Σάββατο, 30 Απριλίου 2016

Φράνκο Μπαρέζι: Ένας τεράστιος Μικρούλης

Ο Ιταλός κεντρικός αμυντικός, κυρίως σε ρόλο λίμπερο/«σκούπας», Φράνκο Μπαρέζι (Franco Baresi), γεννήθηκε στις 8 Μαΐου του 1960, στο Τραβαλιάτο, στην επαρχία της Μπρέσια, στη Λομβαρδία. Πέρασε ολόκληρη την 20ετή ποδοσφαιρική του καριέρα με τη Μίλαν, για 15 σεζόν στην ιταλική  Serie A. Θεωρείται ένας από τους Μεγαλύτερους Αμυντικούς Όλων των Εποχών και κατετάγη 19ος στη λίστα των 100 Μεγαλύτερων Παικτών του 20ου Αιώνα από το περιοδικό World Soccer. Κατέκτησε 3 φορές το Τσάμπιονς Λιγκ, καθώς και 6 τίτλους του ιταλικού πρωταθλήματος, 4 τίτλους του ιταλικού Σούπερ Καπ, 3 τίτλους του Ευρωπαϊκού Σούπερ Καπ και 2 Διηπειρωτικά Κύπελλα.


Με την εθνική ομάδα της Ιταλίας, κατέκτησε το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1982. Έπαιξε επίσης στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1990, όπου ονομάστηκε στην Ιδανική 11άδα της διοργάνωσης, τερματίζοντας 3ος  στο τουρνουά. Στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1994, χρίστηκε αρχηγός της «σκουάντρα ατζούρα» και ήταν αναπόσπαστο μέλος της ομάδας που έφτασε στο τελικό, αν και έχασε τη δική του εκτέλεση στη διαδικασία των πέναλτι, που έκρινε τον Παγκόσμιο Τίτλο. Εκπροσώπησε επίσης την Ιταλία σε δύο Ευρωπαϊκά Πρωταθλήματα, το 1980 και το 1988  και στις Ολυμπιακούς Αγώνες του 1984, φτάνοντας στα ημιτελικά όλες τις περιπτώσεις.


Είναι ο νεότερος αδελφός του πρώην ποδοσφαιριστή Τζιουζέπε Μπαρέζι (Giuseppe Baresi) και μετά την ένταξη στην Μίλαν ως νεαρός, του κόλλησαν αρχικά το παρατσούκλι «Piscinin», που στο γλωσσικό ιδίωμα του Μιλάνου σημαίνει «Ο Μικρούλης». Λόγω των δεξιοτήτων του και την επιτυχία του, αργότερα έγινε γνωστός ως «Kaiser Franz», μια αναφορά στον ποδοσφαιριστή-επιτομή της θέσης του λίμπερο/«σκούπας» Φραντς Μπεκενμπάουερ (Frantz Beckenbauer). Το 1999, εξελέγη Παίκτης του Αιώνα για τη Μίλαν. Μετά την τελευταία σεζόν του στο Μιλάνο, το 1997, ο σύλλογος απέσυρε τη φανέλα με το № 6. Ονομάστηκε από τον Πελέ (Edson Arantes do Nascimento, “Pelé”) ως ένας από τους 125 Μεγαλύτερους Εν Ζωή Ποδοσφαιριστές του Κόσμου στον κατάλογο «FIFA 100», στο πλάισιο των εορτασμών για την εκατονταετηρίδα Παγκόσμιας Ομοσπονδίας το 2004 και εγκαταστάθηκε στο ιταλικό ποδοσφαιρικό Hall of Fame το 2013.



 Το "κόψιμο" από την Ίντερ και ο ειδικός όρος της Μίλαν

Έκανε τα πρώτα του ποδοσφαιρικά βήματα, στην ομάδα της γενέτειράς του, την USO (Unione Sportiva Oratorio) είτε ως ακραίος μπακ είτε ως στόπερ. Ο κατά δύο χρόνια μεγαλύτερος αδερφός του Μπέπε (Giuseppe “Beppe” Baresi), αγωνίζεται στα τμήματα υποδομής της Ίντερ και όλα δείχνουν πως ο Φράνκο θα ακολουθήσει τα χνάρια του "grande fratello", όμως η Ίντερ τον απορρίπτει τον Μάιο του 1974. «Πρέπει να αναπτυχθείς, ίσως να επανέλθεις την επόμενη χρονιά», του λέει μετά από μία δοκιμή ο Ίταλο Γκαλμπιάτι, ένας από τους επικεφαλής στα φυτώρια των νερατζούρι. Το κάρμα και των δύο όμως είναι τέτοιο ώστε να τα πουν πολύ νωρίτερα και για την ακρίβεια τον Αύγουστο της ίδιας χρονιάς! Ο Γκαλμπιάτι έχει πάει στη Μίλαν και αποφασίζει να ξαναδώσει μία δεύτερη ευκαιρία στον πιτσιρικά, καλώντας τον αυτή τη φορά στο Μιλανέλο. Τον βλέπει σε ένα ματς στο δεξί άκρο της άμυνας, σε ένα ακόμα ως λίμπερο και τελικά «ανάβει το πράσινο φως» για την απόκτησή του. Τότε προκύπτει νέο "αγκάθι" καθώς κάποιοι μέσα στην ομάδα υποστηρίζουν πως δεν έχει το ιδανικό ύψος για τη θέση του και πως από το 1,64 είναι πολύ δύσκολο να ξεπεράσει τα 170 εκατοστά. Έστω και έτσι πάντως, η Μίλαν τον αγοράζει με 1,5 εκατομμύρια ιταλικές λίρες και βάζει έναν απίστευτο όρο στο συμβόλαιο: «Θα σας δίνουμε ένα εκατομμύριο για κάθε εκατοστό επιπλέον που θα παίρνει πέρα από το 1,70». Τελικά η σωματομετρική ανάπτυξη του Μπαρέζι σταματάει στα 1,76 με τον ίδιο να ξεκαθαρίζει πάντως πολλά χρόνια αργότερα πως δεν γνωρίζει αν η Μίλαν τήρησε την υπόσχεσή της προς την πρώτη ομάδα του...

 

Αρπάζει την ευκαιρία από τα μαλλιά και κερδίζει το πρώτο κοπλιμέντο

Το πρώτο μεγάλο βήμα γίνεται για τον Μπαρέζι τον Αύγουστο του 1974, όταν εντάσσεται στα τμήματα υποδομής των "ροσονέρι". Η... εκπαίδευση για τον μικρό Φράνκο ξεκινάει και ο πρώτος του καλός φίλος γίνεται ο Γκαμπριέλο Καρότι με τον οποίο μοιράζεται το δωμάτιο № 4 στο Μιλάνελο. Τρώει με το... κουτάλι τα ματς στις ακαδημίες της Μίλαν και κάποια στιγμή δύο χρόνια αργότερα παρουσιάζεται η πρώτη μεγάλη ευκαιρία. Ο Τζουζέπε Μαρκιόρο (Giuseppe Marchioro), προπονητής αρκετά επαναστατικός, ζητάει έναν παίκτη από τους "μικρούς", έναν αμυντικό, για τον φιλικό αγώνα της πρώτης ομάδας με τη Βερμπάνια. Του στέλνουν τον Φράνκο που κατά τη διάρκεια του αγώνα προωθείται αρκετές φορές και η κατσάδα στα αποδυτήρια είναι αναπόφευκτη. «Συγγνώμη παιδί μου αλλά εγώ ζήτησα έναν αμυντικό...», του λέει αρχικά, για να συνεχίσει όμως με φιλοφρονήσεις του στιλ «Συγχαρητήρια, συνέχισε έτσι!». Αυτή είναι και η πρώτη επίσημη αναγνώριση της αξίας και του ταλέντου που είχε ο Φράνκο.


 Ο θάνατος του πατέρα του και η είσοδος στην πρώτη ομάδα

Η έναρξη της σεζόν 1977/78 βρίσκει τον Μπαρέζι στην Primavera της Μίλαν που έχει για προπονητή τον Φραντσέσκο Τζαγκάτι (Francesco Zagatti), με τον μισθό για τον αμούστακο ακόμα Φράνκο να μην είναι τίποτα το ιδιαίτερο: 20.000 ιταλικές λίρες το μήνα. Ο σύλλογος του παρέχει πάντως δωρεάν τροφή και κατάλυμα ενώ φροντίζει και για τις σπουδές του καθώς εγγράφεται στο Τμήμα Αρχιτεκτονικής στο Μιλάνο. Με την ομάδα Νέων της Μίλαν παίρνει μέρος σε διάφορα τουρνουά μεταξύ άλλων και το φημισμένο του Βιαρέτζιο για να έρθει όμως εκείνη την εποχή ένα σοκαριστικό νέο για τον ίδιο εκτός ποδοσφαίρου. Αυτό είναι ο χαμός του πατέρα του στο Λαντσάνο του Αμπρούτσο, ο οποίος χτυπήθηκε θανατηφόρα από ένα αμάξι. Κάπως έτσι το Μιλανέλο γίνεται αυτόματα το δεύτερο σπίτι του Φράνκο και ο Πάολο Μαρικόντι (Paolo Mariconti), μασέρ της Primavera, κάτι σαν δεύτερος πατέρας του. Όταν έρχεται το πλήρωμα του χρόνου να τον προωθήσουν στην πρώτη ομάδα ο Φράνκο, εξαντλημένος από τις πρωινές προπονήσεις, παρατάει το σχολείο και το καλοκαίρι του 1977 είναι έτοιμος για την πρώτη του προετοιμασία με τη Μίλαν. Το ξενοδοχείο που διαμένει η Μίλαν λέγεται "Aquila Nera" ("Μαύρος Αετός"), ο άλλοτε θρυλικός άσος της Μίλαν Νιλς Λίντχολμ (Nils Liedholm) είναι πλέον το αφεντικό των αποδυτηρίων, ο μασέρ Μαρικόντι παίρνει και αυτός "προαγωγή" για την πρώτη ομάδα και κάπου εκεί μπαίνει στην ιστορία και ο... βενιαμίν Φράνκο, ο επονομαζόμενος "Piscinin". Αμέσως "δένει" με τον Φούλβιο Κολοβάτι (Fulvio Collovati) που είναι ο πιο νεαρός από τους λεγόμενους βασικούς, την ώρα που ο "παλιός" Φάμπιο Καπέλο (Fabio Capello), δεν δείχνει να του τρέφει πολλή μεγάλη συμπάθεια... Καθοριστική πάντως είναι η παρουσία του Λίντχολμ, καθώς πρόκειται για έναν προπονητή ο οποίος δίνει ευκαιρίες σε νέους και τους υπερασπίζεται.

 

Ντεμπούτο και αποθέωση στα αποδυτήρια από τις "παλιοσειρές"

Η 23η Απριλίου toy 1978 είναι σημαντική ημερομηνία για τον Φράνκο Μπαρέζι καθώς κάνει το ντεμπούτο του στη Serie A, 15 ημέρες μάλιστα πριν κλείσει 18 χρόνια ζωής. Ο Μαουρίτσιο Τουρόνε (Maurizio Turone) ήταν τιμωρημένος και ο Λίντχολμ τον ρίχνει στα βαθιά, μία στιγμή που ο Μπαρέζι δεν θα ξεχάσει ποτέ: «Ο Ενρίκο Αλμπερτόζι (Enrico Albertosi), γκολκίπερ της ομάδας, δεν μου είχε εμπιστοσύνη και μου φώναζε συνεχώς να είμαι προσεκτικός. Ήμουν σε σύγχυση, ήθελα να του απαντήσω και μάλιστα με άσχημο τρόπο. Πώς μπορούσα όμως να κάνω κάτι τέτοιο;». Το βάπτισμα του πυρός για τον Μπαρέζι συνοδεύεται τελικά από νικηφόρο αποτέλεσμα και στα αποδυτήρια επικρατεί ευφορία, με τον θρύλο της ομάδας και βοηθό του Λίντχολμ εκείνη την εποχή, Νερέο Ρόκο (Nereo Rocco), να βρίσκει την ευκαιρία για πειράγματα στον νεαρό Φράνκο. Την επόμενη ημέρα μία ακόμα ευχάριστη έκπληξη τον περιμένει αφού ανοίγοντας τις εφημερίδες διαβάζει δηλώσεις του Τζάνι Ριβέρα (Gianni Rivera) που λέει: «Αυτό το παιδί έχει πολύ δρόμο μπροστά του...»


Η μάχη με τον... Αλμπέρτο Μπιγκόν και το πρώτο σκουντέτο

Ο νεαρός Μπαρέζι παραμένει πάντα ο "Piscinin" για τη Μίλαν (αυτό σημαίνει "μικρούλης" στη μιλανέζικη διάλεκτο) όμως πλέον όλοι τον βλέπουν με διαφορετικά μάτια. Ένας από αυτούς είναι ο τεχνικός διευθυντής του συλλόγου Σάντρο Βιτάλι (Alessandro Vitali) που τον χαρακτηρίζει δημόσια «λίμπερο του μέλλοντος»!. Το καλοκαίρι του 1978, ο Λίντχολμ προβληματίζεται καθώς πρέπει να αποφασίσει σε ποιον εκ των δύο θα δώσει φανέλα βασικού: στον Αλμπερτίνο Μπιγκόν (Alberto "Albertino" Bigon), που από μέσο τον είχε φέρει στο κέντρο της άμυνας στη δύση της καριέρας του ή στον Μπαρέζι. Στα φιλικά του καλοκαιριού ο Μπιγκόν παίζει στα πρώτα ημίχρονα των αγώνων και ο Μπαρέζι στα δεύτερα, με τον Φράνκο να είναι πάντα καλύτερος και τον Λίντχολμ να του ανακοινώνει: «Από εδώ και πέρα θα παίζεις πάντα». Η σεζόν 1978/79 είναι η πρώτη που βρίσκει τον Μπαρέζι να έχει φανέλα βασικού στη Μίλαν (ταυτόχρονα είναι η τελευταία για τον σπουδαίο Τζάνι Ριβέρα) και μάλιστα το συνδυάζει με την κατάκτηση του 10ου σκουντέτο, με το οποίο μπαίνει το χρυσό αστέρι στη φανέλα των "ροσονέρι".

 

Πριμ για το πρωτάθλημα και αμάξι-δώρο στον εαυτό του

Αν και είναι πλέον βασικό μέλος της Μίλαν, ο μισθός του εξακολουθεί να είναι χαμηλός βάσει συμβολαίου, κάπου στις 12.000.000 ιταλικές λίρες το χρόνο. Ο Τζάνι Ριβέρα, ο οποίος μετά την απόσυρσή του ως ποδοσφαιριστής είναι πλέον αντιπρόεδρος στο σύλλογο, προτείνει να πάρει και ο Μπαρέζι πριμ τίτλου ύψους 50.000.000 λιρών και λίγο αργότερα το πρώτο του σημαντικό απόκτημα με τα χρήματα που έβγαλε από το ποδόσφαιρο είναι γεγονός: ένα γκρίζο Golf. «Ο πρόεδρος Φελίτσε Κολόμπο (Felice Colombo) πλήρωνε καλά, το αγόρασα με 9.000.000 λίρες. Ήμουν ευτυχισμένος γιατί είχα μόλις πάρει το δίπλωμά οδήγησης», θα δηλώσει αρκετά χρόνια αργότερα σε ένα βιβλίο του με τίτλο "Μία αγάπη που την λένε Μίλαν".


 Ο εφιάλτης του Totonero τον στέλνει στη Serie B

Αν η πρώτη full σεζόν του Φράνκο Μπαρέζι στη Μίλαν (40 συμμετοχές, οι 30 στο πρωτάθλημα) στέφθηκε με απόλυτη επιτυχία, η δεύτερη μόνο καταστροφική μπορεί να χαρακτηριστεί. Τα πρώτα αρνητικά μηνύματα έρχονται με την αλλαγή στην τεχνική ηγεσία το καλοκαίρι του 1979. Ο Λίντχολμ φεύγει και ο Μάσιμο Τζακομίνι (Massimo Giacomini) έρχεται στη θέση του, ένας αρκετά ιδιόρρυθμος προπονητής που του αρέσουν οι ατάκες στα μίντια και που αρέσκεται στο να κάνει συχνά κριτική στους παίκτες του. Είναι θέμα χρόνου να "χάσει τα αποδυτήρια" και τον Οκτώβριο έρχεται και ένα ηχηρό χαστούκι με τον αποκλεισμό από την Πόρτο (0-0 στην Πορτογαλία, νίκη με 1-0 για τους "δράκους" στη ρεβάνς του "San Siro" μετά από τραγικό λάθος του Αλμπερτόζι) στον πρώτο γύρο του Κυπέλλου Πρωταθλητριών. Αυτή όμως είναι μόνο η αρχή καθώς ξεσπάει λίγο αργότερα το σκάνδαλο Totonero όπου αποκαλύπτεται πως αρκετοί παίκτες της Μίλαν έπαιζαν παράνομα στοιχήματα, ποντάροντας μάλιστα και σε ματς όπου "κόντραραν" την ομάδα τους! Ο νεαρός Μπαρέζι δεν έχει την παραμικρή ανάμειξη όμως δεν έχει άλλη επιλογή από το να ακολουθήσει τη Μίλαν στη Serie B μετά την τιμωρία που της επιβλήθηκε από την ιταλική ομοσπονδία. Η σεζόν 1980/81  είναι σαφώς καλύτερη για τον Φράνκο αφού με προπονητή τον Τζακομίνι επιστρέφει άμεσα με την ομάδα του στη μεγάλη κατηγορία και ο ίδιος δέχεται την πρώτη κλήση στην Εθνική Ιταλίας U-21.


Το μαρτύριο συνεχίζεται για τους "ροσονέρι"

O Φράνκο Μπαρέζι ξαναβρίσκεται με την αγαπημένη του Μίλαν στην κορυφαία κατηγορία όμως τα προβλήματα είναι πλέον λέξη συνυφασμένη με τους "ροσονέρι". Οι προπονήσεις που πραγματοποιεί ο Λουίτζι Ράντιτσε (Luigi Radice) είναι τόσο επίπονες που προκαλούν... επανάσταση από πλευράς παικτών, με πιο χαρακτηριστικό το δημόσιο ξέσπασμα του Σκωτσέζου Τζο Τζόρνταν (Joe Jordan) κατά του προπονητή, ενώ ο Φράνκο Μπαρέζι τίθεται νοκ-άουτ για τέσσερις μήνες εξαιτίας μίας αρρώστιας του αίματος που τον ταλαιπωρεί. Ακολουθούν ημέρες που ο Φράνκο υποφέρει και σκέφτεται ακόμα και να σταματήσει το ποδόσφαιρο ενώ την ίδια περίοδο η Μίλαν αλλάζει προπονητή (Γκαλμπιάτι αντί Ράντιτσε) και πρόεδρο (ο τιμωρημένος ελέω του στοιχηματικού σκανδάλου Κολόμπο παραχωρεί τις μετοχές του στον Τζούζι Φαρίνα), όμως το κλίμα παραμένει βαρύ. Οι οπαδοί είναι αγανακτισμένοι με την εικόνα που βλέπουν εντός και εκτός γηπέδου και ο Κολοβάτι "πληρώνει τα σπασμένα" καθώς δέχεται πέτρα σε έναν αγώνα, με το φινάλε της σεζόν να είναι πάντως αυτό που έφερε και τη μεγαλύτερη πίκρα. Η Μίλαν οδηγείται για δεύτερη φορά μέσα σε μία τριετία στη Serie B και το λυπηρό είναι πως αυτή τη φορά υποβιβάζεται στο γήπεδο και όχι μέσα από κάποια δικαστική απόφαση.


Δεν την αφήνει μόνη και στα 22 φοράει το περιβραχιόνιο

Η Μίλαν είναι στη Serie B και πάλι όμως ο Μπαρέζι δεν την αφήνει. Οι μνηστήρες για τον Φράνκο είναι πολλοί, με πρώτο και καλύτερο τον πρόεδρο της Σαμπντόρια Πάολο Μαντοβάνι ο οποίος του προσφέρει συμβόλαιο με πολλά μηδενικά για να μετακομίσει στη Γένοβα όμως εκείνος δεν το διαπραγματεύεται και απαντάει ορθά-κοφτά: «Η Μίλαν είναι η ζωή μου». Ο Φούλβιο Κολοβάτι αφήνει τη Μίλαν το καλοκαίρι του 1982 μετά από έξι χρόνια για να αγωνιστεί στην άλλη μεγάλη ομάδα του Μιλάνου, την Ίντερ, οι σειρήνες όμως δεν φτάνουν στα αυτιά του Μπαρέζι. Υπογράφει διετές συμβόλαιο με ετήσιες απολαβές ύψους 100.000.000 ιταλικών λιρών ενώ προάγεται και εντός γηπέδου καθώς σε ηλικία μόλις 22 ετών γίνεται καπιτάνο της Μίλαν. «Είναι παράξενο και όμως εκείνος ο υποβιβασμός ήταν για μένα η απόλυτη επανεκκίνηση», δηλώνει για εκείνη την περίοδο ο Μπαρέζι.


Πρωταθλητής κόσμου με Ιταλία και στη Serie B με τη Μίλαν

Είναι τέτοια η αγωνιστική του άνοδος χρόνο με το χρόνο που ο υποβιβασμός στη Serie B για τη Μίλαν δεν εμποδίζει τον Ιταλό ομοσπονδιακό τεχνικό Έντσο Μπέαρτζοτ (Vincenzo "Enzo" Bearzot) να τον συμπεριλάβει αρχικά στην προεπιλογή 40 παικτών για τα τελικά του Μουντιάλ και τελικά να τον επιλέξει ως έναν από τους 22 της αποστολής που θα εκπροσωπούσαν την "σκουάντρα ατζούρα" στα γήπεδα της Ισπανίας. Ο Μπαρέζι κατακτάει λοιπόν στα 22 του χρόνια το κορυφαίο τρόπαιο στον κόσμο σε εθνικό επίπεδο και αμέσως μετά ξεκινάει προετοιμασία με τη Μίλαν σε μία ιδιαίτερη χρονιά που οι "ροσονέρι" καλούνταν να σβήσουν άμεσα τον εφιάλτη της δεύτερης κατηγορίας. Στις 4 Δεκεμβρίου κερδίζει πάντως ένα ακόμα παράσημο αφού κάνει το ντεμπούτο του με την εθνική Ιταλίας σε φιλικό κόντρα στη Ρουμανία στη Φλωρεντία (0-0) παίρνοντας τη θέση του Γκαετάνο Σιρέα (Gaetano Scirea) μετά από τραυματισμό του στον αστράγαλο. Αγωνίζεται μάλιστα σε δύο διαφορετικές θέσεις, στο πρώτο μέρος παίζει ως λίμπερο και στο δεύτερο ως μέσος! Όσο για την παρουσία του στη Serie B με τη φανέλα της Μίλαν ακόμα και από αυτή φρόντισε να βγει κερδισμένος αφού κατά τη διάρκεια ενός εκτός έδρας αγώνα γνωρίζει τη Μάουρα, η οποία έμελλε να γίνει η γυναίκα του.


Μπροστάρης για τους Λομβαρδούς σε μία δύσκολη εποχή

Η Μίλαν επανέρχεται στα μεγάλα σαλόνια, με προπονητή τον Ιλάριο Καστανιέρ (Ilario Castagner), κάνοντας μόλις 3 ήττες τη σεζόν 1982/83, όπου πέρα από αυτό του Μπαρέζι αρχίζει να ανατέλλει και το άστρο του Μάουρο Τασότι (Mauro Tassotti), όμως τα πράγματα μόνο εύκολα δεν είναι για τους Λομβαρδούς το 1983/84. Ο προπονητής προσπαθεί να μάθει στην ομάδα του να παίζει με σύστημα ζώνης στην άμυνα όμως δεν έχει το κατάλληλο υλικό για να "στηρίξει" αυτή την επιλογή, με τους ξένους παίκτες που φόρεσαν τα "ροσονέρι" να μην καταφέρνουν να δώσουν το κάτι παραπάνω και έτσι η 8η θέση στο φινάλε να κρίνεται μάλλον επιτυχημένη. Ο Καστανιέρ δεν ολοκληρώνει τη σεζόν καθώς απολύεται έξι αγωνιστικές πριν το τέλος και η Μίλαν προχωράει σε μία ακόμα αλλαγή προπονητή, επαναφέροντας τον Σουηδό Λίντχολμ με τον οποίο είχε βγει από το ποδοσφαιρικό του κουκούλι ο Φράνκο Μπαρέζι.  Εν τω μεταξύ, το καλοκαίρι του 1984 φέρνει προστριβές μεταξύ του Έντσο Μπέαρτζοτ και του Ιταλού αρχηγού της Μίλαν, αμέσως μετά τη συμμετοχή του στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Λος Άντζελες (η Ιταλία τερμάτισε στην 4η θέση με τον ίδιο να χρησιμοποιείται στο χώρο της μεσαίας γραμμής), κάτι που έχει ως συνέπεια να μη συμπεριληφθεί στην αποστολή για το Μουντιάλ του Μέξικο, το 1986.

 

Ο Λίντχολμ ξαναφέρνει τα χαμόγελα και τις επιτυχίες

Η επιστροφή του Λίντχολμ αποδεικνύεται ευεργετική για τη Μίλαν, με τον Σουηδό να μαθαίνει στην ομάδα του να παίζει άμυνα με ζώνη έχοντας παίκτες ικανούς να αφομοιώσουν τις οδηγίες του και να εκτελέσουν αποτελεσματικά το πλάνο: στα δεξιά υπήρχε ο Τασότι, στα αριστερά ο Φιλίπο Γκάλι (Filippo Galli) ενώ στο κέντρο της άμυνας δέσποζε πλέον η μορφή του Φράνκο Μπαρέζι. Πέρα όμως από αυτή την αλλαγή στον τρόπο αμυντικής λειτουργίας, ο Λίντχολμ επαναφέρει την ηρεμία στα αποδυτήρια της ομάδας και τη χαρά του παιχνιδιού που είχε χαθεί για μερικά χρόνια, με τα πρώτα θετικά αποτελέσματα να είναι ορατά. Το φινάλε της σεζόν 1984/85 βρίσκει τη Μίλαν να κατακτάει την 5η θέση στη βαθμολογία, να είναι φιναλίστ στον τελικό του Coppa Italia (έχασε με 1-0 από τη Σαμπντόρια που πήρε το πρώτο της Κύπελλο) και να βγαίνει στην Ευρώπη, ενώ την ερχόμενη σεζόν η ομάδα του Μιλάνου "μαγεύει" το κοινό της με την επική ανατροπή κόντρα στην Οσέρ: ήττα με 3-1 στη Γαλλία στο πρώτο ματς και ανατροπή στη ρεβάνς με σκορ 3-0...



Ο σωτήρας της Μίλαν λέγεται Σίλβιο Μπερλουσκόνι

Όλα αυτά όμως μέχρι τον Δεκέμβριο του 1985 καθώς τότε ξεσπάει η απόλυτη κρίση για τη Μίλαν σε διοικητικό επίπεδο, με την ομάδα να βρίσκεται στα πρόθυρα της χρεοκοπίας και κατά συνέπεια της διάλυσης. Ο πρόεδρος Φαρίνα βυθίζεται σε μία θάλασσα από χρέη και μπορεί να σωθεί πουλώντας τον Μαρκ Χέιτλι (Mark Wayne Hateley) όμως δεν το κάνει. Το ίδιο μπορεί να γίνει και παραχωρώντας τον Φράνκο Μπαρέζι στη Σαμπντόρια με τον Μαντοβάνι να προσφέρει 16 δισεκατομμύρια ιταλικές λίρες, αλλά λέει και πάλι "όχι". Τότε μπαίνει στο... παιχνίδι και ο πρόεδρος της Ίντερ, Ερνέστο Πελεγκρίνι (Ernesto Pellegrini), ο οποίος, μέσω του αδερφού του Μπέπε, στέλνει ξεκάθαρο μήνυμα στον Φράνκο: «Εάν θέλεις, εμείς είμαστε έτοιμοι». Ο Μπαρέζι λέει όχι και λίγο αργότερα έρχεται η δικαίωση για την επιλογή του καθώς εμφανίζεται ως "ο από μηχανής Θεός", ο Σίλβιο Μπερλουσκόνι (Silvio Berlusconi) ...


Ο Καπέλο κάνει την πρώτη του εμφάνιση ως head coach

Η εποχή Μπερλουσκόνι στη Μίλαν ξεκινάει επίσημα την 1η Μαρτίου του 1986 και ένας άνεμος αλλαγής εμφανίζεται πάνω από το Μιλανέλο, μετά από μερικές αρκετές δύσκολες σεζόν μέσα στη δεκαετία. Το καλοκαίρι εκείνης της χρονιάς φορούν την κοκκινόμαυρη φανέλα ως νέα μεταγραφικά αποκτήματα οι Τζοβάνι Γκάλι (Giovanni Galli) και Ντανιέλε Μασάρο (Daniele Massaro), αμφότεροι από Φιορεντίνα, ο Ρομπέρτο Ντοναντόνι (Roberto Donadoni) από την Αταλάντα, ο Ντάριο Μπονέτι (Dario Bonetti) από τη Ρόμα και ο Τζουζέπε Γκαλντερίζι (Giuseppe Galderisi) από την Ελλάς Βερόνα, ενώ την ίδια περίοδο ο Φάμπιο Καπέλο κάνει εξαιρετική δουλειά στα τμήματα υποδομής του συλλόγου και προωθεί στην πρώτη ομάδα τους Πάολο Μαλντίνι (Paolo Maldini) και Αλεσάντρο Κοστακούρτα (Alessandro "Billy" Costacurta). Οι παίκτες παρουσιάζονται πλέον στους δημοσιογράφους φτάνοντας με... ελικόπτερο στο Μιλανέλο ως μία από τις αρκετές καινοτομίες του Μπερλουσκόνι και όλα δείχνουν πως η μεταμόρφωση της Μίλαν προς το καλύτερο έχει δρομολογηθεί. Λίγο πριν το φινάλε της σεζόν 1986/87 ο Λίντχολμ δίνει τη θέση του στον Καπέλο ο οποίος έχει εν τω μεταξύ προβιβαστεί στην πρώτη ομάδα και εκείνος καταφέρνει να βγάλει την ομάδα στο Κύπελλο UEFA μέσα από αγώνα μπαράζ με τη Σαμπντόρια στο Τορίνο.

 

O Σάκι παίρνει... σκούπα και μαζεύει όλους τους τίτλους

Το καλοκαίρι του 1987 είναι κομβικό για τη Μίλαν καθώς ο Σίλβιο Μπερλουσκόνι εμπιστεύεται την ομάδα στον Αρίγκο Σάκι (Arrigo Sacchi), ο οποίος μέσα σε δύο σεζόν (από το 1985 μέχρι το 1987) είχε ανεβάσει την Πάρμα από την τρίτη στην πρώτη κατηγορία και επιπλέον είχε νικήσει δύο φορές τη Μίλαν στο Coppa Italia. «Είναι ο τεχνικός με την παράνοια στις νίκες» λέει για τον Σάκι κατά την παρουσίασή του ο πρόεδρος της Μίλαν και τα λόγια του αποδεικνύονται προφητικά, μιας που οι Μιλανέζοι σαρώνουν τα πάντα στο πέρασμά τους τα επόμενα χρόνια. Με την ολλανδική τριπλέτα των Μάρκο Φαν Μπάστεν (Marco van Basten) - Ρουντ Γκούλιτ (Ruud Gullit) - Φρανκ Ράικαρντ (Frank Rijkaard) να κάνει... θραύση και με αμυντική τετράδα που αποτελούταν από Μπαρέζι, Μαλντίνι, Κοστακούρτα και Τασότι, η Μίλαν ερχόταν με φόρα για να κατακτήσει τα πάντα. «Ο Σάκι σου επέβαλε τη διασκέδαση να κάνεις πρέσινγκ, τη διασκέδαση να κλέβεις τη μπάλα από τον αντίπαλο», αναφέρει χαρακτηριστικά ο Μπαρέζι. Ποιά είναι τα αποτελέσματα της Μίλαν εκείνη την περίοδο; Πρωτάθλημα στην πρώτη σεζόν του Σάκι, το 1988 (πρώτο μετά από εννέα χρόνια ξηρασίας) με το ιστορικό προσπέρασμα επί της Νάπολι, δύο συνεχόμενα Κύπελλα Πρωταθλητριών (1989, 1990) και ισάριθμα Ευρωπαϊκά Σούπερ Καπ και Διηπειρωτικά Κύπελλα καθώς επίσης και το μεθυστικό 5-0 επί της Ρέαλ Μαδρίτης στα ημιτελικά του Πρωταθλητριών το 1989, σε μία από τις μεγαλύτερες βραδιές στην υπεραιωνόβια ιστορία των "ροσονέρι".



Θα έπαιρνε και τη Χρυσή Μπάλα αν...

Μία στιγμή που έχει μείνει στη μνήμη πολλών τιφόζι της Μίλαν, ήταν η επιστροφή από τη Βαρκελώνη μετά τον θρίαμβο με 4-0 επί της Στεάουα στον τελικό του 1989 όταν στο ίδιο αεροπλάνο βρίσκονται τρεις ηγετικές μορφές του συλλόγου: Τσέζαρε Μαλντίνι (Cesare Maldini), Τζάνι Ριβέρα και Φράνκο Μπαρέζι. Οι οπαδοί τραγουδούν το "Francobaresi, csolo Francobaresi" ("Υπάρχει μόνο ο Φράνκο Μπαρέζι") όμως ο μεγαλύτερος λίμπερο όλων των εποχών, κατά δήλωση των Μισέλ Πλατινί (Michel Platini), Ντιέγκο Μαραντόνα (Diego Maradona)και Φαν Μπάστεν, δεν κρίνεται "ικανός" για να κατακτήσει τη Χρυσή Μπάλα. Θα κατακτήσει το βραβείο ο Γκούλιτ (1987) και τρεις φορές ο Μάρκο Φαν Μπάστεν (1988, 1989, 1992), όμως ο Μπαρέζι δεν είναι επιθετικός, δεν βάζει γκολ και έτσι δεν θα προσθέσει τον συγκεκριμένο τίτλο στο τεράστιο παλμαρέ του. «Το έχω σκεφτεί και βλέπω ότι εμείς οι αμυντικοί τιμωρούμαστε. Πάντως για μένα υπάρχει μόνο μία χρυσή ομάδα: η Μίλαν», δηλώνει αναφορικά με το βραβείο της Χρυσής Μπάλας ο "βράχος" των Μιλανέζων.


Έτοιμη για restart με νέο αφεντικό στα αποδυτήρια

Η σεζόν 1990/91 δεν φέρνει στη Μίλαν κάποιον τίτλο, ωστόσο η σημαντικότερη αλλαγή συγκριτικά με τα προηγούμενα χρόνια έχει να κάνει με τη σχέση του Αρίγκο Σάκι με τους ποδοσφαιριστές του. Αυτή γίνεται όλο και πιο περίπλοκη, με τους παίκτες να κάνουν παράπονα για τις πολύ δυνατές καθημερινές προπονήσεις και τον Σίλβιο Μπερλουσκόνι να παίρνει τελικά την απόφαση για αλλαγή στην τεχνική ηγεσία. Ο Αρίγκο Σάκι πήρε τη θέση του Βιτσίνι στην εθνική Ιταλίας και στηρίχτηκε στους παίκτες της Μίλαν (ειδικά τους αμυντικούς) για να χτίσει τη "σκουάντρα ατζούρα" που ήθελε, ενώ ο πρόεδρος της Μίλαν από την πλευρά του επέλεξε τον Φάμπιο Καπέλο με την ελπίδα ότι εκείνη η "χρυσή ομάδα" δεν είχε κλείσει τον κύκλο της στην τελευταία χρονιά του Σάκι αλλά έκανε απλά ένα διάλειμμα από τις επιτυχίες. «Δεν είστε ούτε γερασμένοι ούτε ξοφλημένοι», ήταν το μήνυμα του Καπέλο όταν ανέλαβε το τιμόνι το καλοκαίρι του 1991 και πολύ γρήγορα όλοι διαπίστωσαν πως τα λόγια του δεν ήταν επιπόλαια αλλά σοφά.


Η Μίλαν μπορεί τα πάντα: ακόμα και να πάρει πρωτάθλημα χωρίς ήττα

Ο Καπέλο στηρίζεται σε έναν κορμό από άκρως ποιοτικούς παίκτες που κοσμούν το Μιλανέλο αλλά δεν διστάζει να προσθέσει και τις προσωπικές του πινελιές στον κοκκινόμαυρο καμβά, φέρνοντας μεταξύ άλλων παίκτες όπως οι Ντεμέτριο Αλμπερτίνι (Demetrio Albertini), Σεμπαστιάνο Ρόσι (Sebastiano Rossi), Ζαν-Πιερ Παπέν (Jean-Pierre Papin), Ντέγιαν Σαβίτσεβιτς (Dejan Savićević), Ζβόνιμιρ Μπόμπαν (Zvonimir Boban) και Στέφανο Εράνιο (Stefano Eranio). Είναι ένας από τους πρώτους προπονητές στην Ευρώπη που εφαρμόζει rotation στην ομάδα του και η τριετία 1991-1994 μόνο ως μαγική μπορεί να χαρακτηριστεί από τους φίλους του συλλόγου. Οι "ροσονέρι" κατακτούν τρία συνεχόμενα πρωταθλήματα Ιταλίας, μένοντας μάλιστα για 58 διαδοχικά παιχνίδια αήττητοι (από τις 19 Μαΐου 1991 μέχρι τις 21 Μαρτίου 1993, χωρίς καμία ήττα τη σεζόν 1991/92), ενώ στην Ευρώπη είναι φιναλίστ στον τελικό του Champions League του 1993 (ήττα με 1-0 από τη Μαρσέιγ) και θριαμβευτές έναν χρόνο αργότερα στην Αθήνα όπου συντρίβουν με 4-0 τη Μπαρτσελόνα. Στο ρόστερ έχουν προστεθεί οι Μαρσέλ Ντεσαγί (Marcel Desailly) και Κρίστιαν Πανούτσι (Christian Panucci) κι εκείνος ο αγώνας, είναι ο τελικός της καταξίωσης για τον Ιταλό κόουτς ο οποίος έκανε περίπατο απέναντι στην επονομαζόμενη "Dream Team" του Γιόχαν Κρόιφ (Johan Cruyff), έστω και χωρίς τον Φράνκο Μπαρέζι στη διάθεσή του σε εκείνο το ματς.


Η Αργεντινή δεν τον άφησε να χαρεί σπίτι του

Η πορεία του Φράνκο Μπαρέζι στην εθνική Ιταλίας, σε αντίθεση με τις μέρες δόξας που γνώρισε στην Μίλαν, του άφησε πικρή γεύση και σε ορισμένες περιπτώσεις λύπη και απογοήτευση. Στο Μουντιάλ του 1990 που διεξήχθη "εντός έδρας" (Ιταλία) ο καπιτάνο των "ροσονέρι" αγωνίζεται για πρώτη φορά στη διεθνή καριέρα του σε τελική φάση Παγκοσμίου Κυπέλλου (το 1982 ήταν απλά στην αποστολή χωρίς να αγωνιστεί λεπτό ενώ τέσσερα χρόνια αργότερα "πλήρωσε" την κόντρα του με τον Μπέαρτσοτ) όμως παρότι η "σκουάντρα ατζούρα" φτάνει στα ημιτελικά με απολογισμό 7 γκολ σε 5 αγώνες και κανένα παθητικό εκεί χτυπάει η κατάρα των πέναλτι. Ο Μπαρέζι ευστόχησε στο πρώτο απέναντι στον Σέρτζιο Γκοϊγκοϊτσέα (Sergio Goycochea) στον ημιτελικό κόντρα στην Αργεντινή του Μαραντόνα, όμως αυτό δεν έφτανε καθώς δεν τον μιμήθηκαν Ντοναντόνι και Άλντο Σερένα (Aldo Serena) και η ευκαιρία χάθηκε.


Μπαρέζι θα πει να έχεις μυαλό, καρδιά και ψυχή

Τέσσερα χρόνια αργότερα, η μοίρα φαίνεται πως δίνει μία δεύτερη ευκαιρία στον Μπαρέζι αφού η εθνική Ιταλίας του Αρίγκο Σάκι περνάει μέσα από τις συμπληγάδες στη φάση των ομίλων και ξεπερνώντας κατά σειρά τα εμπόδια της Νιγηρίας, της Ισπανίας και της Βουλγαρίας φτάνει στον μεγάλο τελικό. Αυτός είναι στις 17 Ιουλίου του 1994 στην Πασαντίνα κόντρα στη Βραζιλία, με τον "Kaizer Franz" να πραγματοποιεί ένα μίνι θαύμα: αν και τραυματίστηκε κόντρα στη Νορβηγία στις 23 Ιουνίου (στο "Giants Stadium" της Νέας Υόρκης) και χρειάστηκε να υποβληθεί σε επέμβαση στο μηνίσκο, έκανε αγώνα δρόμου και πρόλαβε τελικά σε χρόνο ρεκόρ 25 ημερών να είναι έτοιμος για το μεγάλο ραντεβού. Στο ματς αυτό όχι μόνο αγωνίστηκε αλλά πήρε φανέλα βασικού και έχοντας παρτενέρ τον Μαλντίνι στο κέντρο της άμυνας (τραυματίες οι Τασότι και Κοστακούρτα), ήταν απροσπέλαστος αμυντικά, σε μία μονομαχία πάντως που οι δύο ομάδες δημιούργησαν ελάχιστες φάσεις κάτω από τον καυτό ήλιο της Καλιφόρνιας (το ματς ξεκίνησε μεσημέρι ώρα Αμερικής για να είναι βράδυ για την Ευρώπη) και οδηγήθηκαν στα πέναλτι μετά από άγονα 120 λεπτά σε κανονική διάρκεια και παράταση.

 

Δάκρυσε ο Φράνκο, βούρκωσε ένα ολόκληρο ιταλικό έθνος

Στη διαδικασία των πέναλτι, ο Μπαρέζι αναλαμβάνει πρώτος να εκτελέσει από πλευράς Ιταλών, όμως η κούραση του αγώνα (υπέφερε από κράμπες λίγο πριν το φινάλε) έπαιξε το ρόλο της, με τον Ιταλό στόπερ να στέλνει τη μπάλα ψηλά πάνω από το οριζόντιο δοκάρι του Κλαούντιο Ταφαρέλ (Cláudio Taffarel). Οι Αλμπερτίνι και Αλμπέριγκο Εβάνι (Alberigo Evani) ήταν εύστοχοι στα δύο επόμενα όμως το φινάλε είναι καταστροφικό για τους "ατζούρι" αφού οι Ντανιέλε Μασάρο και Ρομπέρτο Μπάτζο (Roberto Baggio) αποτυγχάνουν να στείλουν τη μπάλα στα δίχτυα από τα 11 βήματα και το τρόπαιο καταλήγει στα χέρια του Κάρλος Ντούνγκα (Carlos Dunga) και της παρέας του. Ναι, ο παίκτης που είχε πάρει τα πάντα στην καριέρα του και που είχε "τρελάνει" τους γιατρούς για να δηλώσει "παρών" στον τελικό, έβλεπε το βαρύτιμο τρόπαιο να του ξεγλιστράει. Η εικόνα με τον Μπαρέζι να αποχωρεί απαρηγόρητος από το "Pasadena Rose Bawl" με δάκρυα στα μάτια και με το ασημένιο μετάλλιο στο στήθος είναι κόμπος στο στομάχι για κάθε Ιταλό φίλαθλο όσα χρόνια και αν περάσουν.


 

Άφησε την "σκουάντρα ατζούρα" με ψηλά το κεφάλι

«Για έναν παίκτη που χρειάζεται να θυμάται το σημαντικότερο παιχνίδι στην καριέρα του με τόσο τραγικό τρόπο, είναι λυπηρό», θα δηλώσει λίγο μετά τον τελικό του 1994 ο Φράνκο Μπαρέζι, με τον Ρομάριο (Romário de Souza Faria)που ψηφίστηκε ως ο κορυφαίος παίκτης εκείνου του τουρνουά να πλέκει το εγκώμιο του Ιταλού στο περιθώριο της κατάκτησης του τροπαίου από τους Βραζιλιάνους. Μετά τον τελικό, ο Μπαρέζι θα φορέσει για μία ακόμα φορά τη φανέλα με το εθνόσημο στο στήθος σε αγώνα κόντρα στη Σλοβενία για τα προκριματικά του Euro 1996 (7 Σεπτεμβρίου 1994), αποχαιρετώντας έτσι στα 34 του χρόνια τη "σκουάντρα ατζούρα" και παραδίδοντας τη σκυτάλη όσον αφορά στην αρχηγία στον διόσκουρό του στη Μίλαν, Πάολο Μαλντίνι. Συνολικά ο Μπαρέζι αγωνίστηκε σε 81 διεθνή παιχνίδια σκοράροντας ένα γκολ (σε φιλική νίκη επί της Σοβιετικής Ένωσης) ενώ είναι ένας από τους ελάχιστους παίκτες που έχει κατακτήσει χρυσό, ασημένιο και χάλκινο μετάλλιο σε τελική φάση Παγκοσμίου Κυπέλλου.


Ένα ακόμα πρωτάθλημα πριν πει "ciao ragazzi"

Μπορεί το κεφάλαιο "εθνική Ιταλίας" να έκλεισε για τον Φράνκο Μπαρέζι το 1994, όμως η Μίλαν είναι μία εντελώς διαφορετική υπόθεση για τον άνθρωπο που φόρεσε μόνο τη δική της φανέλα σε ολόκληρη την επαγγελματική του καριέρα και κατέκτησε όλους τους εθνικούς, ευρωπαϊκούς και παγκόσμιους διασυλλογικούς τίτλους που θα μπορούσε να πάρει, πλην του Κυπέλλου Ιταλίας! Ο εμβληματικός καπιτάνο έπαιξε για τρεις ακόμα σεζόν στο "San Siro" κλείνοντας έτσι 20ετία στην ομάδα της καρδιάς του και στο διάστημα αυτό ήταν φιναλίστ στον τελικό του Champions League το 1995 κόντρα στον Άγιαξ, στην ήττα με 1-0 με το γκολ του Πάτρικ Κλάιφερτ (Patrick Kluivert) και πρωταθλητής Ιταλίας για 6η φορά στην καριέρα του τη σεζόν 1995/96 στην τελευταία σεζόν του Καπέλο στους Μιλανέζους μέσα σε μία χρυσή πενταετία.



H αφρόκρεμα της στρογγυλής Θεάς στα πόδια του

Ο Φράνκο Μπαρέζι απέδειξε πως είναι γεννημένος πρωταθλητής ακόμα και στο χρονικό σημείο που επέλεξε να κρεμάσει τα παπούτσια του αφού άφησε τους συναισθηματισμούς στην άκρη και αποχώρησε ενώ το άστρο του ήταν ακόμα ψηλά, χωρίς να περιμένει πρώτα τον πανδαμάτωρα χρόνο να επιδράσει πάνω στον τρόπο παιχνιδιού του. Στις 23 Ιουνίου του 1997, ανακοίνωσε επίσημα την ποδοσφαιρική του συνταξιοδότηση και η Μίλαν τον τίμησε όπως αρμόζει σε παίκτες-θρύλους: απέσυρε τη φανέλα με το № 6 με το όνομα Μπαρέζι στην πλάτη που δεν διανοήθηκε να βγάλει ποτέ από πάνω του. Μάλιστα στις 28 Οκτωβρίου 1997 στήθηκε ένα λαμπρό πάρτι στο "San Siro" με τους Μιλανέζους να οργανώνουν ένα εορταστικό ματς προς τιμήν του στο οποίο πήραν μέρος ποδοσφαιρικά αστέρια που είτε έπαιξαν στο πλευρό του στη Μίλαν του είτε βρέθηκαν απέναντί του όλα αυτά τα χρόνια. Αυτοί ήταν (κατά σειρά παρουσίασης, με την αναγγελία των ονομάτων να γίνεται υπό τους ήχους του κλασικού "The Final Countdown" των Europe) οι: Τζιοβάνι Γκάλι, Μισέλ Πρεντόμ (Michel Preud'homme), Σεμπαστιάνο Ρόσι, Μάριο Ιέλπο (Mario Ielpo), Ρομπέρτο Μούσι (Roberto Mussi), Τζιουζέπε Μπέργκομι (Giuseppe Bergomi), Φιλίπο Γκάλι, Τζουζέπε Μπαρέζι, Κριστιάν Πανούτσι, Αλμπέριγκο Εβάνι, Νάβα, Φερνάντο Ντε Νάπολι (Fernando De Napoli), Άντζελο Κολόμπο (Angelo Colombo), Έρικ Γκέρετς (Eric Gerets), Έντγκαρ Ντάβιντς (Edgar Davids), Ντάνι Μπλιντ (Danny Blind), Μαρσέλ Ντεσαγί, Φερνάντο Ιέρο (Fernando Hierro),Τζιανλούκα Λεντίνι (Gianluigi Lentini), Ρόναλντ Ντε Μπουρ (Ronald de Boer), Μπενίτο Καρμπόνε (Benito Carbone), Φερνάντο Ρεδόνδο (Fernando Redondo), Τζιοβάνι Στρόπα (Giovanni Stroppa), Εμίλιο Μπουτραγκένιο (Emilio Butragueño), Πιέτρο Πάολο Βίρντις (Pietro Paolo Virdis), Μίτσελ (Míchel), Ρέι Γουίλκινς (Ray Wilkins), Κάρλο Αντσελότι (Carlo Ancelotti), Ζορζ Γουεά (George Weah), Καρέκα (Careca), Μάουρο Τασότι, Μαρκ Χέιτλι, Φρανκ Ράικαρντ, Ζαν-Πιερ Παπέν, Μάρκο Σιμόνε (Marco Simone), Ρομάριο, Ρομπέρτο Ντοναντόνι, Ούγκο Σάντσες (Hugo Sánchez), Ρουντ Γκούλιτ, Τζιανλούκα Βιάλι (Gianluca Vialli), Ντανιέλε Μασάρο, Ζίκο (Zico), Ρομπέρτο Μπάτζο, Μάρκο Φαν Μπάστεν. Όλοι τους ήταν εκεί για τον έναν και μοναδικό: ΦΡΑΝΚΟ ΜΠΑΡΕΖΙ!

 Το video της Μίλαν για τα 55α γενέθλια του Μπαρέζι:


PALMARES

Περίοδος: Σύλλογος, Συμμετοχές (Γκολ)

 Εφηβική καριέρα

  • 1972–1977: Associazione Calcio Milan

Επαγγελματική καριέρα

  • 1977–1997: Associazione Calcio Milan, 531 (16)

 Διεθνής

  • 1982–1994: Ιταλία, 81 (1)

 Προπονητική καριέρα

  • 2002–2006: Associazione Calcio Milan Primavera
  • 2006–2008: Associazione Calcio Milan Primavera (Berretti)

Τίτλοι


Συλλογικοί

 Με τη Milan
  • Διηπειρωτικό Κύπελλο: 2 (1989, 1990)
  • Κύπελλο Πρωταθλητριών/Champions League: 3 (1988/89, 1989/90, 1993/94)
  • Κύπελλο UEFA: 3 (1989, 1990, 1994)
  • Πρωτάθλημα Ιταλίας: 6 (1978/79, 1987/88, 1991/92, 1992/93, 1993/94, 1995/96)
  • Σούπερ Καπ Ιταλίας: 4 (1988, 1992, 1993, 1994)

 Διεθνείς

Με την Ιταλία
  • Παγκόσμιο Κύπελλο: 1982, 3η θέση το 1990, 2η θέση το 1994
  • Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα: στους Ημιτελικούς 1980, 1988

 Προσωπικές Διακρίσεις

  • Χρυσή Μπάλα: επιλαχών  1989
  • Πρώτος Σκόρερ Κυπέλλου Ιταλίας: 1989/90
  • Καλύτερος Ποδοσφαιριστής στην Ιταλία από το περιοδικό «Guerin Sportivo» ( Guerin d'Oro): 1989/90
  • Μέλος Ιδανικής 11άδας Διοργάνωσης Παγκοσμίου Κυπέλλου: 1990
  • Εθνικό Βραβείο Επιτευγμάτων Καριέρας «Gaetano Scirea»: 1994
  • Στην θέση #19 ως ο Καλύτερος Ποδοσφαιριστής του 20ου Αιώνα από το αγγλικό περιοδικό «World Soccer»
  • Καλύτερος Ποδοσφαιριστής του 20ου Αιώνα για την A.C. Milan: 1999
  • Παίκτης του 20ου Αιώνα για την Ιταλία από την Ιταλική Ένωση Επαγγελματιών Ποδοσφαιριστών: 2000
  • Μέλος της λίστας των 125 Εν Ζωή Καλύτερων Ποδοσφαιριστών του Κόσμου που συνέταξε το 2004 ο Πελέ για τα 100 Χρόνια της FIFA
  • Στην θέση #17 για το Χρυσό Ιωβιλαίο της UEFA (50ετηρίδα)
  • Μέλος του Hall of Fame  της A.C. Milan
  • Χρυσό Παπούτσι ως Ένας Θρύλος του Ποδοσφαίρου: 2012
  • Μέλος  του Hall of Fame του Ιταλικού Ποδοσφαίρου: 2013

Τιμές

  • Αξιωματικός/μέλος του Τάγματος Επί Τιμή της Ιταλικής Δημοκρατίας: 30 Σεπτεμβρίου του 1991
ΠΗΓΗ: sport24

Τετάρτη, 27 Απριλίου 2016

Γκράντε Τορίνο: Ήταν γραφτό να τη λυγίσει μονάχα η μοίρα

Η Αεροπορική Καταστροφή της Σουπέργκα, συνέβη στις 17:05 της 4ης  Μαΐου του 1949, όταν ένα τρικινητήριο αεροσκάφος Fiat G.212 της “Avio Linee Italiane” (ιταλικές αερογραμμές), που μετέφερε το σύνολο της ποδοσφαιρικής ομάδας της Τορίνο, γνωστής ως «Grande Torino» (Μεγάλη Τορίνο), συνετρίβη στον τοίχο αντιστήριξης στο πίσω μέρος του Βασιλικής της Σουπέργκα, που βρίσκεται στο λόφο του Τορίνο. Από τη σύγκρουση, 31 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους. Το αεροσκάφος μετέφερε πίσω στη πατρίδα την ομάδα από την Λισαβόνα, όπου είχε παίξει ένα φιλικό αγώνα με την Μπενφίκα, προς τιμήν του Πορτογάλου Αρχηγού, Φρανσίσκο Φερέιρα (Francisco Ferreira). Στο περιστατικό, όλη η ομάδα της Τορίνο, σχεδόν ΤΟ ΣΥΝΟΛΟ της ιταλικής εθνικής ομάδας ποδοσφαίρου, έχασαν τη ζωή τους. Αξιωματούχοι του συλλόγου και άλλοι φορείς, έχασαν επίσης τη ζωή τους στο δυστύχημα, καθώς και το σύνολο του πληρώματος, όπως και 3 πασίγνωστοι Ιταλοί αθλητικογράφοι: ο Ρενάτο Καζαλμπόρε (Renato Casalbore), ιδρυτής της εφημερίδας “Tuttosport”, ο Ρενάτο Τοζάτι (Renato Tosatti), δημοσιογράφος της “Gazzetta del Popolo” και ο Λουίτζι Καβαλέρο (Luigi Cavallero), δημοσιογράφος της La Stampa. Το έργο της αναγνώρισης των θυμάτων, ανατέθηκε στον πρώην προπονητή της εθνικής ομάδας της Ιταλίας, τον εμβληματικό Βιτόριο Πότσο (Vittorio Pozzo), ο οποίος είχε τους περισσότερους από τους παίκτες της Τορίνο με τους Ατζούρι.

Ο φουλ-μπακ Σάουρο Τομά (Sauro Toma), δεν πήρε μέρος στο ταξίδι, λόγω ενός τραύματος στον μηνίσκο, ούτε ο αναπληρωματικός τερματοφύλακας Ρενάτο Γκαντόλφι (Renato Gandolfi). Τη θέση του πήρε ο τρίτος τερματοφύλακας, Ντίνο Μπαλαρίν (Dino Ballarin). O ραδιοφωνικός σχολιαστής Νικολό Καρόσιο (Nicolò Carosio), ο Λουίτζι Τζουλιάνο (Luigi Giuliano), αρχηγός της ομάδας Νέων της Τορίνο και ο Βιτόριο Πότσο, αποκλείστηκαν για διάφορους λόγους. Ο πρόεδρος του συλλόγου, Φερούτσιο Νόβο (Ferruccio Novo), δεν πήρε μέρος στο ταξίδι λόγω γρίπης.

Η Τορίνο ανακηρύχθηκε πρωταθλήτρια της σεζόν 1948/49 στην ιταλική Serie A’, 2 ημέρες αργότερα, στις 6 Μαΐου του 1949 και οι αντίπαλοι της, την αντιμετώπισαν με τις ομάδες νέων τους, στα 4 εναπομείναντα παιχνίδια. Την ημέρα της κηδείας, σχεδόν ένα εκατομμύριο άνθρωποι βγήκαν στους δρόμους του Τορίνο για ένα τελικό αντίο στους παίκτες. Το σοκ ήταν τέτοιο, ώστε την επόμενη χρονιά, η εθνική ομάδα της Ιταλίας ταξίδεψε για το  Παγκόσμιο Κύπελλο του 1950 στη Βραζιλία με πλοίο.


Υπήρξε ό,τι καλύτερο είχε βγάλει το ιταλικό ποδόσφαιρο σε επίπεδο συλλόγων. Αγαπήθηκε παράφορα και έφυγε τόσο γρήγορα, που δεν πρόλαβε να φθαρεί. Στο διάβα της δεν νικούσε απλώς. Ανάγκαζε τον αντίπαλο να υποκλιθεί. Σε εκείνη τη μοιραία πτήση της 4ης Μαΐου του 1949 η μοίρα θαρρείς πως ήθελε να βάλει τέρμα στη μεγαλύτερη ομάδα που είχε δει έως τότε ο πλανήτης. Η Τορίνο -που έσβησε σε εκείνα τα δευτερόλεπτα που μεσολάβησαν, το συννεφιασμένο απόγευμα στη Σουπέργκα, όταν το αεροπλάνο που τη μετέφερε από τη Λισσαβόνα συνετρίβη στην Μπαζίλικα- είναι ένας μύθος. Και δεν πρόκειται ποτέ να ξεπεραστεί. Ακριβώς γιατί έφυγε ενώ ακόμα δεν είχε κάνει τον κύκλο της.



Σε εκείνα τα πρώτα χρόνια, μετά τη δίνη του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, η Ιταλία, ντροπιασμένη και ηττημένη, δεν είχε πολλά πράγματα που την άφηναν να έχει ψηλά το κεφάλι. Εκτός από την «Γκρανάτα». Ως ομάδα δεν είχε αντίπαλο. Στο εσωτερικό άφηνε τη σκόνη της να καλύπτει τους υπόλοιπους. Και εκτός συνόρων αντιμετώπιζε στα ίσα οποιονδήποτε. Οποιονδήποτε εκτός από τη μοίρα, όπως αποδείχθηκε!



Ο Βαλεντίνο Ματσόλα (Valentino Mazzola) ήταν ο αδιαφιλονίκητος ηγέτης ανάμεσα σε μία ενδεκάδα που ήταν πολλοί σταρ, με την έννοια της εποχής φυσικά. Απλά παιδιά με χάρισμα στο να χαϊδεύουν και όχι να κλοτσούν την μπάλα! Ο Βαλέριο Μπατσικαλούπο (Valerio Bacigalupo), ο Άλντο Μπαλαρίν (Aldo Ballarin), ο Φράνκο Οσόλα (Franco Ossola), ο Τζιουζέπε Γκρέζαρ (Giuseppe Grezar), ο Εουσέμπιο Καστιλιάνο (Eusebio Castigliano), ο Γκουλιέλμο Γκαμπέτο (Guglielmo Gabetto), ο Ρουτζέρο Γκράβα (Ruggero Grava), ο Έζιο Λόικ (Ezio Loik), ο Τζούλιους Σούμπερτ (Július Schubert), ο Μάριο Ριγκαμόντι (Mario Rigamonti), ο Βιρτζίλιο Μαρόσο (Virgilio Maroso), ο Ρομέο Μέντι (Romeo Menti), ο Πιέτρο Φεράρις (Pietro Ferraris). Οι περισσότεροι απ' αυτούς, εργάτες στη βιομηχανία της FIAT. Αυτή που ανήκε στον δογματικό... εχθρό, την οικογένεια Ανιέλι, ιδιοκτήτρια της Γιουβέντους. Μάλιστα ο Ματσόλα, με τη μεταγραφή από τη Βενέτσια στην Τορίνο, έφυγε από το εργοστάσιο της Alfa Romeo για να ενταχθεί και αυτός στη FIAT!
Η μοιραία πτήση εκείνο το συννεφιασμένο απόγευμα πήρε στον άλλο κόσμο 31 ανθρώπους. Από αυτούς οι 18 ήταν τα μέλη του πραγματικά πρώτου μεταπολεμικού ποδοσφαιρικού κολοσσού. Της μόνιμης πρωταθλήτριας για πέντε σερί σεζόν, Τορίνο.


Μια ομάδα που έπαιζε (βασισμένη στο WM του Χέρμπερτ Τσάπμαν) με 5 επιθετικούς και με βασικό σκοπό το θέαμα. Γιατί το αποτέλεσμα ήταν διαδικαστικό θέμα. Δηλαδή πόσο (και όχι αν) θα κέρδιζε. Και αυτή η… ανία που προκαλούσε η συνεχιζόμενη κυριαρχία της Τορίνο, αντί να δημιουργεί συσπείρωση απέναντί της, ως εκ θαύματος γεννούσε καινούργιους φίλους και θαυμαστές!

Τα ρεκόρ που έκανε εκείνη η ομάδα παραμένουν αξεπέραστα και μόνο η ξέφρενη κούρσα της Ιντερ προς τον τίτλο το 2007 απείλησε κάποια απ' αυτά. Το 10-0 επί της Αλεσάντρια είναι ακόμα η μεγαλύτερη νίκη που σημειώθηκε ποτέ στο Καμπιονάτο, οι 21 σερί νίκες μοιάζουν ασύλληπτη επίδοση, τα 125 γκολ σε μία σεζόν ζαλίζουν, τα 89 εκτός έδρας τέρματα σε μία περίοδο ακούγονται εξωπραγματικά. Και, ακόμα, οι 19 νίκες σε 20 εντός έδρας ματς με το 3,78 μέσο όρο στα γκολ ανά παιχνίδι είναι η επιβεβαίωση πως τέτοια υπερομάδα δεν εμφανίστηκε ποτέ στο ιταλικό ποδόσφαιρο.


Η Τορίνο του Ματσόλα, όπως και η Χόνβεντ του Πούσκας, ήταν οι μεγαλύτερες άτυχες όσον αφορά τον χρόνο που ξεκίνησε το Κύπελλο Πρωταθλητριών. Αν η ιδέα για τη δημιουργία του σπουδαιότερου διασυλλογικού Κυπέλλου είχε συλληφθεί λίγα χρόνια νωρίτερα, η Τορίνο μπορεί να ήταν εκεί δίπλα με τη Ρεάλ, τη Μίλαν, τη Λίβερπουλ, την Μπάγερν και τον Αγιαξ.


Στην ισοπεδωτική σύγχρονη κοινωνία δεν μπορεί κανείς να συνειδητοποιήσει το μεγαλείο αυτού του εκπληκτικού γκρουπ παικτών που χάθηκε, σαν κάστρο από άμμο στην ακροθαλασσιά, πριν από ακριβώς 60 χρόνια. Μέσα, όμως, από τα ασπρόμαυρα φιλμ της εποχής αναδύεται μια μαγεία. Μια διαφορετικότητα. Μια ξεχωριστή ποιότητα που πηγάζει από καθετί το οποίο εσύ αναγκάζεσαι να χρωματίσεις και να ζωντανέψεις με τη φαντασία σου. Πιθανότατα αυτός ο ρομαντισμός δεν έχει πλέον θέση στον 21ο αιώνα.

Ίσως γιατί με το χρώμα στα φιλμ (και στη ζωή μας) χάθηκε και η δύναμη για όνειρα. Όνειρα τα οποία ομάδες όπως η «Invincibile Granata», η αήττητη «Γκρανάτα», κρατούσαν ζωντανά. Ένας Ιταλός σκηνοθέτης προσπάθησε το 2001 να δημιουργήσει μια ταινία με θέμα την Τορίνο. Στην πορεία «κόλλησε». Δεν συγκέντρωσε το υλικό που χρειαζόταν, βρήκε και κάποιες πόρτες κλειστές, οπότε παραιτήθηκε της προσπάθειας. Ίσως αυτό να ήταν θέλημα Θεού. Γιατί τους αληθινούς θρύλους δεν μπορείς να τους φυλακίσεις σε ένα φιλμ. Να τους αιχμαλωτίσεις σε γήινες διαστάσεις.


Το ερειπωμένο «Φιλαντέλφια», το γήπεδο στο οποίο μεγαλούργησε η τεράστια «Τόρο», στέκεται στοιχειωμένο. Οι οπαδοί θαρρείς πως περιμένουν τη μέρα που η ομάδα θα ξαναγυρίσει στο σπίτι της σαν τον ερχομό της Δευτέρας Παρουσίας. Συγκεντρώνουν υπογραφές, κάνουν εκκλήσεις, προσπαθούν να ξαναζωντανέψουν το άδειο αυτό κουφάρι, δίνοντάς του ζωή και πνοή μέσα από τις ενέργειές τους. Αυτό δεν φαίνεται, όμως, να συμβαίνει. Παρ' όλα αυτά, δεν απογοητεύονται και παλεύουν.


Μέχρι τότε οι άνθρωποι που μένουν γύρω από το στάδιο ορκίζονται πως τις νύχτες ακούνε φωνές. Πως διακρίνουν σκιές μέσα στο σκοτάδι να αλλάζουν μπαλιές. Να προσφέρουν σκηνές αληθινής ποδοσφαιρικής μαγείας. Αυτές που δεν πρόλαβαν να δώσουν απλόχερα σε όλο τον πλανήτη εξαιτίας της μοιραίας πτήσης της 4ης Μάη του 1949.

Δευτέρα, 25 Απριλίου 2016

Ντέιβιντ Μπέκαμ: Ο Τελευταίος Μεγάλος Αρχηγός

Ο Άγγλος κεντρικός μέσος ή και μεσοεπιθετικός Ντέιβιντ Μπέκαμ (David Robert Joseph Beckham), γεννήθηκε στις 2 Μαΐου του 1975, στο Λεϊτονστόουν του ανατολικού Λονδίνου. Έπαιξε για την Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, την Πρέστον Νορθ Εντ, τη Ρεάλ Μαδρίτης, τη Μίλαν, τους Λος Άντζελες Γκάλαξι, τη Παρί Σεν Ζερμέν και την εθνική ομάδα της Αγγλίας, για την οποία κατείχε το ρεκόρ συμμετοχών για έναν παίκτη εντός παιδιάς (πλην δηλαδή του τερματοφύλακα) μέχρι το 2016, όταν τον ξεπέρασε ο Γουέιν Ρούνεϊ (Wayne Rooney). Είναι ο πρώτος Αγγλος παίκτης που έχει κατακτήσει τίτλους πρωταθλητή σε 4 χώρες: την Αγγλία, την Ισπανία, τις Ηνωμένες Πολιτείες και τη Γαλλία. Ανήγγειλε  την αποχώρησή του τον Μάιο του 2013, μετά από μια καριέρα 20 ετών, κατά την οποία κέρδισε 19 μεγάλα τρόπαια.


Γνωστός για το εύρος των μεταβιβάσεων, την διεμβολιστική ικανότητα και τα εκπληκτικής κάμψης φάουλ του, ήταν επιλαχών στον διαγωνισμό για τη Χρυσή Μπάλα, δύο φορές επιλαχών για το Καλύτερο Παίκτη της Χρονιάς από τη FIFA και το 2004 ονομάστηκε από τον Πελέ (Edson Arandes do Nascimento, ‘’Pelé’’) στον κατάλογο «FIFA 100» με τους Μεγαλύτερους Εν Ζωή Ποδοσφαιριστές του Κόσμου στο πλαίσιο των εορτασμών για την εκατονταετηρίδα της Παγκόσμιας Ομοσπονδίας. Εγκαταστάθηκε στο αγγλικό ποδοσφαιρικό Hall of Fame το 2008. Ένας παγκόσμιος πρεσβευτής για το άθλημα, ο Ντέιβιντ Μπέκαμ θεωρείται ως μια βρετανική πολιτιστική προσωπικότητα.


Η επαγγελματική σταδιοδρομία του ξεκίνησε με την Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, όπου έκανε το ντεμπούτο στην πρώτη ομάδα του το 1992 σε ηλικία 17 ετών. Με τη Γιουνάιτεντ, κατέκτησε τον τίτλο της Πρέμιερ Λιγκ 6 φορές, το Κύπελλο Αγγλίας 2 φορές και το UEFA Champions League το 1999. Στη συνέχεια έπαιξε 4 σεζόν με τη Ρεάλ Μαδρίτης, κατακτώντας την ισπανική La Liga στην τελευταία σεζόν του με το σύλλογο. Τον Ιούλιο του 2007, υπέγραψε πενταετές συμβόλαιο με τους Λος Άντζελες Γκάλαξι. Ενώ ήταν παίκτης των Γκάλαξι, πέρασε δύο περιόδους δανεικός στην Ιταλία με τη Μίλαν το 2009 και το 2010. Ήταν ο πρώτος Βρετανός ποδοσφαιριστής που έπαιξε 100 παιχνίδια στο UEFA Champions League.


Στο διεθνές ποδόσφαιρο, έκανε το ντεμπούτο του  με την Αγγλία τον Σεπτέμβριο του 1996 στην ηλικία των 21 ετών. Ήταν ο αρχηγός των «Λιονταριών» για 6 χρόνια, σε 58 αγώνες κατά τη διάρκεια της θητείας του. Έκανε 115 διεθνείς εμφανίσεις στη καριέρα του, παίζοντας σε 3 Παγκόσμια Κύπελλα, το 1998, το 2002 και το 2006 και σε 2 Ευρωπαϊκά Πρωταθλήματα, το 2000 και το 2004. Σταθερά κατατάσσεται μεταξύ των Υψηλότερα Αμειβόμενων στο ποδόσφαιρο και το 2013 καταγράφηκε ως ο Πιο Ακριβοπληρωμένος Παίκτης στον Κόσμο, κερδίζοντας πάνω από $ 50 εκατομμύρια δολάρια κατά τους προηγούμενους 12 μήνες. Έχει παντρευτεί με την Victoria Beckham από το 1999 και έχουν τέσσερα παιδιά. Έχει διατελέσει πρεσβευτής της UNICEF UK από το 2005.


Ήταν ένας αθλητής-φαινόμενο για την Γηραιά Αλβιώνα (και όχι μόνο) και αυτό μπορεί να το αντιληφθεί κανείς αν προσέξει τι είχε πετύχει στην καριέρα του μέχρι τα 21 του χρόνια και λίγο πριν φορέσει τη φανέλα με το εθνόσημο. Μπορεί η συντριπτική πλειοψηφία των επαγγελματιών ποδοσφαιριστών να δίνει μάχη σε αυτή την ηλικία για να κερδίσει την εμπιστοσύνη των προπονητών και να πάρουν παιχνίδια στα πόδια τους που θα τους δώσει σιγά σιγά την απαιτούμενη αυτοπεποίθηση για το "ξεπέταγμα", ωστόσο εκείνος είχε την τύχη όλες αυτές τις καταστάσεις να τις βιώσει  πολύ νωρίτερα και η ποδοσφαιρική ενηλικίωσή του να συμβαδίζει με την βιολογική.


Στα 16 του είχε υπογράψει το πρώτο του συμβόλαιο στη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, σε ηλικία 17 ετών ήταν μέλος μία σούπερ ταλαντούχας φουρνιάς παικτών, μαζί με τους Ράιαν Γκιγκς (Ryan Giggs), Πολ Σκόουλς  (Paul Scholes) και Γκάρι Νέβιλ (Gary Neville), που κατέκτησε το FA Youth Cup και έκανε ντεμπούτο στην πρώτη ομάδα σε αγώνα League Cup ως αλλαγή του Αντρεί Καντσέλσκις (Andrei Kanchelskis), ενώ πριν καν κλείσει τα 18 του χρόνια είχε υπογράψει επαγγελματικό συμβόλαιο με τους "κόκκινους διαβόλους". Στα 19 του μόλις, έπαιξε το πρώτο φουλ 90λεπτο με την κόκκινη φανέλα και πήρε και την πρώτη του γεύση από το Champions League, σκοράροντας μάλιστα στο 4-0 επί της Γαλατάσαραϊ, ενώ ένα μήνα περίπου πριν κλείσει τα 20 πραγματοποίησε το ντεμπούτο του στον μαγικό κόσμο της Premier League σε αγώνα κόντρα στη Λιντς.


Το καλοκαίρι του 1995, ο Σερ Άλεξ Φέργκιουσον  (Sir Alex Ferguson) εμπιστεύτηκε τον ξανθομάλλη πιτσιρικά για να διαδεχτεί τον Αντρέι Καντσέλσκις στο δεξί άκρο της μεσαίας γραμμής απορρίπτοντας την περίπτωση να δαπανήσει κάποιο μεγάλο ποσό για να έρθει ένα "βαρύ" ποδοσφαιρικό όνομα στο "Old Trafford" που θα έκανε "γκελ" στους οπαδούς και ο "Μπεκς" τον δικαίωσε και με το παραπάνω, αρπάζοντας ταυτόχρονα από τα μαλλιά μία ευκαιρία ζωής (once in a life που συνηθίζουν να λένε οι Άγγλοι) που του δινόταν. Τη σεζόν 1995/96 έπαιξε σε 33 αγώνες Premier League και 40 στο σύνολο και το φινάλε τον βρήκε να έχει ρουφήξει αμέτρητες ποδοσφαιρικές παραστάσεις αλλά και με δύο κρεμασμένα μετάλλια στο στήθος για την κατάκτηση τόσο του πρωταθλήματος όσο και του Κυπέλλου Αγγλίας. Eίχε εκτελέσει μάλιστα το κόρνερ στον τελικό απέναντι στη Λίβερπουλ από το οποίο προήληθε το νικητήριο γκολ του Ερίκ Καντονά  (Eric Cantona) λίγα λεπτά πριν το φινάλε!


Ακόμα και με αυτά τα ποδοσφαιρικά "παράσημα" δεν κατάφερε να βρει μία θέση στην αποστολή της εθνικής Αγγλίας στο Euro του 1996 που φιλοξενήθηκε εντός των τειχών, όμως φαίνεται πως ήταν γραπτό να χρειαστεί ένα γκολ παγκοσμίου επιπέδου με τη φανέλα της Γιουνάιτεντ για να ανοίξει διάπλατα η πόρτα του αντιπροσωπευτικού συγκροτήματος για τον γεννημένο για μεγάλα πράγματα Μπέκαμ. Αυτό το γκολ, ήρθε στις 17 Αυγούστου του 1996, στην πρώτη αγωνιστική της Premier League για τη σεζόν 1996-97 με τον Ντέιβιντ Μπέκαμ να πετυχαίνει το τρίτο γκολ της Γιουνάιτεντ στο "Selhurst Park" απέναντι στη Γουίμπλεντον με έναν αριστουργηματικό τρόπο. Λόμπα από το κέντρο του γηπέδου που "υπαγόρευσε" στον γκολκίπερ Νιλ Σάλιβαν  (Neil Sullivan) να μαζέψει τη μπάλα από τα δίχτυα του. 
«Εκείνο το γκολ άλλαξε τη ζωή μου. Νόμιζα ότι η μπάλα ήταν για ώρες στον αέρα και τα πάντα είχαν σταματήσει. Ξαφνικά η μπάλα κατέληξε στα δίχτυα και ακολούθησε έκρηξη. Βρέθηκα στα σύννεφα, ήθελα εκείνη τη στιγμή να σφίξω το χέρι κάθε ανθρώπου που βρισκόταν στο γήπεδο και να μείνω για μία ώρα ακόμα στον αγωνιστικό χώρο»
δήλωσε ο Ντέιβιντ Μπέκαμ μετά από εκείνο το απίστευτο τέρμα, σήμα-κατατεθέν της Premier League ακόμα και στο 2015!


Και πράγματι επέφερε μία αλλαγή στη ζωή του καθώς πέρα από το γεγονός ότι μονιμοποιήθηκε στην ενδεκάδα της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ έκανε άπαντες στο Νησί να συζητούν το όνομά του και τον Γκλεντ Χοντλ (Glenn Hoddle) να αποφασίζει πως στη νέα εθνική Αγγλίας, της μετά Euro '96 εποχής, έπρεπε να έχει θέση και αυτός ο ταλαντούχος νεαρός μεσοεπιθετικός με το "γλυκό" δεξί πόδι που δεν έμοιαζε με κανέναν άλλο Άγγλο ποδοσφαιριστή της γενιάς του.,Κάπως έτσι λοιπόν ήρθε το ντεμπούτο του στην εθνική Αγγλίας, την πρώτη ημέρα του Σεπτέμβρη του 1996, με αντίπαλο τη Μολδαβία στο μακρινού Κινσινάου (1.300 μίλια έπρεπε να διανύσουν οι Άγγλοι διεθνείς για να φτάσουν εκεί) για την πρεμιέρα των προκριματικών του Μουντιάλ του 1998. Το συγκεκριμένο μάλιστα παιχνίδι ήταν ιδιαίτερο για τα "λιοντάρια" καθώς ήταν το πρώτο επίσημο που έδιναν μετά τον επώδυνο ημιτελικό του Euro κόντρα στη Γερμανία με την απόκρουση πέναλτι του Αντρέας Κέπκε (Andreas Köpke) στο πέναλτι του Γκάρεθ Σάουθγκεϊτ (Gareth Southgate), αλλά και το πρώτο με τον Γκλεντ Χοντλ στην τεχνική ηγεσία έχοντας παραλάβει τη σκυτάλη από τον Τέρι Βέναμπλς (Terry Venables).


Ο Χοντλ πρωτοτύπησε κατεβάζοντας την ομάδα του με σύστημα 3-5-2, με τα "τρία λιοντάρια" να ανταποκρίνονται πάντως πλήρως στις απαιτήσεις της αναμέτρησης και να επικρατούν με 3-0 με γκολ των Νικ Μπάρμπι (Nick Barmby), Πολ Γκασκόιν (Paul Gascoigne) και Άλαν Σίρερ (Alan Shearer). Πέρα από τους τρεις σκόρερς, ο Μπέκαμ θα έχει να θυμάται πως στο διεθνές ντεμπούτο του έπαιξε μαζί με τους Ντέιβιντ Σίμαν (David Seaman), Γκάρι Νέβιλ, Στιούαρτ Πιρς (Stuart Pearce), Πολ Ινς (Paul Ince), Γκάρι Πάλιστερ (Gary Pallister), Γκάρεθ Σάουθγκεϊτ και Άντι Χίντσκλιφ (Andy Hinchcliffe), ενώ στο ξεκίνημα του αγώνα είχαν καθήσει στον πάγκο οι Σολ Κάμπελ (Sol Campbell), Ίαν Γουόκερ (Ian Walker), Στιβ Στόουν (Steve Stone), Ντέιβ Μπάτι (David Batty), Μαρκ Ντρέιπερ (Mark Draper), Ματ Λε Τισιέ (Matt le Tissier)  και Λες Φέρντιναντ (Les Ferdinand).


Ο Μπέκαμ έπαιξε και στα οκτώ παιχνίδια που έδωσε η Αγγλία στα προκριματικά και στο φινάλε πανηγύρισε μαζί με τους συμπαίκτες του την πρόκριση στο Μουντιάλ της Γαλλίας, έχοντας οδηγήσει όλοι μαζί το αντιπροσωπευτικό συγκρότημα στην κορυφή ενός αρκετά δύσκολου ομίλου, μπροστά από Ιταλία και Πολωνία. Το Παγκόσμιο Κύπελλο φάνταζε ως μία τεράστια πρόκληση στον "Μπεκς" για να λάμψει και με τα εθνικά χρώματα έχοντας ήδη την αναγνώριση και τον σεβασμό των περισσοτέρων για τα πεπραγμένα του στη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, όμως το τουρνουά ξεκίνησε με μία ψυχρολουσία για αυτόν. Ή μάλλον δύο!


Η πρεμιέρα κόντρα στην Τυνησία στο "Βελοντρόμ" τον βρήκε στον πάγκο, στη νίκη 2-0 με γκολ των Σίρερ και Σκόουλς και το ίδιο συνέβη και το δεύτερο ματς της φάσης των ομίλων με αντίπαλο τη Ρουμανία στην Τουλούζ, στην ήττα με 2-1, με σκόρερ για τα "λιοντάρια" τον Μάικλ Όουεν (Michael Owen), με τον ομοσπονδιακό τεχνικό να τον "βγάζει στη σέντρα" κατηγορώντας τον πως “δεν είναι απόλυτα συγκεντρωμένος στο τουρνουά”. Λένε πως οι μεγάλοι παίκτες δεν επηρεάζονται ούτε από κακά παιχνίδια ούτε από αρνητικές δηλώσεις εις βάρος τους, αντίθετα χρησιμοποιούν οτιδήποτε αρνητικό για να παίρνουν κίνητρο για τη συνέχεια, και ο Μπέκαμ απέδειξε πως αν και νεαρός διέθετε τη στόφα του μεγάλου παίκτη.


Πείσμωσε από τον παροπλισμό του στα δύο πρώτα ματς και όταν ο Χοντλ τον πέταξε στην αρένα μεταμορφώθηκε σε... λυσσασμένο θηρίο έτοιμο να κατασπαράξει τον αντίπαλό του. Η ήττα από τους Ρουμάνους είχε αναγκάσει τους Άγγλους να ψάχνουν αποτέλεσμα στο τελευταίο τους ματς στους ομίλους απέναντι στην Κολομβία και μετά το γκολ του Ντάρεν Άντερτον (Darren Anderton) στο 20ο  λεπτό με το οποίο άνοιξαν το σκορ ανέλαβε να "κλειδώσει" την πρόκριση ο Μπέκαμ. Έστησε τη μπάλα λίγα μέτρα έξω από τη μεγάλη περιοχή και προς τα αριστερά, πήρε φόρα και με ένα φαλτσαριστό χτύπημα σπεσιαλιτέ του έστειλε τη μπάλα στη δεξιά γωνία του Φαρίντ Μοντραγόν (Faryd Mondragón). Το 2-0 στο 29ο λεπτό ήταν γεγονός, το πρώτο γκολ του Μπέκαμ με τα "τρία λιοντάρια" ήταν πραγματικότητα και ο δρόμος της διάκρισης στα γήπεδα της Γαλλίας 32 χρόνια μετά την κατάκτηση του τροπαίου μέσα στο σπίτι της φάνταζε πλέον ανοιχτός για την εθνική Αγγλίας. Λίγες ημέρες αργότερα όμως το όνειρο δεκάδων εκατομμυρίων Άγγλων μετατράπηκε σε εφιάλτη... 
Και χειρότερο για τον Μπέκαμ ήταν πως φορτώθηκε στις πλάτες του πολύ μεγαλύτερο μερίδιο ευθύνης από αυτό που του αναλογούσε.
Στις 30 Ιουνίου του 1998, η Αγγλία διασταυρώθηκε με την "παραδοσιακή εχθρό" Αργεντινή, δώδεκα χρόνια μετά το "χέρι του Θεού" από τον Ντιέγκο Μαραντόνα (Diego Maradona) στον αλησμόνητο προημιτελικό του 1986, και επιζητούσε εκδίκηση, με το πρώτο ημίχρονο της αναμέτρησης να αφήνει καθηλωμένους πάνω από 30.000 θεατές που βρίσκονταν στις εξέδρες του "Ζοφρί Γκισάρ" στο Σεντ Ετιέν και εκατοντάδες εκατομμύρια που παρακολουθούσαν από την τηλεόραση.


Στο δεκάλεπτο ήδη το σκορ ήταν 1-1 (!) με τα εύστοχα χτυπήματα πέναλτι των Γκαμπριέλ Μπατιστούτα (Gabriel Batistuta) και Σίρερ, ο Όουεν είχε κάνει την ανατροπή με ένα γκολ που έφερε έντονες θύμησες από τη γκολάρα του Μαραντόνα κόντρα στα "λιοντάρια" στα γήπεδα του Μέξικο και ο Χαβιέρ Σανέτι (Javier Zanetti) είχε ισοφαρίσει στις καθυστερήσεις του πρώτου μέρους μέσω μία υποδειγματικής κομπίνας των Νοτιοαμερικανών σε εκτέλεση φάουλ.  Η στιγμή όμως που σημάδεψε το παιχνίδι και έκανε άπαντες να σβήσουν από τη μνήμη τους μετά από χρόνια την πανδαισία θεάματος του πρώτου μέρους ήρθε με την έναρξη του δευτέρου μέρους. Ήταν το 47ο λεπτό, με τους Ντιέγκο Σιμεόνε (Diego Simeone) και Ντέιβιντ Μπέκαμ να πρωταγωνιστούν σε μία κοκκορομαχία στο χώρο του κέντρου, τον Σιμεόνε να ρίχνει μία "ψιλή" στον "Μπεκς" και εκείνον να "πέφτει στην παγίδα" καθώς την ώρα που ήταν ξαπλωμένος μπρούμυτα στο χορτάρι κλώτσησε ελαφρά τον Αργεντίνο στη γάμπα.


Ο αρχηγός της "αλμπισελέστε" διαισθάνθηκε την επαφή και με την τεράστια εμπειρία του στα γήπεδα έπεσε στο έδαφος προσποιούμενος πως δέχτηκε δυνατό χτύπημα, οι παίκτες της Αργεντινής περικύκλωσαν τον Κιμ Μίλτον Νίλσεν (Kim Milton Nielsen) απαιτώντας την τιμωρία του Μπέκαμ και ο Δανός δεν είχε άλλη επιλογή από το να του δείξει την απευθείας κόκκινη κάρτα. Η αποβολή ήταν "μαχαιριά στην καρδιά" για τον άσο της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, αφού άφησε την ομάδα του με παίκτη λιγότερο από το 47' και περίπου 1,5 ώρα αργότερα την είδε να πέφτει στο καναβάτσο χάνοντας 4-3 στη διαδικασία των πέναλτι. Αρκετά διεθνή ΜΜΕ εστίασαν στους "θεατρινισμούς" του Σιμεόνε χάρη στους οποίους εκμαίευσε την αποβολή του Μπέκαμ προς όφελος της Αργεντινής, όχι όμως και τα αγγλικά.


Μία ολόκληρη χώρα έψαχνε για έναν αποδιοπομπαίο τράγο ο οποίος θα φορτωνόταν το φταίξιμο και θα συγκέντρωνε πάνω του το ανάθεμα και τα ταμπλόιντς στο Νησί φρόντισαν να τον παραδώσουν βορά στους θυμωμένους -από μία ακόμα αποτυχία της εθνικής τους ομάδας- οπαδούς. Η "Daily Mirror" κυκλοφόρησε την επομένη του αποκλεισμού από την Αργεντινή με πρωτοσέλιδο «10 Heroic Lions, One Stupid Boy» (10 ηρωικά λιοντάρια, ένα ηλίθιο παιδί), ενώ αρκετά αγγλικά ΜΜΕ είχαν εμφανιστεί με την εικόνα του Μπέκαμ μέσα σε κύκλο για παιχνίδια με βελάκια (τα περίφημα dart games)! Την ίδια ώρα, ο παραλογισμός των οπαδών είχε "χτυπήσει κόκκινο", με ομοιώματα του Μπέκαμ να κρεμιούνται έξω από παμπ του Λονδίνου αλλά και σε φωτεινούς σηματοδότες και μερικούς να υπερβαίνουν τα εσκαμμένα στέλνοντας μετά τη λήξη του Μουντιάλ θανατικές απειλές στον παίκτη. Ακόμα και σε ψηφοφορία που διοργάνωσε ο αγγλικός τηλεοπτικός σταθμός "Channel Four" για τους 100 χειρότερους Βρετανούς μέσα στο 1998, ο Μπέκαμ κατάφερε να... χωρέσει, καταλαμβάνοντας την 91η!


Όλη αυτή η ανελέητη κριτική έφερε στο φως της δημοσιότητας σενάρια περί αποχώρησής από την Αγγλία προκειμένου να βρει την (χαμένη) ηρεμία του, όμως εκείνος πήρε την απόφαση να παραμείνει στην Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ και δικαιώθηκε πανηγυρικά. Σε μία "ιδιαίτερη" σεζόν για αυτόν, όπου κάθε φορά που αγωνιζόταν εκτός έδρας στο πρωτάθλημα με τη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ άκουγε τα... σχολιανά του, όχι μόνο δεν "έσπασε", αλλά ήταν ίσως ο καλύτερος "Μπεκς" που είχε εμφανιστεί ποτέ στα γήπεδα της Premier League.


Έπαιξε συνολικά σε 55 παιχνίδια σε όλες τις διοργανώσεις (ποτέ άλλοτε στην 20ετή καριέρα του δεν έχει αγωνιστεί σε περισσότερα ματς μέσα σε μία σεζόν) πετυχαίνοντας 9 γκολ και ήταν από τους καταλυτές στην καλύτερη σεζόν στην ιστορία της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ που την βρήκε να πανηγυρίζει ένα απίστευτο τρεμπλ. Ο "Μπεκς" είχε βάλει μάλιστα φαρδιά πλατιά την υπογραφή του τόσο στην κατάκτηση της Premier League, σκοράροντας στον τελευταίο αγώνα κόντρα στην Τότεναμ στο "Old Trafford", ισοφαρίζοντας με τρομερό σουτ το γκολ του Λες Φέρντιναντ, λίγο πριν ο Άντι Κόουλ (Andy Cole) πετύχει το γκολ τίτλου, όσο και στην κατάκτηση του Champions League, με τα δύο γκολ της Γιουνάιτεντ στις καθυστερήσεις του αγώνα με τη Μπάγερν να προέρχονται από δικές του εκτελέσεις κόρνερ!


Μία ακόμα "δικαίωση" για τον "Μπεκς" είχε έρθει και λίγους μήνες νωρίτερα όταν στο πλαίσιο της κόντρας της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ με την Ίντερ για τα προημιτελικά του Champions League, ο Ντιέγο Σιμεόνε εξομολογήθηκε: 
"Ας πούμε πως ο διαιτητής έπεσε στην παγίδα. Ήταν δύσκολο για εκείνον να μην πάρει εκείνη την απόφαση επειδή έπεσα πειστικά στο έδαφος και υπήρχε μεγάλη ένταση. Θα μπορούσατε να πείτε πως ο τρόπος που έπεσα άλλαξε το χρώμα της κάρτας που ήταν να βγει για τον Μπέκαμ από κίτρινη σε κόκκινη. Η πραγματικότητα είναι πως η πιο σωστή τιμωρία θα ήταν η κίτρινη κάρτα. Προφανώς ήμουν έξυπνος και πέφτοντας κάτω υποχρέωσα τον διαιτητή να βγάλει αμέσως την κόκκινη κάρτα. Δεν ήταν βίαιο το χτύπημα, απλά μία αδύναμη κλωτσιά που πιθανότατα ήταν ενστικτώδης κίνηση από πλευράς του Μπέκαμ. Ο διαιτητής ήταν εκεί, δύο βήματα απόσταση, και μάλλον τιμώρησε την πρόθεσή του να μου ανταποδώσει το χτύπημα που του είχα δώσει..."

Ο Μπέκαμ είχε αφήσει πάντως αυτό το περιστατικό πίσω του: οι εντυπωσιακές εμφανίσεις του μέσα στο 1999 τον έφεραν δεύτερο, πίσω από τον Ριβάλντο, στην ψηφοφορία για τον Κορυφαίο Ποδοσφαιριστή της Χρονιάς στην Ευρώπη και για τον Κορυφαίο Ποδοσφαιριστή της Χρονιάς από τη FIFA ενώ τον Μάιο του 2000 πανηγύρισε το πιο "εύκολο" πρωτάθλημα στην καριέρα του, με τη Γιουνάιτεντ να παίρνει τον τίτλο με 18 βαθμούς διαφορά από την Άρσεναλ! Το Euro 2000 στα γήπεδα των Κάτω Χωρών (Ολλανδία/Βέλγιο) ήταν πλέον το νέο στοίχημα για τον Μπέκαμ, όμως το δυσάρεστο για την Αγγλία ήταν πως κάποια μυαλά ήταν κολλημένα στο... 1998. Η ήττα των "λιονταριών" στην πρεμιέρα του τουρνουά με 3-2 από την Πορτογαλία, σε ένα ματς που προηγήθηκαν μάλιστα 2-0 με τα γκολ των Σκόουλς στο 3' και Στιβ ΜακΜάναμαν (Steve McManaman) στο 18', έφερε οργή στους οπαδούς και στο στόχαστρο βρέθηκε πάλι ο Μπέκαμ.


Τα μικρόφωνα ήταν αρκετά κοντά για να καταγράψουν εμετικά συνθήματα εις βάρος του -ενός χρόνου- γιου του Μπέκαμ, ο παίκτης εξερράγη υψώνοντας το μεσαίο δάχτυλο στους υβριστές του ίδιου και της οικογένειάς του (παντρεμένος από το 1999 με τη Βικτόρια Άνταμς) και στη συνέντευξη Τύπου μετά το ματς ο Κέβιν Κίγκαν (Kevin Keegan) έβαλε τα πράγματα στη θέση τους. Στήριξε 100% τον παίκτη του και το μήνυμα αυτό πέρασε και στα αγγλικά μίντια, που την επόμενη ημέρα "απαίτησαν" από τους οπαδούς να σταματήσουν αυτόν τον ανίερο πόλεμο εις βάρος ενός διεθνή ποδοσφαιριστή.


Έστω και δύο χρόνια αργότερα συνειδητοποίησαν πως και εκείνα με τη στάση τους είχαν ρίξει (μπόλικο) λάδι στη φωτιά... Στις 15 Νοεμβρίου του 2000 και ενώ είχε μεσολαβήσει η παραίτηση του Κέβιν Κίγκαν από την τεχνική ηγεσία (ελέω του αποκλεισμού της Αγγλίας στη φάση των ομίλων του Euro 2000 αλλά και της ήττας από τη Γερμανία στο "Wembley" για τα προκριματικά του Μουντιάλ 2002), ο Ντέιβιντ Μπέκαμ πήρε το περιβραχιόνιο του αρχηγού από τον υπηρεσιακό τεχνικό Πίτερ Τέιλορ (Peter Taylor) για το φιλικό κόντρα στην Ιταλία, κίνηση με την οποία έμπαιναν οριστικά στο χρονοντούλαπο της ιστορίας δύο χρόνια άγριας -και συνάμα άδικης- "καταδίωξης" του Άγγλου άσου από οπαδούς και Τύπο.


Το περιβραχιόνιο το διατήρησε και μετά την πρόσληψη του Σβεν-Γκόραν Έρικσον (Sven-Göran Eriksson) στην τεχνική ηγεσία το 2001. O Σουηδός έγινε μάλιστα ο πρώτος ξένος τεχνικός στην ιστορία της εθνικής Αγγλίας. Αφού πρώτα ηγήθηκε του ιστορικού θριάμβου με 5-1 επί της Γερμανίας στο Μόναχο, ήρθε το ματς της 6ης Οκτωβρίου του 2001 απέναντι στην Εθνική Ελλάδας για να αποκατασταθεί την ιστορία και από δαχτυλοδειχτούμενος να μετατραπεί σε ήρωας ενός ολόκληρου έθνους!


Ήταν το τελευταίο ματς της προκριματικής φάσης του Μουντιάλ και η Αγγλία χρειαζόταν τουλάχιστον έναν βαθμό για να προκριθεί απευθείας στα τελικά. Όμως αν και αδιάφορη βαθμολογικά η Ελλάδα, στήθηκε εξαιρετικά από τον Ότο Ρεχάγκελ (Otto Rehhagel) και έφτασε μία ανάσα από το να κάνει "τρελό χουνέρι" στους γηπεδούχους. Ο Άγγελος Χαριστέας άνοιξε το σκορ με συρτό διαγώνιο σουτ στο 36' παγώνοντας το "Old Trafford" και χρειάστηκε να φτάσουμε στο 68' για την ισοφάριση της Αγγλίας με ανάποδη κεφαλιά του Τέντι Σέριγχαμ (Teddy Sheringham), μετά από εξαιρετική εκτέλεση φάουλ του Μπέκαμ. Ένα λεπτό αργότερα όμως η "γαλανόλευκη" έκανε ξανά 75.000 θεατές να σιωπήσουν, με τον Ντέμη Νικολαΐδη να νικάει με κοντινό πλασέ τον Νάιτζελ Μάρτιν (Nigel Martyn) για το 2-1 και να αναγκάζει τους Άγγλους να αρχίσουν σιγά σιγά να σκέφτονται το ενδεχόμενο των μπαράζ... Εκεί όμως μίλησε η στόφα του αρχηγού, του ηγέτη, του ανθρώπου που δεν ήταν διατεθειμένος να χάσει (ένα ματς και ίσως μία πρόκριση), μπροστά μάλιστα στο φίλαθλο κοινό του Μάντσεστερ που τον είχε περιβάλλει με τόση αγάπη όλα αυτά τα χρόνια. Μετά το φάουλ που υπέδειξε ο Ντιρκ Γιολ (Dirk Jol) σε μαρκάρισμα του Κώστα Κωνσταντινίδη πάνω στον Σέριγχαμ, στις καθυστερήσεις ο Ντέιβιντ Μπέκαμ έτρεξε "σφαίρα", γράπωσε τη μπάλα και έκανε νόημα σε όλους πως εκείνος θα αναλάμβανε το χτύπημα.


Είχε ήδη τρέξει πάνω από 15 χιλιόμετρα στο ματς και η μπάλα ήταν πολλά μέτρα μακριά από τη μεγάλη περιοχή όμως στο 93ο λεπτό ποιος άλλος άραγε θα αναλάμβανε αυτή το βαρύ φορτίο για το τελευταίο σουτ; Ο "Μπεκς" πήρε το ρίσκο, εκτέλεσε το τέλειο φάουλ που άφησε... μαρμαρωμένο τον Αντώνη Νικοπολίδη (τον είχε νικήσει με τον ίδιο τρόπο και στο ματς του Ολυμπιακού Σταδίου) και γράφοντας το τελικό 2-2 στην τελευταία φάση του αγώνα "απογείωσε" ένα ολόκληρο γήπεδο, ένα ολόκληρο έθνος. 
"Έχουμε παίξει 2,5 λεπτά από τις καθυστερήσεις. Η Αγγλία βρίσκεται πίσω στο σκορ με 2-1. Ο  Μπέκαμ μπορεί να σηκώσει την οροφή του γηπέδου με ένα γκολ... Δεν το πιστεύω! Ο Ντέιβιντ Μπέκαμ σκοράρει το τέρμα που πηγαίνει την Αγγλία στην τελική φάση του Μουντιάλ! Δώστε σε αυτόν τον άνδρα τον τίτλο του Ιππότη" 
ήταν το σχόλιο που έγινε κατά τη διάρκεια της απευθείας τηλεοπτικής μετάδοσης του αγώνα μετά τη ζωγραφιά του άσου της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ στο... παρά ένα! 
«Μου είχαν απομένει τόνοι ενέργειας παρά το γεγονός ότι βρισκόμασταν στις καθυστερήσεις του ματς. "Είναι πολύ μακριά για σένα, Τέντι", του είπα. Εμπιστέψου με. Το έχω αυτό". Τίποτα δεν μπορούσε να με σταματήσω από το να αναλάβω εκείνη την εκτέλεση. Αισθάνθηκα σίγουρος, ήρεμος, βέβαιος. Ήξερα ότι μπορούσα να τα καταφέρω»
έχει αναφέρει χαρακτηριστικά στην αυτοβιογραφία του για την συγκεκριμένη φάση ο Μπέκαμ.


Λίγους μήνες αργότερα ψηφίστηκε από το BBC ως η Προσωπικότητα της Χρονιάς για το 2001 από τον χώρο του αθλητισμού ενώ αναδείχτηκε 2ος, πίσω από τον Λουίς Φίγκο (Luis Figo), στην ψηφοφορία της FIFA για τον Κορυφαίο Ποδοσφαιριστή της Χρονιάς στον κόσμο! Το καλοκαίρι του 2002 η Αγγλία βρέθηκε στα γήπεδα της Άπω Ανατολής και εκεί η ποδοσφαιρική μοίρα λες και θέλησε να "ξεπληρώσει" τον Μπέκαμ για όλη την ψυχική ταλαιπωρία που υπέστη τα προηγούμενα χρόνια. Στην πρεμιέρα κόντρα στη Σουηδία ήταν μόλις 60% έτοιμος από φυσική κατάσταση. Προερχόταν από σοβαρό τραυματισμό τον Απρίλιο, με τον Άλντο Ντούσερ (Aldo Duscher) να του κάνει ζημιά στο μετατάρσιο σε ματς της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ με τη Λα Κορούνια. Όμως το ματς με την Αργεντινή δεν το έχανε "ο κόσμος να χαλούσε". Παρά τους πόνους που τον ταλαιπωρούσαν βροντοφώναξε "παρών" και όταν ο Όουεν κέρδισε πέναλτι λίγο πριν το φινάλε του πρώτου ημιχρόνου ήξεραν όλοι ποιος θα το εκτελούσε. Ο Μπέκαμ μετέτρεψε σε γκολ την εσχάτη των ποινών και το πανηγύρισε σαν να επρόκειτο για ένα γκολ σε τελικό που κρίνει κάποιο βαρύτιμο τρόπαιο καθώς έδειξε στους Αργεντινούς την πόρτα της εξόδου από τη διοργάνωση και ταυτόχρονα ξόρκιζε τους δαίμονες του 1998.


Την πόρτα της εξόδου από το Παγκόσμιο Κύπελλο την αντίκρυσε με τη σειρά της η Αγγλία στα προημιτελικά καθώς έπεσε πάνω στην, μετέπειτα παγκόσμια πρωταθλήτρια, Βραζιλία, ενώ στο Euro 2004 ο -άσος πλέον της Ρεάλ Μαδρίτης- Ντέιβιντ Μπέκαμ έμεινε στη μνήμη των περισσοτέρων για δύο χαμένα πέναλτι: το ένα κόντρα στη Γαλλία στην πρεμιέρα των ομίλων που έστειλε τα "λιοντάρια" πάνω στην Πορτογαλία στα προημιτελικά και το χαμένο κόντρα στους διοργανωτές που στοίχισε στην εθνική ομάδα της χώρας του την πρόκριση στους "4". Με την κόκκινη κάρτα που είδε κόντρα στην Αυστρία τον Οκτώβριο του 2005 ο Μπέκαμ έγινε ο πρώτος αρχηγός της εθνικής Αγγλίας που αποβάλλεται σε αγώνα και ο πρώτος παίκτης που αποβάλλεται δύο φορές παίζοντας για την Αγγλία, με το αρνητικό αυτό ρεκόρ να δίνει πάντως τη θέση του σε ένα εντυπωσιακό επίτευγμα λίγους μήνες αργότερα.


Συγκεκριμένα στις 25 Ιουνίου του 2006, όταν η Αγγλία επικράτησε 1-0 του Εκουαδόρ για τη φάση των "16" του Μουντιάλ, με τον Ντέιβιντ Μπέκαμ να πετυχαίνει με φάουλ το νικητήριο γκολ και να γίνεται ο πρώτος Άγγλος ποδοσφαιριστής που σκοράρει σε τρεις τελικές φάσεις Μουντιάλ. Θα επιθυμούσε σίγουρα να γιορτάσει διαφορετικά αυτό το γκολ όμως μετά το ματς υπέφερε από τρομακτική εξάντληση λόγω αφυδάτωσης ενώ στον προημιτελικό κόντρα στην Πορτογαλία δεν μπόρεσε να συνεχίσει μετά το ημίχρονο λόγω τραυματισμού. Η πρόκριση στα ημιτελικά χάθηκε στα πέναλτι (όπως και στο Euro 2004) όπου η Πορτογαλία επιβλήθηκε 3-1 και το φινάλε βρήκε τον "Μπεκς" να ξεσπάει σε κλάματα, ίσως γιατί ήξερε πως είχε χαθεί μία από τις τελευταίες δικές του ευκαιρίες για μία μεγάλη επιτυχία φορώντας το εθνόσημο. Την επόμενη ημέρα μάλιστα του αποκλεισμού ο Μπέκαμ παραχώρησε συνέντευξη Τύπου όπου με εμφανή τη συγκίνησή του ανακοίνωσε την απόφασή του να αποσυρθεί από κάπτεν της Εθνικής Αγγλίας μετά από 58 ματς που φόρεσε το περιβραχιόνιο. «Ήταν τιμή και προνόμιο να ηγούμαι της χώρας μου αλλά αισθάνομαι πως είναι καιρός να παραδώσω το περιβραχιόνιο καθώς μπαίνουμε σε μία νέα εποχή με τον Στιβ ΜακΛάρεν», δήλωσε μεταξύ άλλων, με τον ΜακΛάρεν (Steve McClaren) από την πλευρά του να επιλέγει ως διάδοχό του στην αρχηγία τον κάπτεν της Τσέλσι, Τζον Τέρι (John Terry).


Έχοντας παραδώσει το περιβραχιόνιο ο Μπέκαμ είδε αρχικά τον ΜακΛάρεν να τον αφήνει εκτός εθνικής ομάδας στο πλαίσιο μερικής ανανέωσης όμως μετά από 9 μήνες κλήθηκε ξανά και πήρε μάλιστα μέρος σε ιστορικό φιλικό με τη Βραζιλία την 1η Ιουνίου του 2007 (1-1). Ήταν το παιχνίδι με το οποίο εγκαινιάστηκε το νέο "Wembley" (ο Μπέκαμ έβγαλε μάλιστα την ασίστ για το μοναδικό γκολ της Αγγλίας που σημείωσε με κεφαλιά ο Τέρι) ενώ στο φιλικό της 22ης Αυγούστου με τη Γερμανία έγινε ο πρώτος παίκτης που αγωνίζεται για την Αγγλία προερχόμενος από μη ευρωπαϊκή ομάδα (είχε πάρει μόλις μεταγραφή στους Λος Άντζελες Γκάλαξι).


Στις 21 Νοεμβρίου του 2007 φόρεσε για 99η φορά τη φανέλα με το εθνόσημο, σε ένα ματς που "πονάει" ακόμα τους Άγγλους καθώς γνώρισαν εντός έδρας ήττα με 3-2 από την Κροατία και έμειναν εκτός Euro 2008, ενώ στις 26 Μαρτίου του 2008 έγραψε χρυσή ιστορία: αγωνίστηκε στο φιλικό κόντρα στη Γαλλία στο Παρίσι και έγινε τότε μόλις ο πέμπτος Άγγλος ποδοσφαιριστής με 100 διεθνείς συμμετοχές. Δύο μήνες αργότερα, στο πλαίσιο φιλικής αναμέτρησης με τις ΗΠΑ στο "Wembley", ο αγαπημένος "Μπεκς" των Άγγλων φιλάθλων τιμήθηκε μέσα σε αποθέωση από τον Σερ Μπόμπι Τσάρλτον, λαμβάνοντας ένα χρυσό καπέλο για τις 100 παρουσίες του στην εθνική ομάδα ενώ απέναντι στο Τρινιντάντ και Τομπάγκο (1 Ιουνίου 2008) ο Φάμπιο Καπέλο θέλησε να τον τιμήσει με τον δικό του τρόπο, δίνοντάς του να φορέσει για 59η και τελευταία φορά το περιβραχιόνιο του αρχηγού. Ο Άγγλος σούπερ σταρ εξακολουθούσε να βρίσκεται μέσα στις κλήσεις του Ιταλού τεχνικού και στις 14 Οκτωβρίου 2009 πέρασε στην ποδοσφαιρική αθανασία καθώς έπαιξε για τελευταία φορά με την εθνική Αγγλίας, μπαίνοντας ως αλλαγή στο τελευταίο παιχνίδι της για τα προκριματικά του Μουντιάλ 2010, με αντίπαλο την Λευκορωσία (3-0).


Ένας τραυματισμός στον αχίλλειο τένοντα τον Μάρτιο του 2010 απαγόρευσε οποιαδήποτε σκέψη είχε ο Καπέλο για να τον πάρει στην αποστολή στα γήπεδα της Νοτίου Αφρικής και έτσι είπε αντίο μετά από 115 παιχνίδια (2ος πίσω από τον Πίτερ Σίλτον που έχει 125) και 17 γκολ με την εθνική ομάδα (τα 7 με απευθείας εκτελέσεις φάουλ). Πριν πει όμως το αντίο πρόλαβε να περάσει στην ποδοσφαιρική αθανασία...


PALMARES

Περίοδος: Σύλλογος Συμμετοχές (Γκολ) 

Εφηβική καριέρα

  • Tottenham Hotspur Football Club
  • Brimsdown Rovers Football Club
  • 1991–1993: Manchester United Football Club

 Επαγγελματική καριέρα

  • 1992–2003: Manchester United Football Club, 265 (62)
  • 1994/95: (δανεικός) → Preston North End Football Club, 5 (2)
  • 2003–2007: Real Madrid Club de Fútbol, 116 (13)
  • 2007–2012: Los Angeles Galaxy, 98 (18)
  • 2009: (δανεικός) → Associazione Calcio Milan, 18 (2)
  • 2010: (δανεικός) → Associazione Calcio Milan, 11 (0)
  • 2013: Paris Saint-Germain Football Club, 10 (0)

Σύνολο καριέρας: 523 (97)

 Διεθνής

  • 1992/93: Εθνική Παίδων Αγγλίας, 3 (0)
  • 1994–1996: Εθνική Νέων Αγγλίας, 9 (0)
  • 1996–2009: Αγγλία, 115 (17)

 Τίτλοι

Συλλογικοί

 Με την Manchester United
  • Πρωτάθλημα Αγγλίας: 6 (1995/96, 1996/97, 1998/99, 1999–2000, 2000/01, 2002/03)
  • Κύπελλο Αγγλίας: 2 (1995/96, 1998/99)
  • Κομιούνιτι Σιλντ: 2 (1996, 1997)
  • UEFA Champions League: 1998/99
  • Διηπειρωτικό Κύπελλο: 1999

Με την Real Madrid
  • Πρωτάθλημα Ισπανίας: 2006/07
  • Σούπερ Καπ Ισπανίας: 2003

Με την Los Angeles Galaxy
  • MLS Cup: 2 (2011, 2012)
  • MLS Supporters' Shield: 2010, 2011
  • MLS Western Conference (κανονική Περίοδος): 3 (2009, 2010, 2011)
  • MLS Western Conference (Playoffs): 3 (2009, 2011, 2012)

 Με την Paris Saint-Germain
  • Πρωτάθλημα Γαλλίας: 2012/13

 Διεθνείς

Με την Αγγλία
  • Τουρνουά Γαλλίας: 1997
  • FA Summer Tournament: 2004

 Προσωπικές Διακρίσεις

  • Χρυσή Μπάλα – επιλαχών 1999
  • Παίκτης της Χρονιάς από την FIFA (Ασημένιο Βραβείο): 2 (1999, 2001)
  • Παίκτης του Μήνα για την Premier League: Αύγουστος 1996
  • Καλύτερος Νέος Παίκτης της Χρονιάς από την Ένωση Επαγγελματιών Ποδοσφαιριστών Αγγλίας: 1996/97
  • Καλύτερος Παίκτης της Χρονιάς από τους Οπαδούς της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ: 1996/97[285]
  • Παίκτης της Χρονιάς για την Αγγλία: 2003
  • Μέλος Καλύτερης Ενδεκάδας της Χρονιάς από την Ένωση Ευρωπαίων Δημοσιογράφων Αθλητικού Τύπου: 1998/99
  • Ποδοσφαιριστής της Χρονιάς από την UEFA: 1998/99
  • Μέσος της Χρονιάς από την UEFA: 1998/99
  • Μέλος Καλύτερης Ενδεκάδας της Χρονιάς από την UEFA: 2 (2001, 2003)
  • Βραβεία για την 10ετία της Premier League (1992/93 έως 2001/02):
  • Μέλος Ενδεκάδας της 10ετίας
  • Γκολ της 10ετίας (εναντίον της Wimbledon στις 17 Αυγούστου 1996)
  • Αθλητική Προσωπικότητα της Χρονιάς από το BBC: 2001
  • Αθλητική Προσωπικότητα της Χρονιάς από το BBC -Βραβείο Επιτευγμάτων Καριέρας: 2010
  • Παίκτης της Χρονιάς για την Real Madrid: 2005/06
  • Μέλος Καλύτερης Ενδεκάδας της Χρονιάς από την Ένωση Επαγγελματιών Ποδοσφαιριστών Αγγλίας: 4 (1996/97, 1997/98, 1998/99, 1999–2000)
  • Μέλος της λίστας των 125 Εν Ζωή Καλύτερων Παικτών του Κόσμου, που συνέταξε το 2004 ο Πελέ για τα 100 Χρόνια της FIFA


Ρεκόρ

  • Ο Πρώτος Άγγλος που κέρδισε Πρωτάθλημα Α’ Κατηγορίας σε 4 διαφορετικές Χώρες  (Αγγλία, Ισπανία, Ηνωμένες Πολιτείες, Γαλλία).
  • Ο Πρώτος Άγγλος που σκόραρε σε 3 Παγκόσμια Κύπελλα
  • Ο Πρώτος Βρετανός που αγωνίστηκε σε 100 Αγώνες για το  UEFA Champions League
  • 3ος Όλων των Εποχών σε Ασίστ για την Premier League, με 152 ασίστ σε 265 παρουσίες

ΠΗΓΗ: sport24.gr