝΑΘΗΝΑΪΚΟΣ 3-0 (86')
  • 15/10/1958 (1958/59), Πρωτάθλημα Πειραιώς (5η Αγωνιστική), ΑΡΓΟΝΑΥΤΗΣ - ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΣ 0-3 (87')
  • 26/10/1958 (1958/59), Πρωτάθλημα Πειραιώς (6η Αγωνιστική), ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΣ - ΑΡΗΣ ΝΙΚΑΙΑΣ 4-0 (85')
  • 21/01/1959 (1958/59), Πρωτάθλημα Ελλάδος (1η Αγωνιστική), ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΣ - ΠΑΝΙΩΝΙΟΣ 3-2 (87')
  • 10/06/1959 (1958/59), Κύπελλο Ελλάδος (Ημιτελική Φάση), ΑΠΟΛΛΩΝ ΑΘΗΝΩΝ - ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΣ 1-1 (32')
  • 18/12/1960 (1960/61), Πρωτάθλημα Α' Εθνικής (12η Αγωνιστική), ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΣ - ΑΕΚ 3-1 (21')



Αντιπροσωπευτικά συγκροτήματα

Επιλέχθηκε στην εθνική Ενόπλων το 1951 για τον 2Ο και 3Ο  αγώνα της ιστορίας της. Ενδιάμεσα, αγωνίστηκε πρώτη φορά με την Εθνική Ελλάδας στις 8 Απριλίου του 1951, στον εκτός έδρας αγώνα εναντίον της Β' Ιταλίας, που διεξήχθη στο Παλέρμο στο πλαίσιο του Κυπέλλου Φιλίας Ανατολικής Μεσογείου. Συνολικά με τη γαλανόλευκη φανέλα αγωνίστηκε σε 18 αγώνες και σημείωσε ένα γκολ. Είναι από τους λίγους Έλληνες αθλητές που έγινε διεθνής σε δύο διαφορετικά αθλήματα.

Αναγνώριση

Διετέλεσε πρόεδρος στο Σύνδεσμο Βετεράνων Ποδοσφαιριστών του Ολυμπιακού Πειραιώς. Ο Μπάμπης Κοτρίδης, πέθανε το (Μεγάλο) Σάββατο 18 Απριλίου του 2009. Ακριβώς την προηγουμένη, είχε βραβευτεί και φωτογραφηθεί στο –καταργημένο πλέον– παιχνίδι μεταξύ Βραδυποριακού και Ταλαιπωριακού, των παλαιμάχων του Ολυμπιακού με τους αντίστοιχους της Προοδευτικής. Κατόπιν εξαετίας, στη μνήμη του αφιερώθηκε φιλικό βετεράνων Ολυμπιακού-Πανιωνίου, όπου τιμήθηκε και από την ΠΑΕ Ολυμπιακός. Τον εκπροσώπησε η οικογένειά του και παρευρέθηκαν οι πρώην συμπαίκτες Γιώργος Δαρίβας, Σάββας Θεοδωρίδης, Κώστας Καραπατής, Ηλίας Ρωσίδης, Ηλίας Υφαντής με τον επί μακρόν αντίπαλο του στο γήπεδο Κώστα Νεστορίδη, γείτονα από την Καλλιθέα στην παιδική τους ηλικία.

PALMARES

Περίοδος: Σύλλογος, Συμμετοχές (Γκολ)

Εφηβική καριέρα

  • Αθλητική Ένωση Αγίου Νικολάου Καλλιθέας

Επαγγελματική καριέρα

  • 1945-1961: Ολυμπιακός Σύνδεσμος Φιλάθλων Πειραιώς, 223 (48)

Διεθνής

  • 1951: Εθνική Ενόπλων Ελλάδος, 2 (0)
  • 1951-1957: Ελλάδα, 18 (1)

Τίτλοι

Ως ποδοσφαιριστής
Με τον Ολυμπιακό

  • Πανελλήνιο Πρωτάθλημα: 7 (1951, 1954, 1955, 1956, 1957, 1958 και 1959)
  • Κύπελλο Ελλάδος: 8 (1951, 1952, 1953 -χωρίς συμμετοχή στον τελικό, 1954, 1957 -στον τελικό άνοιξε το σκορ με κεφαλιά, 1958, 1959 -χωρίς συμμετοχή στον τελικό και 1960)
  • Πρωτάθλημα ΕΠΣ Πειραιώς: 11 (1949, 1950, 1951, 1952, 1953, 1954, 1955, 1956, 1957, 1958 και 1959)

Προσωπικές Διακρίσεις

  • 2ος σκόρερ Πανελλήνιου πρωταθλήματος:  1954 με 6 τέρματα.

 Κάποια στοιχεία από το pesetero-blog.blogspot.gr

Πέμπτη, 27 Οκτωβρίου 2016

Βιμ Γιάνσεν

Ο Ολλανδός αμυντικός ή και ανασταλτικός μέσος Βιμ Γιάνσεν (Wilhelmus Marinus Anthonius Jansen), γεννήθηκε στις 28 Οκτωβρίου του 1946, στο Ρότερνταμ της Ολλανδίας. Πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της καριέρας του παίζοντας με την ομάδα της γενέτειράς του, την Φέγενορντ, από το 1965 έως το 1980. Κέρδισε μαζί της, τέσσερα Πρωταθλήματα και ένα Κύπελλο Ολλανδίας, το Κύπελλο Πρωταθλητριών Ευρώπης του 1970, κερδίζοντας 2-1 την Σέλτικ στο Μιλάνο και το Διηπειρωτικό Κύπελλο αυτής της χρονιάς, αλλά και το Κύπελλο UEFA του 1974. Αγωνίστηκε σε 415 αγώνες για το ολλανδικό πρωτάθλημα, ενώ σημείωσε και 33 γκολ.

Το 1980, υπέγραψε για την αμερικανική Ουάσιγκτον Ντίπλοματς, αλλά μετά από 27 παιχνίδια που έπαιξε εκεί, επέστρεψε στην Ολλανδία για να υπογράψει στον Άγιαξ, μετά από προτροπή του Γιόχαν Κρόιφ (Johan Cruyff), με τον οποίο ήταν συμπαίκτες στους Ντίπλοματς. Κλήθηκε να παίξει ως λίμπερο και να καλύψει το κενό που άφησε, στην άμυνα του Αίαντα, η αποχώρηση του Ρούντι Κρολ (Ruud Krol) για την Νάπολι, το καλοκαίρι του 1980. Τον Νοέμβριο του 1980, μετά από 13 αγωνιστικές, ο Άγιαξ ήταν 8ος και μέχρι το τέλος της σεζόν, κατάφερε να τερματίσει στην 2η θέση, πίσω από την ΑΖ 67 Άλκμααρ.


Την επόμενη σεζόν, ο Άγιαξ πήγε να κερδίσει το πρωτάθλημα, με τον Γιάνσεν βασικό και αναντικατάστατο μέλος της ομάδας. Στους οπαδούς της Φέγενορντ δεν άρεσε που ο πρώην παίκτης της ομάδας τους, αγωνιζόταν πλέον για τον αιώνιο αντίπαλο. Στον αγώνα μεταξύ Φέγενορντ-Άγιαξ, στις 7 Δεκεμβρίου του 1980 (4-2), μια χιονόμπαλα ρίχτηκε στο μάτι του και υποχρεώθηκε να εγκαταλείψει τον αγώνα για ιατρική βοήθεια. Ο Γιάνσεν έμεινε στον Άγιαξ μέχρι το καλοκαίρι του 1982, όταν και εγκατέλειψε την ενεργό δράση, σε ηλικία 35 ετών.


Συμμετείχε σε 65 διεθνείς αγώνες με την Εθνική Ολλανδίας, πετυχαίνοντας 1 γκολ, από το 1967 έως το 1980, με απολογισμό 35 νίκες, 15 ισοπαλίες και 15 ήττες. Έκανε το ντεμπούτο του στις 4 Οκτωβρίου του 1967, στο ματς προκριματικών του Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος του 1968. εναντίον της Δανίας, που έληξε με σκορ 2-3. Αγωνίστηκε και στα 14 παιχνίδια που έπαιξαν οι Ολλανδοί στις τελικές φάσεις των Παγκοσμίων Κυπέλλων 1974 και 1978, συμμετέχοντας βασικός σε όλους τους αγώνες, φτάνοντας και στους 2 τελικούς στους οποίους ηττήθηκε και στους 2 από τους διοργανωτές, τους Δυτικογερμανούς το 1974 και τους Αργεντίνους το 1978!  Ήταν αυτός που έκανε το πέναλτι στον Μπερντ Χολτσεμπάιν (Bernd Hölzenbein) για να εκτελέσει αργότερα με επιτυχία ο Πάουλ Μπράιτνερ (Brian Breitner), ισοφαρίζοντας τον αγώνα. Η τελευταία διεθνής εμφάνισή του, έγινε σε ένα φιλικό αγώνα με την Ισπανία, στις 23 Ιανουαρίου του 1980, που έληξε με ήττα των Ολλανδών με σκορ 0-1.


Ξεκίνησε τη προπονητική του καριέρα στην παλιά του ομάδα, τη Φέγενορντ, μεταξύ 1983 και 1987, πρώτα για 3 χρόνια στα τμήματα υποδομής και στη συνέχεια ως βοηθός προπονητής. Μετά από μια περίοδο ως πρώτος προπονητής της βελγικής Λόκερεν, διορίστηκε ως Τεχνικός Διευθυντής στην δεύτερης κατηγορίας SVV Σιεντάμσε, όπου κέρδισε το πρωτάθλημα, με μάνατζέρ του τον Ντικ Άντβοκαατ (Dick Advocaat). Το 1991, επέστρεψε στην Φέγενορντ ως προπονητής, κερδίζοντας το ολλανδικό Κύπελλο το 1991 και το 1992 φτάνοντας μέχρι τους ημιτελικούς του Κυπέλλου Κυπελλούχων της περιόδου 1991/92. Έγινε Τεχνικός Διευθυντής το 1992, αλλά λόγω προβλημάτων Υγείας του προπονητή, ανέλαβε και πάλι ως ο πρώτος στην άκρη του πάγκου. Αργότερα, ανέλαβε προπονητής ο παλιός του συμπαίκτης στη Φέγενορντ, ο Βιμ βαν Χάνεγκεμ (Willem van Hanegem).


Η Φέγενορντ κατέκτησε το πρωτάθλημα του 1993 και το ολλανδικό Κύπελλο την επόμενη σεζόν, αλλά μετά από μια διαφωνία με τα στελέχη του συλλόγου, έφυγε για να εργαστεί ως βοηθός προπονητή του Λεό Μπενάκερ (Leo Beenhakker) στον πάγκο της Σαουδικής Αραβίας. Μεταξύ 1994 και 1997, οδήγησε την ιαπωνική Σανφρέτσε της Χιροσίμα. Στις 3 Ιουλίου του 1997, διορίστηκε ως επικεφαλής προπονητής της Σέλτικ. Τους οδήγησε στο πρώτο τους σκωτσέζικο πρωτάθλημα σε 10 χρόνια, τελειώνοντας τις ελπίδες της Ρέιντζερς για να κερδίσει το 10ο  συνεχόμενο πρωτάθλημα! Παρά τη κατάκτηση του στο πρωτάθλημα και του Λιγκ Καπ Σκοτίας έφυγε από τον σύλλογο, σε λιγότερο από 48 ώρες μετά την εξασφάλιση του τίτλου, ύστερα από  μια σύγκρουση προσωπικοτήτων με τον γενικό διευθυντή των «Κελτών» Τζοκ Μπράουν. Η πιο αξιοσημείωτη μεταγραφή του, ήταν η υπογραφή του Χένρικ Λάρσον (Henrik Larsson) από την Φέγενορντ, που εξελίχθηκε σε μια εμβληματική μορφή για τους «Καθολικούς»! Στην αρχή της περιόδου 2008/09 ανέλαβε τη θέση του βοηθού προπονητή της Φέγενορντ.

PALMARES

Περίοδος: Σύλλογος, Συμμετοχές (Γκολ)

Εφηβική καριέρα

  • –1965: Feyenoord Rotterdam

Επαγγελματική καριέρα

  • 1965–1980: Feyenoord Rotterdam, 415 (33)
  • 1980: Washington Diplomats, 27 (0)
  • 1980/81: Amsterdamsche Football Club Ajax, 17 (0)
  • 1981: Washington Diplomats, 29 (0)
  • 1981/82: Amsterdamsche Football Club Ajax, 32 (0)

Σύνολα καριέρας: 520 (33)

Διεθνής

  • 1967–1980: Ολλανδία, 65 (1)

Προπονητική καριέρα

  • 1982–1986: Feyenoord Rotterdam (ομάδα νέων)
  • 1986/87: Feyenoord Rotterdam
  • 1987/88: Koninklijke Sporting Club Lokeren Oost-Vlaanderen
  • 1988–1990: Schiedamse Voetbal Vereniging (τεχνικός διευθυντής)
  • 1990–1993: Feyenoord Rotterdam
  • 1993/94: Σαουδική Αραβία (βοηθός προπονητή)
  • 1995/96: Sanfrecce Hiroshima
  • 1997/98: The Celtic Football Clu)
  • 2002/03: Urawa Red Diamonds (βοηθός προπονητή)
  • 2005–2008: Feyenoord Rotterdam (τεχνικός σύμβουλος)
  • 2008/09: Feyenoord Rotterdam (βοηθός προπονητή)

Τίτλοι

Ως ποδοσφαιριστής

Με την Feyenoord Rotterdam
  • Πρωτάθλημα Ολλανδίας: 4 (1964/65, 1968/69, 1970/71, 1973/74)
  • Κύπελλο Ολλανδίας: 1968/69
  • Κύπελλο Πρωταθλητριών Ευρώπης: 1969/70
  • Κύπελλο UEFA: 1973/74

Με τον Ajax
  • Πρωτάθλημα Ολλανδίας: 1981/82

Διεθνείς

  • Παγκόσμιο Κύπελλο: φιναλίστ: 2 (1974, 1978)
  • Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα: 3η θέση το 1976

Ως προπονητής

Με την Feyenoord Rotterdam
  • Κύπελλο Ολλανδίας: 2 (1990/91, 1991/92)

Με την Celtic
  • Πρωτάθλημα Σκωτίας: 1997/98
  • Λιγκ Καπ Σκωτίας: 1997/98

Προσωπικές Διακρίσεις


  • Προπονητής του Έτους από την Ένωση Επαγγελματιών Δημοσιογράφων Σκωτίας: 1997/98

Τετάρτη, 26 Οκτωβρίου 2016

Υβ Τριαντάφυλλος

Ο Γάλλος κεντρικός επιθετικός Υβ Τριαντάφυλλος (Yves Triantafyllos), γεννήθηκε στις 27 Οκτωβρίου του 1948, στην Μοντμπρισόν της περιοχής Ροδανού-Άλπεων, κοντά στο Σεντ Ετιέν. Με ελληνικές ρίζες, θεωρείται ένας από τους καλύτερους επιθετικούς που πέρασαν από την Ελλάδα, καθώς πραγματοποίησε εκπληκτικές εμφανίσεις με την ομάδα του Ολυμπιακού, αλλά και της Καλλιθέας, πετυχαίνοντας συνολικά 88 γκολ σε 5 αγωνιστικές σεζόν. Θεωρείται από πολλούς ως ο καλύτερος επιθετικός που αγωνίστηκε στην Ελλάδα, στις αρχές της δεκαετίας του 1970.


Πραγματοποίησε την πρώτη του εμφάνιση ως επαγγελματίας ποδοσφαιριστής, την περίοδο 1966/67 με την φανέλα της Σαιντ Ετιέν. Εναν χρόνο αργότερα, μεταπήδησε στην Τζόινβιλ, υπηρετώντας την στρατιωτική του θητεία, στην οποία έμεινε για δύο χρόνια, μεταξύ 1967 και 1969 και με την οποία κατάφερε να σκοράρει 25 γκολ σε 63 εμφανίσεις. Την περίοδο 1969/70, πήρε μεταγραφή για την Μπουλόν, στην οποία έμεινε για δύο αγωνιστικές σεζόν, πετυχαίνοντας 34 γκολ σε 55 εμφανίσεις, τερματίζοντας μάλιστα πρώτος σκόρερ στη Β’ Κατηγορία τη περίοδο 1970/71.

Το καλοκαίρι του 1971 αποφάσισε να αφήσει την Γαλλία και να αγωνιστεί στην Ελλάδα για χάρη του Ολυμπιακού Πειραιώς, στον οποίο έμεινε από το 1971 έως το 1974, πραγματοποιώντας εξαιρετικές εμφανίσεις, πετυχαίνοντας προσωπικό ρεκόρ σκοραρίσματος (1972 με 19 γκολ σε 28 εμφανίσεις, το 1973 με 16 γκολ σε 30 εμφανίσεις και το 1974 με 23 γκολ σε 32 εμφανίσεις), με συνολικά 58 τέρματα σε 90 εμφανίσεις. Για τρεις σεζόν κέρδισε δύο τίτλους πρωταθλητή και ενός κυπελλούχου, το νταμπλ του 1973.

Έτη φωτός μπροστά, για το ελληνικό ποδόσφαιρο της εποχής του, άφησε το στίγμα του με τα γκολ και τη μπάλα που έπαιξε με την ομάδα του Πειραιά. Η ζωή του έγινε κινηματογραφική ταινία, γράφτηκε βιβλίο, το όνομά του δόθηκε σε πλοίο, σε άλογο του ιπποδρόμου (!!!), έγινε νούμερο σε θεατρικές παραστάσεις. Δεν ήταν λίγες φορές όπου ο γνωστός ηθοποιός Νίκος Σταυρίδης, γνωστός οπαδός του Ολυμπιακού, διέκοπτε σε διάφορα σημεία την παράσταση και αναφωνούσε μπροστά το κοινό.... «Υβ! Υβ! Υβ! ....»


Την περίοδο 1974/75, επέστρεψε στην Γαλλία και την Σαιντ Ετιέν, με την οποία, πέτυχε 13 γκολ σε 35 εμφανίσεις. Ήταν από τους πρωταγωνιστές του έπους της Σεντ Ετιέν, την περίοδο 1974/75, που οδήγησε πρώτς στον χαμένο ημιτελικό (0-0 και 0-2 με την Μπάγερν Μονάχου) του Κυπέλλου Πρωταθλητριών αυτής της σεζόν, αλλά και η συμμετοχή στον τελικό την επόμενη. Μάλιστα, ιστορικά για την Σεντ Ετιέν, η απαρχή αυτού του έπους θεωρείται ο επαναληπτικός της ήττας (1-4) και η ανατροπή με 5-1 επί της Χάιντουκ του Σπλιτ, στις 6 Νοεμβρίου του 1974, στον 2ο γύρο, τη φάση των 16. Ο Τριαντάφυλλος, μπήκε ως αλλαγή στο 79ο λεπτό, ισοφάρισε το σκορ του πρώτου αγώνα στο 82ο και με γκολ δικό του στο 104ο της παράτασης, έδωσε την πρόκριση στους «Στεφανουά»!


Το 1975 μεταπήδησε στην Ναντ, με την οποία κατάφερε μέσα σε 3 αγωνιστικές σεζόν να πετύχει 9 τέρματα σε 31 εμφανίσεις,  ενώ κέρδισε ένα πρωτάθλημα Γαλλίας στο 1977. Το 1978, είχε ένα σύντομο πέρασμα από την Ρουέν, με την οποία πέτυχε 1 γκολ σε 10 εμφανίσεις βοηθώντας τη στην άνοδό της στην Α’ Κατηγορία. Το 1979, επέστρεψε στην Ελλάδα για λογαριασμό της Καλλιθέας, στην οποία έμεινε για 2 χρόνια, πετυχαίνοντας 30 γκολ σε 55 εμφανίσεις. Από το 1980 μέχρι και το 1982 αγωνιζόταν στην Ροάν, στην οποία και έκλεισε την καριέρα του.

Ο Τριαντάφυλλος συμμετείχε με την εθνική ομάδα της Γαλλίας στο τουρνουά ποδοσφαίρου των Ολυμπιακών Αγώνων του 1968 στο Μέξικο, αλλά χωρίς να πάρει συμμετοχή σε τέσσερα παιχνίδια. Στις 23 Μαρτίου του 1975, κατά τη διάρκεια ενός νικηφόρου φιλικού με 2-0 εναντίον της Ουγγαρίας, έκανε τη μοναδική του εμφάνιση για τη Γαλλία.

PALMARES

Περίοδος: Σύλλογος, Συμμετοχές (Γκολ)

Εφηβική καριέρα

  • 1964-1966: Association Sportive de Saint-Étienne Loire

Επαγγελματική καριέρα

  • 1966/67: Association Sportive de Saint-Étienne Loire, 2 (0)
  • 1967–1969: RC Joinville, 28 (16)
  • 1969–1971: Union Sportive de Boulogne-sur-Mer Côte d'Opale, 56 (33)
  • 1971–1974: Ολυμπιακός Σύνδεσμος Φιλάθλων Πειραιώς, 90 (58)
  • 1974/75: Association Sportive de Saint-Étienne Loire, 45 (19)
  • 1975–1977: Football Club de Nantes Atlantique, 33 (10)
  • 1977/78: Football Club de Rouen 1899, 10 (1)
  • 1978–1980: Γυμναστικός Σύλλογος Καλλιθέα, 55 (30)
  • 1980–1982: AS Roanne, 47 (16)

Σύνολα καριέρας: 318 (167)

Διεθνής

  • 1975: Γαλλία, 1 (0)

Τίτλοι

Με την Sainttienne
  • Πρωτάθλημα Γαλλίας: 3 (1966/67, 1974/75, 1975/76)
  • Κύπελλο Γαλλίας: 1974/75
  • Κύπελλο Πρωταθλητριών Ευρώπης: στους ημιτελικούς 1974/75

Με τον Ολυμπιακό
  • Πρωτάθλημα Ελλάδος: 2 (1972/73, 1973/74), και επιλαχών: 1971/72
  • Κύπελλο Ελλάδος: 1972/73, και φιναλίστ: 1973/74

Με την Nantes
  • Πρωτάθλημα Γαλλίας: 1976/77 και επιλαχών 1977/78

Προσωπικές Διακρίσεις

  • Πρώτος Σκόρερ Β’ Κατηγορίας Γαλλίας: 1970/71 με 19 γκολ


Στοιχεία από τον Ερευνητή τηςΒέροιας