Κυριακή, 21 Φεβρουαρίου 2016

Κένι Νταλγκλίς: Ο Βασιλιάς Κένι

Ο Σκωτσέζος επιθετικός Κένι Νταλγκλίς (Kenneth Mathieson "Kenny" Dalglish), γεννήθηκε στις 4 Μαρτίου του 1951, στη Γλασκόβη. Σε μια καριέρα 22 χρόνων, έπαιξε για τη Σέλτικ και τη Λίβερπουλ, κερδίζοντας πολλές τιμητικές διακρίσεις και με τους δύο συλλόγους. Είναι ο ρέκορντμαν συμμετοχών για την εθνική ομάδα της Σκωτίας Όλων των Εποχών με 102 εμφανίσεις, αλλά και -από κοινού- ο Κορυφαίος σκόρερ της, με 30 γκολ. Κέρδισε τη 2η θέση στον διαγωνισμό για τη Χρυσή Μπάλα το 1983, του Καλύτερου Παίκτη της Χρονιάς το 1983 από τους επαγγελματίες συναδέλφους του στο αγγλικό πρωτάθλημα και του Ποδοσφαιριστή της Χρονιάς το 1979 και το 1983 από του επαγγελματίες δημοσιογράφους στην Αγγλία. Το 2009, το περιοδικό «FourFourTwo», τον ονόμασε ως τον Μεγαλύτερο Επιθετικό στο μεταπολεμικό βρετανικό ποδόσφαιρο και το 2006 ήταν πρώτος στη δημοσκόπηση των οπαδών της Λίβερπουλ για τους «100 Παίκτες που Συγκλόνισαν τη KOP», την εξέδρα των φανατικών του συλλόγου. Έχει εγκατασταθεί στα Halls of Fame τόσο του Σκωτσέζικου όσο και του Αγγλικού Ποδοσφαίρου.


Ξεκίνησε την καριέρα του με την Σέλτικ το 1971, κατακτώντας 4 πρωταθλήματα, 4 Κύπελλα και ένα Λιγκ Καπ Σκωτίας με τον σύλλογο. Το 1977, ο προπονητής της Λίβερπουλ, ο Μπομπ Πέισλι (Bob Paisley) κατέβαλε ένα βρετανικό ρεκόρ £ 440.000 στερλινών (£ 2.465.000 σήμερα) για να τον φέρει στο Λίβερπουλ. Τα χρόνια στους «Κόκκινους» ήταν μεταξύ των πιο επιτυχημένων περιόδων του συλλόγου, καθώς ο ίδιος κέρδισε 6 πρωταθλήματα, 2 Κύπελλα, 4 Λιγκ Καπ, 7 Charity Shields, 3 Κύπελλα Πρωταθλητριών και ένα Ευρωπαϊκό Super Cup. Για αυτά τα επιτεύγματα και το στυλ παιχνιδιού του, του είχε δοθεί το παρατσούκλι «Ο Βασιλιάς Κένι» από τους οπαδούς της Λίβερπουλ. Έγινε παίκτης-manager της ομάδας το 1985, μετά την παραίτηση του Τζο Φάγκαν (Joe Fagan), κερδίζοντας επιπλέον 3 πρωταθλήματα, 2 Κύπελλα και 4 Charity Shields, πριν παραιτηθεί το 1991.


Οκτώ μήνες αργότερα, επέστρεψε στη προπονητική για λογαριασμό της Μπλάκμπερν, την οποία οδήγησε, από τη Β’ κατηγορία, στη κατάκτηση της Premier League, το 1995. Λίγο αργότερα παραιτήθηκε από προπονητής για να γίνει ποδοσφαιρικός διευθυντής στο σύλλογο, πριν αποχωρήσει το 1996. Τον Ιανουάριο του 1997, ανέλαβε ως προπονητής τη Νιούκαστλ, τελειώνοντας επιλαχών στην Premier League και φιναλίστ στον τελικό του αγγλικού Κυπέλλου κατά τη διάρκεια της πρώτης σεζόν, αλλά μόλις 13ος στη περίοδο 1997/98, η οποία οδήγησε στην απόλυσή του την επόμενη χρονιά. Ανέλαβε τη Σέλτικ το 1999, κατακτώντας το Λιγκ Καπ Σκωτίας πριν παραιτηθεί το επόμενο έτος.


Μεταξύ του 2000 και του 2010, μαζί με τη σύζυγό του επικεντρώθηκε σε φιλανθρωπικές ανησυχίες, ιδρύοντας το Ίδρυμα Μαρίνα Νταλγκλίς για να συγκεντρώσει χρήματα για τη φροντίδα του καρκίνου. Τον Ιανουάριο του 2011 διορίστηκε υπηρεσιακός προπονητής στη Λίβερπουλ, μετά την απόλυση του Ρόι Χότζσον (Roy Hodgson), να γίνει πρώτος τον Μάιο του 2011. Παρά τη κατάκτηση του Λιγκ Καπ την συμμετοχή στον τελικό του αγγλικού Κυπέλλου, τελείωσε στην 8η θέση στην Πρέμιερ Λιγκ και απολύθηκε τον Μάιο του 2012. Τον Οκτώβριο του 2013, επέστρεψε στο Άνφιλντ, ως μη εκτελεστικό μέλος.


Σε 21 χρόνια καριέρας ως ποδοσφαιριστής, αγωνίστηκε μόνο σε δύο ομάδες. Στην Σέλτικ της Γλασκόβης, ομάδα που ξεκίνησε την καριέρα του και στη Λίβερπουλ. Το 1966, σε ηλικία 15 ετών, πέρασε από δοκιμαστικό στάδιο στη Λίβερπουλ του Μπιλ Σάνκλι (Billy Shankly), αλλά αισθάνθηκε ότι ήταν πολύ μικρός για να φύγει από το πατρικό του και να μετακομίσει στο Μέρσεϊσαϊντ. Στην παιδική του ηλικία συνήθιζε να βρίσκεται στις εξέδρες του γηπέδου της …Ρέιντζερς και να υποστηρίζει τους «διαμαρτυρόμενους»! Μάλιστα, έβλεπε μαζί με τον πατέρα του τα παιχνίδια της ομάδας Νέων του συλλόγου! Στα 16 του υπέγραψε συμβόλαιο με τη Σέλτικ και μόλις οι άνθρωποι της ομάδας κάλεσαν την οικογένειά του για να την ενημερώσουν για την πρόθεσή τους να πάρουν τον Νταλγκλίς, αυτός έτρεξε στο δωμάτιό του και κατέβασε κατευθείαν τις αφίσες της Ρέιντζερς!


Αγωνιζόταν ως επιθετικός και ξεκίνησε την επαγγελματική του καριέρα στο ποδόσφαιρο, το 1969. Έμεινε στην Σέλτικ έως το 1977 και κατέκτησε 4 φορές το Πρωτάθλημα, 4 φορές το Κύπελλο και μια φορά το Λιγκ καπ Σκωτίας. Στις 10 Αυγούστου του 1977, μετά από 269 εμφανίσεις και 167 γκολ, κατά μέσο όρο ένα γκολ κάθε 1,6 παιχνίδια, μετακόμισε στο Λίβερπουλ για λογαριασμό της ομώνυμης ομάδας.


Στην Αγγλία, στην αρχή υπήρχαν διαφωνίες για το αν θα καταφέρει να διαδεχθεί επάξια τον λατρεμένου του «ΚOP», Κέβιν Κίγκαν (Kevin Keegan), που μετακόμισε στο Αμβούργο, αλλά άμεσα ο Σκωτσέζος άρχισε να γράφει την δική του ιστορία με την φανέλα της Λίβερπουλ. Ο «βασιλιάς Κένι όπως τον αποκαλούν στην κόκκινη πλευρά του μεγάλου αγγλικού λιμανιού, κατάφερε πολύ περισσότερα από τον προκάτοχο του στη φανέλα με το № 7 και συνέδεσε το όνομα του με την πιο χρυσή εποχή της  ομάδας του Μέρσισαϊντ.


Κατέκτησε με την ομάδα 6 πρωταθλήματα, ένα Κύπελλο, 4 Λιγκ Καπ Αγγλίας και 5 Τσάριτι Σίλντ. Φυσικά, ξεχωρίζουν τα 3 Κύπελλα Πρωταθλητριών Ομάδων Ευρώπης. που κατέκτησε το 1978, το 1981 και το 1984. Κατέκτησε και ένα Ευρωπαϊκό Σούπερ Καπ. Για τις επιδόσεις του το αγγλικό περιοδικό «Four-Four-Two» τον έχει ανακηρύξει ως τον μεγαλύτερο μεταπολεμικό επιθετικό της Βρετανίας!


Μέχρι και την αγωνιστική περίοδο 1980/81, ο Νταλγκλίς δεν είχε χάσει ούτε ένα ματς πρωταθλήματος! Η συνεργασία του με τον Ίαν Ρας ήταν από τις πιο εποικοδομητικές στην ιστορία του αγγλικού ποδοσφαίρου.Σε 515 ματς με τη Λίβερπουλ σημείωσε 172 γκολ ενώ προηγουμένως, με τη φανέλα της Σέλτικ, είχε 167 γκολ σε 320 παρουσίες, σε όλες τις διοργανώσεις.

Είναι, με 102 εμφανίσεις, ο ποδοσφαιριστής με τις περισσότερες συμμετοχές στην ιστορία της Εθνικής Σκωτίας έχοντας σημειώσει παράλληλα και 30 γκολ.


Το 1985, όντας ακόμη εν ενεργεία ποδοσφαιριστής, έγινε παίκτης-προπονητής στην Λίβερπουλ, διαδεχόμενος τον Τζο Φάγκαν (Joe Fagan) στην τεχνική ηγεσία. Ήταν ο πρώτος της προπονητής που ήταν ταυτόχρονα και παίκτης της! Η χρονιά ήταν επιτυχημένη, καθώς η Λίβερπουλ κατέκτησε το πρωτάθλημα αλλά και το κύπελλο στην Αγγλία. Μάλιστα, ήταν αυτός που πέτυχε το γκολ στο «Στάμφορντ Μπριτζ» για να πάρουν οι «κόκκινοι» τον τίτλο. 

Η επόμενη χρονιά ήταν χωρίς κάποιον τίτλο, ενώ και το αστέρι της ομάδας, ο Ίαν Ρας (Ian Rush) πουλήθηκε στη Γιουβέντους. Το 1988, η Λίβερπουλ κατέκτησε το πρωτάθλημα, με τον αντικαταστάτη του Ρας, Τζον Άλντριτζ (John Aldridge) να είναι o πρώτος σκόρερ της ομάδας. Όμως η χρονιά έκρυβε και μια δυσάρεστη για την Λίβερπουλ έκπληξη, καθώς έχασε στον τελικό του κυπέλλου Αγγλίας από την Γουίμπλετον, ομάδα της δεύτερης κατηγορίας, με 1-0.


Το 1989, ο Ιαν Ρας επέστρεψε στη Λίβερπουλ, βοηθώντας την να κατακτήσει άλλο ένα Κύπελλο Αγγλίας, πάντα με τον 38χρονο πια Κένι Νταλγκλίς ως προπονητή, στη τελευταία του σεζόν ως ποδοσφαιριστή. Το 1990 κατέκτησε το τελευταίο πρωτάθλημα, μέχρι σήμερα, της Λίβερπουλ. Αν και η ποινή αποκλεισμού των Αγγλικών ομάδων από τις Ευρωπαϊκές Διασυλλογικές Διοργανώσεις, έληξε το 1990, στη Λίβερπουλ επιβλήθηκε άλλη μία χρονιά επιπλέον.

Πρόσθεσε στη συλλογή του ως προπονητής άλλα 3 πρωταθλήματα, 2 κύπελλα, ένα Σούπερ Καπ (το μοναδικό στην ιστορία του αγγλικού ποδοσφαίρου που διοργανώθηκε μετά τον αποκλεισμό των αγγλικών ομάδων από τις ευρωπαϊκές διοργανώσεις για την  τραγωδία  του «Χέιζελ» τον Μάιο του 1985) και 4 Τσάριτι  Σιλντ  πριν αιφνιδιαστικά τους εγκαταλείψει στις 22 Φεβρουαρίου του 1991, μόλις δύο μέρες μετά από ισοπαλία με την Έβερτον, με σκορ 4-4 στο «Γκούντισον Παρκ» για το Κύπελλο Αγγλίας. Επικαλέστηκε λόγους υγείας για την απόσυρσή του από τον σύλλογο, αδυνατώντας να αντέξει το σοκ της τραγωδίας του «Χίλσμπορο», οκτώ μήνες νωρίτερα, με τον θάνατο 96 οπαδών της ομάδας.

Άφησε την ομάδα στην κορυφή της βαθμολογίας με μέσο όρο τερμάτων 2,58 ανά ματς έπειτα από 24 αγωνιστικές και η παραίτησή του ανακοινώθηκε από μεγάφωνα στον σταθμό Lime Street. Έπειτα από την πρώτη του εμπειρία στην προπονητική, σε 381 ματς είχε 223 νίκες με 732 γκολ.

Αξίζει ξεχωριστή μνεία για την συνεισφορά του στη μεγαλύτερη τραγωδία του αγγλικού ποδοσφαίρου και την πιο μελανή σελίδα στα χρονικά της Λίβερπουλ. Ο «King Kenny» ήταν προπονητής της Λίβερπουλ την αποφράδα 15η Απριλίου του 1989, όταν 96 οπαδοί της ομάδας δεν επέστρεψαν ποτέ στο σπίτι τους έχοντας θελήσει να δουν από κοντά τον ημιτελικό του Κυπέλλου απέναντι στη Νότιγχαμ Φόρεστ, στο Χίλσμπορο. Από την πρώτη στιγμή προσπάθησε όσο μπορούσε να σταθεί δίπλα στις οικογένειες των θυμάτων και να κυνηγήσει τη δικαίωση που ήρθε βέβαια πολλά χρόνια αργότερα κι έπειτα από μεγάλο αγώνα και κόπο της επιτροπής που συστάθηκε. Φρόντισε ώστε να δώσουν το «παρών» εκπρόσωποι του συλλόγου σε όσο το δυνατόν περισσότερες κηδείες των οπαδών μετά από την μαύρη εκείνη μέρα, ενώ σε πολλές παραβρέθηκε και ο ίδιος. Μαζί με τις οικογένειες των θυμάτων, πάλεψε κι αυτός για να έρθει επιτέλους η δικαίωση για τα ακριβή αίτια που οδήγησαν στον θάνατο των 96 οπαδών.


Οχτώ μήνες αργότερα, τον Οκτώβριο του 1991, προκάλεσε έκπληξη η απόφαση του να αναλάβει την, τότε ομάδα της δεύτερης κατηγορίας, Μπλάκμπερν Ρόβερς. Το 1992 επιστρέφει με την ομάδα στην Πρέμιερ Λιγκ για πρώτη φορά μετά το 1966! Το καλοκαίρι του 1992, προχωράει στην ακριβότερη μεταγραφή – για εκείνη την εποχή – στη Βρετανία, αποκτώντας τον Άλαν Σίρερ (Alan Shearer). Το 1995 καταφέρνει να φτάσει με την Μπλάκμπερν στην κατάκτηση του πρωταθλήματος, σε μία από τις μεγαλύτερες εκπλήξεις στην ιστορία του. Έγινε μόλις ο τέταρτος προπονητής στην ιστορία του αγγλικού ποδοσφαίρου που οδήγησε δύο ομάδες στην κατάκτηση του πρωταθλήματος, μετά τους Τομ Γουότσον, Χέρμπερτ Τσάπμαν και Μπράιαν Κλαφ.


Άφησε τον πάγκο της ομάδας στις 25 Ιουνίου του 1995 και έγινε Ποδοσφαιρικός Διευθυντής της ομάδας. Οι συνεχόμενες αποτυχίες και η κακή πορεία στο Τσάμπιονς Λιγκ, είχαν εγείρει ερωτηματικά για την ακριβή φύση της συμμετοχής του στον σύλλογο. Σταμάτησε τη συνεργασία του με την Μπλάκμπερν, «κοινή συναινέσει», σχεδόν αμέσως μετά την αποχώρηση του Άλαν Σίρερ (Alan Shearer), τον οποίο είχε συμβουλέψει να πάει στην Νιούκαστλ.

Στις 13 Ιανουαρίου του 1997 ανέλαβε την Νιούκαστλ αντικαθιστώντας τον Κέβιν Κίγκαν (Kevin Keegan) και οδηγεί την ομάδα στην δεύτερη θέση του πρωταθλήματος. Η κακή πορεία όμως την επόμενη σεζόν αρχίζει να φθείρει την εικόνα του στο Νιούκαστλ. Έτσι, στην αρχή της επόμενης σεζόν, απολύθηκε.


Τον Ιούνιο του 1999 διορίστηκε διευθυντής του ποδοσφαιρικού τμήματος στην Σέλτικ της Γλασκόβης, με τον Τζον Μπαρνς (John Barnes) ως προπονητή. Ο Μπαρνς απολύθηκε τον Φεβρουάριο του 2000 και ο Νταλγκλίς διορίστηκε προπονητής της ομάδας. Την οδήγησε στην κατάκτηση του Λιγκ Καπ Σκωτίας, όπου στον τελικό η Σέλτικ κέρδισε την Αμπερντίν με 2-0 . Έφυγε από τη ομάδα λίγο αργότερα, ανοίγοντας το δρόμο στον Μάρτιν Ο'Νηλ να εγκαινιάσει μια νέα περίοδο της κέλτικης κυριαρχίας στο σκωτσέζικο ποδόσφαιρο.


Τον Απρίλιο του 2009 ο τότε προπονητής της Λίβερπουλ, Ράφα Μπενίτεθ  (Rafael Benítez), πλησίασε τον Νταγκλις σχετικά με τη δυνατότητα επιστροφής του στο σύλλογο, με ένα ρόλο στην ακαδημία της ομάδας. Τον Ιούλιο του ίδιου έτους ο διορισμός αυτός επιβεβαιώθηκε. Όταν ο Μπενίτεθ αποχώρησε από τη θέση του προπονητή, ο Νταλγκλίς κλήθηκε να βοηθήσει το σύλλογο να βρει αντικαταστάτη του. Πρότεινε τον Ρόι Χόγκτσον  (Roy Hodgson) που την προηγούμενη χρονιά είχε οδηγήσει τη Φούλαμ στον τελικό του Γιουρόπα Λιγκ. Ωστόσο, μια μέτρια αρχή στη σεζόν 2010/11, οδήγησε τους οπαδούς της ομάδας σε συνθήματα επιστροφής του Νταλγκλίς στην θέση του προπονητή της ομάδας. Στις 8 Ιανουαρίου του 2011, μετά την απόλυση του Χόγκστον, ο Νταγκλίς ανέλαβε ως υπηρεσιακός προπονητής την ομάδα ως το τέλος της σεζόν. Την περίοδο 2011/12  την οδήγησε στην κατάκτηση ενός ακόμα Λιγκ Καπ και από τον Οκτώβριο του 2013 είναι  μέλος του διοικητικού συμβουλίου της.



H καριέρα του Κένι Νταλγκλίς σε αριθμούς
  • 440.000... λίρες. Αυτό είναι το ποσό (ρεκόρ για το βρετανικό ποδόσφαιρο εκείνη την εποχή) που πλήρωσε ο Μπομπ Πέισλι στη Σέλτικ τον Αύγουστο του 1977, προκειμένου να αναπληρώσει το κενό του Κέβιν Κίγκαν που είχε αφήσει τη Λίβερπουλ για το Αμβούργο.
  • 30.461... οπαδοί έδωσαν το "παρών" σε παιχνίδι προς τιμήν του Νταλγκλίς, που έγινε στο Άνφιλντ το 1990. Αντίπαλοι στο ξεχωριστό αυτό ματς ήταν Λίβερπουλ και Ρεάλ Σοθιεδάδ, με τους "κόκκινους" να επικρατούν 3-1.
  • 9.394... ημέρες πέρασαν από τότε που πρωτοανέλαβε το τιμόνι της Λίβερπουλ προκειμένου να κοουτσάρει για πρώτη φορά τους "κόκκινους" σε ευρωπαϊκό αγώνα (0-0 με τη Σπάρτα στην Πράγα).
  • 836... τα ματς στα οποία αγωνίστηκε σε συλλογικό επίπεδο.
  • 515... οι εμφανίσεις του με τη φανέλα της Λίβερπουλ.
  • 339... τα γκολ που έχει πετύχει στην καριέρα του για Σέλτικ και Λίβερπουλ.
  • 321... φορές φόρεσε τη φανέλα της Σέλτικ.
  • 307... τα ματς που κάθησε στον πάγκο στην πρώτη θητεία του στο "Άνφιλντ", από το 1985 μέχρι το 1991.
  • 259... ματς χρειάστηκε για να σκοράρει 100 φορές στο πρωτάθλημα.
  • 192... νίκες μετράει μέχρι στιγμής και στις δύο θητείες του στην τεχνική ηγεσία της Λίβερπουλ.
  • 180... οι συνεχόμενες εμφανίσεις του ως βασικός, από τη σεζόν 1977-78 ως τη σεζόν 1980-81.
  • 172... γκολ για τους "κόκκινους".
  • 167... γκολ για τους "κέλτες".
  • 102... φορές φόρεσε τη φανέλα της Εθνικής Σκωτίας και έγινε ο πρώτος Σκωτσέζος που πέρασε το φράγμα των 100 διεθνών συμμετοχών.
  • 97... λεπτά χρειάστηκε για να πετύχει το πρώτο του γκολ με τη Λίβερπουλ. Αφού απέτυχε να βρει δίχτυα σε αγώνα κόντρα στη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ για το Τσάριτι Σιλντ, ο "βασιλιά Κένι" κατάφερε να σκοράρει μετά από μόλις επτά λεπτά στο ντεμπούτο του στο πρωτάθλημα, απέναντι στη Μίντλεσμπρο στο "Ayresome Park".
  • 61... παρουσίες για την ομάδα της καρδιάς του ως παίκτης-προπονητής.
  • 41... γκολ με τη Σέλτικ τη σεζόν 1972-1973.
  • 38... ετών έπαιξε το τελευταίο του παιχνίδι για τη Λίβερπουλ το Μάιο του 1990, μπαίνοντας ως αλλαγή στη θέση του Γιαν Μόλμπι σε ματς κόντρα στη Ντέρμπι.
  • 37... συνεχόμενους αγώνες έμεινε αήττητος ως τεχνικός της Λίβερπουλ, από τον Αύγουστο του 1987 μέχρι το Φεβρουάριο του 1988.
  • 37... τέρματα πέτυχε τη σεζόν 1967-1968 για την Κούμπερναλντ Γιουνάιτεντ, ομάδα στην οποία αγωνίστηκε πριν πάει στη Σέλτικ.
  • 31... γκολ σημείωσε στην πρώτη σεζόν του στο "Άνφιλντ".
  • 30... τα τέρματα που πέτυχε για την Εθνική Σκωτίας, ρεκόρ που μοιράζεται με τον Ντένις Λόου (ο Νταλγκλίς είχε πάντως 102 συμμετοχές έναντι μόλις 55 του Λόου).
  • 23... γκολ σε 49 εμφανίσεις, στην πρώτη του σεζόν ως βασικός στη Σέλτικ.
  • 19... τρόπαια κατέκτησε με τη φανέλα της Λίβερπουλ, μέσα σε 13 μόλις σεζόν.
  • 15... φορές εμφανίστηκε στο "Γουέμπλεϊ" ως παίκτης της Λίβερπουλ.
  • 15... ετών ήταν όταν δοκιμάστηκε για πρώτη φορά στη Λίβερπουλ το 1966. Έπαιξε σε έναν αγώνα της Β' ομάδας κόντρα στη Σάουθπορτ, αλλά δεν κατάφερε να βρει θέση στην ομάδα.
  • 11... τα ματς στα οποία έχει καθήσει φέτος στον πάγκο της Λίβερπουλ, από τη στιγμή που αντικατέστησε τον Ρόι Χόντσον.
  • 10... τίτλους πανηγύρισε με τη φανέλα της Σέλτικ.
  • 10... φορές σκόραρε για λογαριασμό της Λίβερπουλ στο Κύπελλο Πρωταθλητριών.
  • 8... τα πρωταθλήματα που κατέκτησε με τη Λίβερπουλ: στα πέντε ήταν παίκτης και στα άλλα τρία ήταν παίκτης/προπονητής.
  • 7... ήταν το νούμερο στη φανέλα του.
  • 4...φορές ανακηρύχτηκε Προπονητής της Χρονιάς με τις Λίβερπουλ και Μπλάκμπερν.
  • 3... είναι τα χρυσά μετάλλιά του από τα ισάριθμα Κύπελλα Πρωταθλητριών που κατέκτησε -μέσα σε μία οκταετία μάλιστα- με την ομάδα του Μέρσισαϊντ.
  • 3... φορές πήρε μέρος σε τελική φάση Παγκοσμίου Κυπέλλου με τη Σκωτία. Θα μπορούσε να πάει και τέταρτη φορά σε αυτή τη μεγάλη γιορτή του ποδοσφαίρου αλλά ένας τραυματισμός στο γόνατο του στέρησε τη συμμετοχή στο Μουντιάλ του 1986.
  • 2... νίκες μετράει σε ισάριθμους τελικούς Κυπέλλου Αγγλίας μεταξύ της Λίβερπουλ και της Έβερτον (1986, 1989).
  • 2... φορές πήρε τον βραβείο για τον Ποδοσφαριστή της Χρονιάς, με την τιμητική αυτή διάκριση να του απονέμεται από τους Άγγλους αθλητικούς συντάκτες.
  • 2... φορές πέτυχε χατ-τρικ για τη Λίβερπουλ, με αντιπάλους τις Ρέξαμ και Μάντσεστερ Σίτι.
  • 1... το Μετάλλιο Τιμής της Βρετανικής Αυτοκρατορίας που παρέλαβε για τις υπηρεσίες  που έχει προσφέρει στο ποδόσφαιρο.
  • 1... κόκκινη κάρτα αντίκρυσε στην καριέρα του, αυτήν κόντρα στη Μπενφίκα τη σεζόν 1984-85.




Έχουν πει για το θρυλικό "№ 7" της Λίβερπουλ

"Ο Κένι είναι ο καλύτερος παίκτες που έχει φορέσει ποτέ την κόκκινη φανέλα και είναι ο αδιαμφισβήτητος βασιλιάς της Λίβερπουλ".
Φιλ Νιλ


"Δεν έχω δει κανέναν σε αυτή τη χώρα να τον φτάνει. Μπορώ να σκεφτώ μόνο δύο παίκτες που μπορούν να μπουν μπροστά από αυτόν, ο Πελέ και πιθανότατα ο Κρόιφ. Ήταν καλύτερος από τον Μαραντόνα, τον Ρουμενίγκε ή τον Πλατινί. Θα έλεγα ότι στην ημέρα του ήταν, χωρίς την παραμικρή σκιά αμφιβολίας, ο κορυφαίος ποδοσφαιριστής στον κόσμο".

Γκρέιαμ Σούνες


"Είναι ένας από τους καλύτερους παίκτες που έχω δει πτέ και ένας από τους καλύτερους παίκτες στην ιστορία του ποδοσφαίρου".

Φραντς Μπεκενμπάουερ


"Για μένα δεν είναι απλά ο καλύτερος παίκτης στην ιστορία της Λίβερπουλ αλλά πιθανότατα ο καλύτερος παίκτης που έχει βγάλει ποτέ το ποδόσφαιρο της Μεγάλης Βρετανίας. Είμαστε ο πιο επιτυχημένος σύλλογος και αυτός είναι ο καλύτερος παίκτης οπότε δεν νομίζω ότι υπάρχει κανείς που να τον ξεπερνάει".

Τζέιμι Κάραγκερ


"Όταν αναγκάστηκα να πουλήσω τον Κίγκαν στο Αμβούργο -και δεν είχαμε άλλη επιλογή επειδή ο Κέβιν ήθελε να πάει στην Ευρώπη- δεν πίστευα ότι θα ήταν δυνατό να τον αντικαταστήσουμε επάξια. Και όμως το κάναμε τόσο εύκολα αγοράζοντας τον Κένι από τη Σέλτικ. Από πολλές πλευρές ήταν καλύτερος παίκτης για τη Λίβερπουλ απ'ότι ήταν ο Κέβιν. Ο Κένι είναι πρότυπο επαγγελματία και ήταν η καλύτερη μεταγραφή που κάναμε ποτέ, τόσο απλά".

Μπομπ Πέισλι


"Ο Κένι είχε μία απίστευτη διορατικότητα και δύναμη ως παίκτης. Είχε πραγματική αίσθηση του χώρου και των παικτών που ήταν γύρω του. Διέθετε τρομερή ισορροπία, ήξερε να τελειώνει τις φάσεις και ήταν θαρραλέος. Ο κόσμος συχνά ξεχνάει ότι ένα προσόν που οι σπουδαίοι παίκτες χρειάζονται είναι το θάρρος. Ο Κένι είναι τόσο γενναίος όσο ένα λιοντάρι. Μπορεί να δεχόταν χτυπήματα από όλους τους αντιπάλους μέσα στο γήπεδο αλλά επέστρεφε για περισσότερα. Ο Κένι είναι ο άνθρωπος στον οποίο θα έχω πάντα σεβασμό".

Άλεξ Φέργκιουσον


"Ο Κένι είναι ήρωάς μου και είναι ο καλύτερος παίκτης που έχει φορέσει ποτέ την κόκκινη φανέλα".

Στίβεν Τζέραρντ


"Ο Κένι Νταλγκλίς θα ήταν η πρώτη επιλογή μου για τον καλύτερο παίκτη όλων των εποχών στη Λίβερπουλ επειδή ήταν ένας σπουδαίος παίκτης με πολλές αρετές".

Ράφα Μπενίτεθ


"Ο Κένι είναι ο καλύτερος ποδοσφαιριστής που έχει αγωνιστεί ποτέ στη Λίβερπουλ και ήταν απλά ένας παίκτης φαινόμενο. Ο τρόπος που πρόσεχε τον εαυτό του ήταν υποδειγματικός. Ήταν ένας πραγματικός επαγγελματίας, ένα σπουδαίο ταλέντο και ήταν επιτυχημένος, που είναι και το σημαντικότερο πράγμα".

Ρόι Έβανς


"Ο Κένι Νταλγκλίς είναι ενδεχομένως ένας από τους ωραιότερους ανθρώπους που μπορείς να συναντήσεις, και ως παίκτης η συνεργασία που είχε με τον Ίαν Ρας ήταν μοναδική. Δεν νομίζω ότι θα μπορέσει κάποιος να βρει καλύτερη συνεργασία στο χώρο του ποδοσφαίρου από αυτή μεταξύ του Νταλγκλίς και του Ρας. Μπορώ να θυμηθώ όταν πήγαινα σχόλειο και συνήθιζα να παίρνω το λεωφορείο στο Μέλγουντ. Έβρεχε μία νύχτα και ο Κένι ήρθε προς το μέρος μου και έβαλε στο αμάξι εμένα και τον πατέρα μου, που περιμέναμε στη στάση. Δεν μπορώ να θυμηθώ τί αμάξι ήταν -ίσως μία μεγάλη άσπρη Mercedes- αλλά θυμάμαι ότι είχα συνηθίσει τόσο πολύ τα λεωφορεία που ενθουσιαζόμουν στην ιδέα ότι καθόμουν σε ένα αμάξι, δεν με ένοιαζε αν ήταν Mercedes! Μας πήγε μέχρι σπίτι μου και ήμουν εντελώς συντετριμμένος από το γεγονός ότι δεν είχε δει κανείς τον τεχνικό της Λίβερπουλ να με πετάει σπίτι μου με το αμάξι του. Το οποιοδήποτε παιδί, ανεξάρτητα από ποια ομάδα υποστηρίζει, δεν θα μπορούσε να έχει καλύτερη τύχη από αυτό, έτσι δεν είναι; Από τότε που παίζω, ο Κένι με έχει στηρίξει πολύ αλλά νομίζω ότι ως παίκτης αυτό που έχει καταφέρει δεν μπορεί να χαρακτηριστεί κάτι λιγότερο από εξαιρετικό".

Ρόμπι Φάουλερ


"Ο Κένι είναι απλά ο μεγαλύτερος παίκτης της Λίβερπουλ με τον οποίο έχω συνεργαστεί και έφτιαξε πάρα πολλά τέρματά μου. Μου έδωσε την αυτοπεποίθηση που χρειαζόμουν. Όποτε ο Κένι είχε τη μπάλα ήξερα πάντα ότι θα έψαχνε να με βρει".

Ίαν Ρας.


"Όταν μεγάλωνα ο ήρωάς μου ήταν ο Ντι Στέφανο. Ο Κένι για μένα ήταν στο ίδιο επίπεδο με τον Ντι Στέφανο. Αυτό είναι το καλύτερο κοπλιμέντο που μπορώ να του κάνω".

Τζορτζ Μπεστ


"Ο Κένι είχε πράγματι έρθει εδώ στο Μέλγουντ σε ηλικία 15 ετών. Ήρθε να δοκιμαστεί και αμέσως μετά επέστρεψε σπίτι του. Ήταν αρκετά χρόνια μετά που ο Μπιλ Σάνκλι συνειδητοποίησε ότι ο Νταλγκλίς είχε περάσει από εδώ ως αγόρι και τρελάθηκε! Είπε "πώς τον χάσαμε;" Ο Κένι είχε απλά το ποδοσφαιρικό μυαλό. Γεννήθηκε με αυτό και δεν μπορείς να το βρεις αυτό σε όλους ανθρώπους. Είχε αυτό το φυσικό πηγαίο ταλέντο".

Ίαν Σέν Τζον.


"Δεν θα μιλήσω ποτέ άσχημα για τον Κένι επειδή ως άτομο είναι φανταστικός. Ως προπονητής νομίζω ότι ήταν φανταστικός επίσης. Δεν είχε και την καλύτερη φάση της καριέρας του στη Νιούκαστλ αλλά πήρε τρόπαια στη Λίβερπουλ ως μάνατζερ και ως παίκτης. Πήρε τον τίτλο στη Μπλάκμπερν ως πρωταθλητής. Μερικές από τις μεταγραφές που έκανε στη Νιούκαστλ δεν έπιασαν αλλά σας λέω, εάν ρωτήσετε οποιοδήποτε παίκτη που ήταν στη Νιούκαστλ επί θητείας Νταλγκλίς, δεν θα έχουν να πουν κακό λόγο απέναντί του επειδή ήταν φανταστικός για τους παίκτες. Σε αντιμετώπιζε ως άνδρα. Σου συμπεριφερόταν με τον τρόπο που ήθελες να σου συμπεριφέρονται".

Άλαν Σίρερ



PALMARES

Περίοδος: Σύλλογος, Συμμετοχές (Γκολ)

Εφηβική καριέρα

  • 1967/68: Cumbernauld United Football Club
  • 1968/69: Celtic Football Club

Επαγγελματική καριέρα

  • 1969–1977: CelticFootball Club , 204 (112)
  • 1977–1990: Liverpool Football Club, 355 (118)

Σύνολο καριέρας: 559 (230)

Διεθνής



  • 1971–1986: Σκωτία, 102 (30)

Προπονητική καριέρα

  • 1985–1991: Liverpool Football Club
  • 1991–1995: Blackburn Rovers Football Club
  • 1997/98: Newcastle United Football Club
  • 2000: Celtic Football Club
  • 2011/12: Liverpool Football Club

Τίτλοι

Ως ποδοσφαιριστής

Με την Celtic
  • Πρωτάθλημα Σκωτίας: 4 (1971/72, 1972/73, 1973/74, 1976/77)
  • Κύπελλο Σκωτίας: 4 (1971/72, 1973/74, 1974/75, 1976/77)
  • Λιγκ Καπ Σκωτίας: 1974/75

Με την Liverpool
  • Πρωτάθλημα Αγγλίας: 6 (1978/79, 1979/80, 1981/82, 1982/83, 1983/84, 1985/86)
  • Κύπελλο Αγγλίας: 1985/86
  • Λιγκ Καπ Αγγλίας: 4 (1980/81, 1981/82, 1982/83, 1983/84)
  • Τσάριτι Σιλντ: 7 ( 1977, 1979, 1980, 1982, 1986, 1988, 1989)
  • Κύπελλο Πρωταθλητριών Ευρώπης: 3 (1977/78, 1980/81, 1983/84)
  • UEFA Super Cup: 1977

Ως προπονητής

Με την Liverpool
  • Πρωτάθλημα Αγγλίας: 3 (1985/86, 1987/88, 1989/90)
  • Κύπελλο Αγγλίας: 2 (1985/86, 1988/89)
  • Λιγκ Καπ Αγγλίας: 2011/12
  • Super Cup: 1985/86
  • Τσάριτι Σιλντ: 4 (1986, 1988, 1989, 1990)

Με την Blackburn Rovers
  • Πρωτάθλημα Αγγλίας: 1994/95
  • Πρωτάθλημα Β’ Κατηγορίας Αγγλίας –Νικητής των Play Off:  1991/92

Με την Celtic
  • Λιγκ Καπ Σκωτίας: 1999–2000

Προσωπικές Διακρίσεις

  • Χρυσή Μπάλα: επιλαχών το 1983
  • Παίκτης της Χρονιάς από την Ένωση Επαγγελματιών Ποδοσφαιριστών Αγγλίας: 1982/83
  • Παίκτης της Χρονιάς από την Ένωση Επαγγελματιών Δημοσιογράφων Αγγλίας: 2 (1978/79, 1982/83)
  • Μέλος του Αγγλικού Ποδοσφαιρικού Hall of Fame (ως παίκτης): 2002
  • Μέλος του Σκωτσέζικου Ποδοσφαιρικού Hall of Fame: 2004
  • Μέλος του Ευρωπαϊκού Ποδοσφαιρικού Hall of Fame (ως παίκτης): 2008

Τιμές

  • Ιππότης του Τάγματος της Βρετανικής Αυτοκρατορίας: 1984
ΠΗΓΕΣ: onsports.gr - sport24.gr - gazzetta.gr

Σάββατο, 20 Φεβρουαρίου 2016

Ζίκο: O Λευκός Πελέ

O Βραζιλιάνος επιθετικός μέσος Αρτούρ Αντούνες Κοΐμπρα, περισσότερο γνωστός ως Ζίκο (Arthur Antunes Coimbra, “Zico”) γεννήθηκε στις 3 Μαρτίου του 1953, στο Κουϊντίνο του Ρίο ντε Τζανέιρο. Συχνά αποκαλoύμενος ως «Λευκός Πελέ», ήταν ένας δημιουργικός παίκτης, προικισμένος με εξαιρετική τεχνική κατάρτιση και διορατικότητα και θεωρείται ως ένας από τους πιο ικανούς εκτελεστές και πασαδόρους στην ποδοσφαιρική ιστορία. Αναμφισβήτητα ο Καλύτερος Παίκτης του Κόσμου στα τέλη της δεκαετίας του 1970 και στις αρχές της δεκαετίας του 1980, θεωρείται ως ένας από τους Καλύτερους πλέι-μέικερς και εκτελεστές φάουλ Όλων των Εποχών, όντας σε θέση να στείλει την μπάλα προς όλες τις κατευθύνσεις. Το 1999, ήρθε 8ος στη ψηφοφορία της FIFA για Ποδοσφαιριστής του Αιώνα και το 2004 ονομάστηκε στον κατάλογο FIFA 100 με τους 125 Μεγαλύτερους Εν Ζωή ποδοσφαιριστές του Κόσμου, που συντάχθηκε από τον Πελέ και τα 100 Χρόνια της FIFA. Ο ίδιος ο "βασιλιάς" Πελέ τον "έχρισε" ως διάδοχο του, αφού είχε δηλώσει πως «όλα αυτά τα χρόνια, αν υπήρξε ένας παίκτης που με πλησίασε πολύ, αυτός ήταν ο Ζίκο!».


Με 48 γκολ σε 71 επίσημες εμφανίσεις για τη Βραζιλία, είναι το 5ος Υψηλότερος Σκόρερ για την «σελεσάο». Την εκπροσώπησε στα Παγκόσμια Κύπελλα του 1978, του 1982 και του 1986. Δεν κέρδισε καμιά από αυτές τις διοργανώσεις, παρόλο που η ομάδα του 1982 θεωρείται μια από τις Μεγαλύτερες Εθνικές Ομάδες Όλων των Εποχών. Θεωρείται ένας από τους Καλύτερους Παίκτες στην ιστορία του ποδοσφαίρου κι ας μη κατέκτησε ένα Παγκόσμιο Κύπελλο. Επιλέχτηκε ως Ποδοσφαιριστής της Χρονιάς το 1981 και το 1983.


Έχει προπονήσει την ιαπωνική εθνική ομάδα, συμμετέχοντας στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 2006 και κατακτώντας το Κύπελλο Εθνών Ασίας του 2004 και Φενέρμπαχτσε, φτάνοντας στους προημιτελικούς στο Champions League του 2007/08. Τον Σεπτέμβριο του 2009, ανέλαβε τον Ολυμπιακό για να απολυθεί τέσσερις μήνες αργότερα. Για ένα σύντομο διάστημα ασχολήθηκε και με την πολιτική, διατελώντας Υπουργός Αθλητισμού της Βραζιλίας (1990).


Όπως όλα τα Βραζιλιανάκια, πέρναγε τον περισσότερο από το χρόνο του στις αλάνες παίζοντας ποδόσφαιρο και ονειρευόταν πως μια μέρα θα γίνει επαγγελματίας ποδοσφαιριστής. Σε ηλικία 14 ετών, το 1967 ήταν έτοιμος να ταξιδέψει στις Ηνωμένες Πολιτείες για να δοκιμάσει την τύχη του σε ομάδες των ΗΠΑ, όπου αγωνίζονταν ήδη τα μεγαλύτερα αδέλφια του, Αντούνιες και Εντού. Ένας δημοσιογράφος, οικογενειακός φίλος της οικογένειας Κοΐμπρα όμως, έπεισε τον πατέρα του Ζίκο να τον πάει στα δοκιμαστικά της Φλαμένγκο, της οποίας ήταν οπαδός άλλωστε. Τα πράγματα πήραν το δρόμο τους : Οι προπονητές των ακαδημιών της Φλαμένγκο έχασαν το φως τους με τον κοντοστούπη Βραζιλιάνο που μιλούσε στη μπάλα και με συνοπτικές διαδικασίες τον ενέταξαν στο δυναμικό τους.


Το τεχνικό τιμ της Φλαμένγκο είχε αντιληφθεί πως έχει στα χέρια του ένα ακατέργαστο διαμάντι. Δούλεψαν πολύ στην ενδυνάμωση του πιτσιρικά - άλλωστε τα τεχνικά χαρίσματα περίσσευαν - και με πολλή προπόνηση, αυστηρό διαιτολόγιο και πολύ γυμναστήριο ο Ζίκο "έχτισε" σώμα αθλητή καθώς το ύψος του (1,72) δεν βοηθούσε. Παράλληλα με το ειδικό του πρόγραμμα ο Ζίκο συμμετείχε κανονικά στις αγωνιστικές υποχρεώσεις της ομάδας των νέων: Μοίραζε και σκόραρε γκολ με το τσουβάλι και μετά από μια τετραετία (1967-1971), 116 αγώνες και 81 γκολ, ο 18χρονος πλέον Ζίκο προβιβάστηκε στην ομάδα των ανδρών της Φλαμένγκο. Στη Φλαμένγκο έμεινε για 12 χρόνια (1971-1983) και σημείωσε 123 γκολ στις 212 συμμετοχές του, ενώ κέρδισε το Copa Libertadores και το Intercontinental Cup (1981) ενώ κατέκτησε και 2 φορές το πρωτάθλημα Βραζιλίας. Τα κατορθώματα του Ζίκο τον οδήγησαν δικαιωματικά και στην βασική εντεκάδα της εθνικής Βραζιλίας.


Το 1983 άφησε την αγαπημένη του Φλαμένγκο σε ηλικία 24 ετών για να ταξιδέψει στην Ευρώπη για λογαριασμό της Ουντινέζε. Ο ανταγωνισμός στην Ιταλία ήταν μεγάλος - συν τοις άλλοις είχε μπροστά του τη μεγάλη Γιουβέντους του Μισέλ Πλατινί αλλά και την ανερχόμενη δύναμη, Νάπολι, του Ντιέγκο Μαραντόνα. Ο Ζίκο δεν κατάφερε να κάνει πολλά πράγματα την πρώτη χρονιά του (20 συμμετοχές - 6 γκολ), αλλά το 1984-1985 έκανε πράγματα και θαύματα στην Ιταλία και έβαλε 24 γκολ σε 33 συμμετοχές, οδηγώντας την Ουντινέζε στα ψηλά σκαλοπάτια της Serie A. Το γεγονός όμως πως οι Ιταλοί έμειναν μακριά απ'τους τίτλους αυτή τη διετία τον οδήγησε στην αποχώρηση και στην επιστροφή του εν τέλει στην πολυαγαπημένη του Φλαμένγκο. 


Αντί καλωσορίσματος όμως, ο Ζίκο είχε έναν σοβαρό τραυματισμό στο γόνατο και έμεινε σχεδόν όλη τη σεζόν εκτός. Τα πράγματα ήταν καλύτερα την επόμενη σεζόν, αφού ο Ζίκο ήταν γερός και οδήγησε την Φλαμένγκο στον τίτλο το 1987 ενώ το 1988 "συστήθηκε" και από κοντά στον κόσμο του Ολυμπιακού, αφού - για όσους θυμούνται - το καλοκαίρι του 1988, ο Ολυμπιακός είχε αντιμετωπίσει την Φλαμένγκο σε φιλικό στο ΟΑΚΑ (3-2 είχε κερδίσει ο Ολυμπιακός).


Το Δεκέμβριο του 1989 ο Ζίκο έκανε την τελευταία του επίσημη εμφάνιση στον αγώνα με τη Φλουμινένσε, σε έναν αγώνα στον οποίο διέπρεψε και αποθεώθηκε μετά τον θρίαμβο της Φλαμένγκο με 5-0. Φόρεσε για τελευταία φορά τη φανέλα της Φλαμένγκο στον αγώνα με μια "μικτή κόσμου", στην οποία συμμετείχαν ονόματα όπως οι Κέμπες, Ρουμενίνγκε, Μπράϊτνερ, Φαλκάο, Βαλντάνο το Φεβρουάριο του 1990.


Συνολικά αγωνίσθηκε στην πρώτη ομάδα της Φλαμένγκο για δεκαοχτώ σεζόν (1971-1983 και 1985-1989) με απολογισμό: 247 συμμετοχές - 135 γκολ στο βραζιλιάνικο πρωτάθλημα, 300 συμμετοχές - 247 γκολ στο πρωτάθλημα της πολιτείας Καριόκα (διεξάγεται τους πρώτους μήνες κάθε χρόνου πριν το εθνικό), 21 συμμετοχές - 16 γκολ στα κύπελλα της Νότιας Αμερικής (Λιμπερταδόρες και Σουπερκόπα. Στέφθηκε πρωταθλητής Βραζιλίας τέσσερις φορές (1980, 1982, 1983, 1987) και Νότιας Αμερικής μία (Λιμπερταδόρες 1981). Το 1981 κέρδισε επίσης το Διηπειρωτικό Κύπελλο. Συνολικά, με 731 συμμετοχές έγινε ο δεύτερος παίκτης στην ιστορία της Φλαμένγκο σε συμμετοχές ενώ με τα 508 γκολ του είναι μακράν ο κορυφαίος σκόρερ όλων των εποχών για τη Φλαμένγκο.


Με το τέλος της καριέρας του, ο Ζίκο έγινε υπουργός αθλητισμού της Βραζιλίας επί προεδρίας Φερνάντο ντε Μέλο. Το 1991 όμως, μετά από μόλις έναν χρόνο θητείας ως υπουργός αθλητισμού, ο Ζίκο αποχώρησε από το υπουργείο για να επανέλθει στην ενεργό δράση! Ο Βραζιλιάνος άσος αποδέχθηκε την πρόταση της Σουμιτόμο Μέταλς της Ιαπωνίας για να βοηθήσει την ομάδα να εξασφαλίσει τη συμμετοχή της στο νέο (επαγγελματικό) πρωτάθλημα της Ιαπωνίας που θα ξεκινούσε το 1993. Ο Ζίκο έπαιξε με τη Σουμιτόμο την τελευταία σεζόν πριν την έναρξη της νέας J.League και έκανε τη δουλειά του και με το παραπάνω : 22 συμμετοχές, 21 γκολ και η Σουμιτόμο στην J.League. Με την εκκίνηση της νέας λίγκας, η Σουμιτόμο μετονομάστηκε σε Κασίμα Άντλερς και θεωρούταν το μεγάλο φαβορί για υποβιβασμό καθώς δεν υπήρχε η οικονομική δυνατότητα για να συναγωνιστεί τις πιο πλούσιες ομάδες της λίγκας.


Κι όμως, με τον 40χρονο Ζίκο μπροστάρη, η Κασίμα Άντλερς τερμάτισε 2η στην πρώτη της σεζόν και στα επόμενα χρόνια εδραιώθηκε ως μία απ' τις παραδοσιακές δυνάμεις της J.League, κατακτώντας μάλιστα το πρωτάθλημα το 1993. Ο Ζίκο, ο "Θεός του ποδοσφαίρου" όπως τον αποκαλούσαν στην Ιαπωνία, κρέμασε οριστικά τα παπούτσια του σε ηλικία 41 ετών έπειτα από 65 συμμετοχές και 46 γκολ με τη φανέλα της Κασίμα. Κρέμασε οριστικά τα παπούτσια του το 1994, σε ηλικία 41 ετών, έχοντας το ασυνήθιστο για μέσο ρεκόρ των 193 τερμάτων σε 334 αγώνες εθνικού πρωταθλήματος (μ.ό. 0,58 ανά αγώνα).


Ο Βραζιλιάνος άσος ένιωθε να' χει ακόμα δυνάμεις και ασχολήθηκε με το beach soccer για να επιστρέψει στην Κασίμα έναν χρόνο αργότερα (1995) ως τεχνικός σύμβουλος, ενώ μοίραζε το χρόνο του ανάμεσα σε Ιαπωνία και Βραζιλία : Στην πατρίδα του πλην του beach soccer είχε πλέον και το Zico Football Center, μια ποδοσφαιρική ακαδημία στο Ρίο ντε Τζανέϊρο. Ο Ζίκο λατρεύτηκε σαν Θεός, πραγματικά, στην Κασίμα - μάλιστα μια προτομή προς τιμήν του κοσμεί το στάδιο της Κασίμα.


Από τις 25 Φεβρουαρίου 1976, όταν χρίστηκε για πρώτη φορά διεθνής στο Μοντεβιδέο (Ουρουγουάη-Βραζιλία 1-2, 1 γκολ) και για μία δεκαετία, ο Ζίκο υπήρξε αναντικατάστατο στέλεχος της Σελεσάο στις μεγάλες διοργανώσεις. Συνολικά φόρεσε τη φανέλα με το εθνόσημο σε 72 αναμετρήσεις και πέτυχε 52 τέρματα. Ήταν βασικό στέλεχος των ομάδων που συμμετείχαν στο Παγκόσμιο κύπελλο του 1978, του 1982 και του 1986, κάνοντας σε αυτά  14 συμμετοχές με 5 γκολ, χωρίς να καταφέρει όμως να στεφθεί παγκόσμιος πρωταθλητής.


Τελευταία του εμφάνιση ήταν ο προημιτελικός του Μουντιάλ του 1986 εναντίον της Γαλλίας στο στάδιο της Γουαδαλαχάρα και έχει συνδεθεί με τη μοιραία απώλεια ενός πέναλτι κατά την κανονική διάρκεια του αγώνα. Αν και η Βραζιλία είχε εξαιρετικό υλικό - ειδικά αυτή του 1982 θεωρείτο πως ήταν η πληρέστερη ίσως Βραζιλία της μετά Πελέ εποχής - δεν κατόρθωσε να κερδίσει κάποιον τίτλο. Ο ίδιος κατέκτησε τον τίτλο του "παίκτη της χρονιάς" το 1983.


Το 1998 ο Ζίκο ανέλαβε χρέη τεχνικού διευθυντή στην εθνική Βραζιλίας για το παγκόσμιο κύπελλο του 1998, θέση την οποία εγκατέλειψε με το πέρας του Μουντιάλ. Το 2002 ο Βραζιλιάνος που έχαιρε μεγάλης εκτίμησης στην Ιαπωνία, δέχθηκε πρόταση απ' την ποδοσφαιρική ομοσπονδία της Ιαπωνίας να αναλάβει την τεχνική ηγεσία της ομάδας. Ο Ζίκο έκανε αποδεκτή την πρόταση και σε αντίθεση με τον προκάτοχο του, Φιλίπ Τρουσιέ, επέβαλλε ένα πιο ελεύθερο στυλ στο παιχνίδι της ομάδας, ενώ και τα ΜΜΕ τον αντιμετώπιζαν με σεβασμό. Το ξεκίνημα του δεν ήταν το ιδανικό και περιελάμβανε πολλά... παρατράγουδα : Μεθυσμένοι παίκτες, βαριές ήττες, ο κόσμος να ζητάει την απόλυση του.


Ο Ζίκο δεν πτοήθηκε και οδήγησε την Ιαπωνία στην κατάκτηση του Ασιατικού κυπέλλου το 2004 έχοντας στη σύνθεση του μόνο έναν ποδοσφαιριστή που αγωνιζόταν στην Ευρώπη (Νακαμούρα). Η επιτυχία συνεχίστηκε με την εξασφάλιση της πρόκρισης στην τελική φάση του Παγκοσμίου κυπέλλου του 2006 με μόλις μια ήττα παθητικό. Στο Παγκόσμιο κύπελλο η Ιαπωνία ναι μεν έπαιξε καλά, αλλά έκανε δύο ήττες (από Αυστραλία και Βραζιλία) και μια ισοπαλία (με την Κροατία) σκοράροντας δύο φορές, δεχόμενη εφτά γκολ. Με το πέρας της διοργάνωσης ο Ζίκο παραιτήθηκε.


Ο Βραζιλιάνος δεν έμεινε χωρίς δουλειά για πολύ. Τον Ιούλιο του 2006 υπέγραψε για δύο χρόνια στην Φενέρμπαχτσέ και κατέκτησε το πρωτάθλημα τη σεζόν 2006-2007. Το 2007-2008 κατέκτησε το Super Cup Τουρκίας ενώ οδήγησε την Φενέρ για πρώτη φορά στην ιστορία της στους "8" του Champions League, αποκλείοντας μάλιστα την Σεβίλλη, που την διετία 2006-2008 έκανε πράγματα και θαύματα στα γήπεδα. Ο Ζίκο απέκτησε το παρατσούκλι "βασιλιάς Αρθούρος" απ' τους οπαδούς της Φενέρ, αλλά ο ίδιος θεώρησε πως ο κύκλος του στην Φενέρ έκλεισε και ανακοίνωσε πως δεν προτίθεται να ανανεώσει το συμβόλαιο του.

Είχε εκφράσει το ενδιαφέρον του να αναλάβει την τεχνική ηγεσία της Νιουκάστλ (όπως και ο προκάτοχος του στον Ολυμπιακό, Τιμούρ Κετσπάγια) χωρίς όμως επιτυχία. Ο Ζίκο "ξέπεσε" στο Ουζμπεκιστάν και δη στην Μπουνιοντκόρ του γνωστού μας Ριβάλντο, την οποία οδήγησε στο νταμπλ. Το ξεκίνημα του 2009 τον βρήκε στην Ρωσία και τον πάγκο της ΤΣΣΚΑ Μόσχας, με την οποία κατέκτησε το κύπελλο και το Super Cup Ρωσίας. Στο πρωτάθλημα όμως τα πράγματα δεν πήγαιναν καθόλου καλά, η ΤΣΣΚΑ ήταν απογοητευτική και ως αποτέλεσμα, στις 10/09/2009 ο Ζίκο απολύθηκε από την τεχνική ηγεσία της ομάδας.


Σχεδόν μια εβδομάδα αργότερα, με τον Ολυμπιακό να έχει μείνει χωρίς προπονητή μετά την απόλυση του Τιμούρ Κετσπάγια ο Ζίκο συμφώνησε με τον Σωκράτη Κόκκαλη να αναλάβει την ομάδα και στις 15 Σεπτεμβρίου του 2009 βρέθηκε στον Πειραιά, όπου παρακολούθησε τον νικηφόρο αγώνα του Ολυμπιακού επί της ΑΖ Άλκμααρ (1-0) στο Στάδιο Καραϊσκάκη. Και έπεσε κατ’ ευθείαν… στα βαθιά, αφού στο πρώτο του παιχνίδι στον πάγκο του Ολυμπιακού κλήθηκε να οδηγήσει την ομάδα στη νίκη κόντρα στην ΑΕΚ, εκτός έδρας! Και τα κατάφερε (σ.σ. οι «ερυθρόλευκοι» επικράτησαν 2-1)!

Ακολούθως, ο Βραζιλιάνος πανηγύρισε διαδοχικές νίκες σε πρωτάθλημα και Τσάμπιονς Λιγκ - μάλιστα, χάρισε στο σύλλογο του Πειραιά την πρόκριση στη φάση των «16» της κορυφαίας διασυλλογικής διοργάνωσης! Κι όλες αυτές οι επιτυχίες ήταν αρκετές για να καλύψουν την πρώτη… «παραφωνία» της θητείας του, που δεν ήταν άλλη από τον αποκλεισμό από τον Πανσερραϊκό (σ.σ. που τότε αγωνιζόταν στη Β’ κατηγορία) στο Κύπελλο!


Ο Ολυμπιακός τότε, όμως, έκανε δύο συνεχόμενες «γκέλες» (σ.σ. παραχώρησε ισοπαλία σε Ηρακλή και ΠΑΣ Γιάννινα), με αποτέλεσμα να «πέσει» από την κορυφή της βαθμολογίας. Η νίκη (2-0) επί του (πρωτοπόρου τότε) Παναθηναϊκού και η επαναφορά στην πρώτη θέση του πίνακα κόπασαν τη… μουρμούρα, η οποία όμως επανήλθε… δριμύτερη την τελευταία αγωνιστική του α’ γύρου: ο Ολυμπιακός ηττήθηκε 0-1 από τον Άρη στη Θεσσαλονίκη, χάνοντας τον άτυπο τίτλο του «πρωταθλητή χειμώνα»!


Εν συνεχεία, ο Ζίκο επέλεξε να δώσει αρκετές ημέρες ρεπό στους ποδοσφαιριστές του εν όψει των χριστουγεννιάτικων διακοπών (κίνηση που συγκέντρωσε αρκετά αρνητικά σχόλια). Και, με την επιστροφή στη δράση, οι «ερυθρόλευκοι» γνωρίζουν εντός έδρας ήττα από την ΑΕΚ (1-2), και νικούν με δυσκολία τη Λάρισα (1-0). Η ομάδα δεν «περπατάει», το κλίμα για το Βραζιλιάνο έχει… βαρύνει (μιας και ο Ολυμπιακός έχει απομακρυνθεί αρκετά από την κορυφή λόγω των παραπάνω βαθμολογικών απωλειών).


Η «λευκή» ισοπαλία στην Καβάλα (17/1/2010) ήταν το «κύκνειο άσμα» του Λατινοαμερικάνου τεχνικού, ο οποίος, τελικά, στις 19 Ιανουαρίου του 2010 αντικαταστάθηκε με το δίδυμο Μπόζινταρ Μπάντοβιτς - Ανδρέα Νινιάδη. Σε 21 συνολικά ματς σε Ελλάδα και Ευρώπη, το… «κοντέρ» του Βραζιλιάνου έγραψε 12 νίκες (10 στο πρωτάθλημα και δύο στο Τσάμπιονς Λιγκ), 4 ισοπαλίες (3 στο πρωτάθλημα και μία στην Ευρώπη) και 5 ήττες (δύο στο πρωτάθλημα, δύο στο Τσάμπιονς Λιγκ και μία στο Κύπελλο). Τον Αύγουστο του 2011 ανέλαβε προπονητής στην εθνική ομάδα ποδοσφαίρου του Ιράκ.


PALMARES

Περίοδος: Σύλλογος, συμμετοχές (Γκολ)

Επαγγελματική καριέρα

  • 1971–1983: Clube de Regatas do Flamengo, 212 (123)
  • 1983–1985: Udinese Calcio, 39 (22)
  • 1985–1989: Clube de Regatas do Flamengo, 37 (12)
  • 1991–1994: Kashima Antlers, 45 (35)
Σύνολο καριέρας: 332 (192)

Διεθνής

  • 1976–1986: Βραζιλία, 71 (48)

Προπονητική καριέρα


  • 1999: Kashima Antlers
  • 2000–2002: Centro de Futebol Zico Sociedade Esportiva
  • 2002–2006: Ιαπωνία
  • 2006–2008: Fenerbahçe Spor Kulübü
  • 2008: Football Club Bunyodkor
  • 2009: Professional Football Club, Central Sport Club of the Army, (CSKA) Moscow
  • 2009/10: Ολυμπιακός Σύνδεσμος Φιλάθλων Πειραιώς
  • 2011/12: Ιράκ
  • 2013/14: Al-Gharafa Sports Club
  • 2014–    : Football Club Goa

Τίτλοι

Συλλογικοί

Με την Flamengo
  • Πολιτειακό Πρωτάθλημα Ρίο:  7( 1972, 1974, 1978, 1979, 1979 (extra), 1981, 1986)
  • Πρωτάθλημα Βραζιλίας: 4 (1980, 1982, 1983, 1987)
  • Copa Libertadores: 1981
  • Διηπειρωτικό Κύπελλο: 1981

Με την Kashima Antlers 
  • J.League Suntory Series: 1993

Διεθνείς

Με την Βραζιλία
  • Copa Roca: 1976
  • Atlantic Cup: 1976
  • Παγκόσμιο Κύπελλο: 3η θέση το 1978

Ως προπονητής

Διεθνείς

Με την Ιαπωνία
  • Asian Cup: 2004

Συλλογικοί

Με την  Fenerbahçe
  • Πρωτάθλημα Τουρκίας: 2006/07
  • Super Cup Τουρκίας: 2007

Με την Bunyodkor
  • Κύπελλο Ουζμπεκιστάν: 2008
  • Πρωτάθλημα Ουζμπεκιστάν: 2008

Με την CSKA Moscow
  • Super Cup Ρωσίας: 2009
  • Κύπελλο Ρωσίας: 2008/09

Με τον Ολυμπιακό
  • Πρωτάθλημα Ελλάδος: επιλαχών το 2009/10

Με την FC Goa
  • Πρωτάθλημα Ινδίας: επιλαχών το 2015

Προσωπικές Διακρίσεις

  • Καλύτερος Παίκτης Πρωταθλήματος Βραζιλίας: 2 (1974, 1982)
  • Μέλος Ιδανικής Ενδεκάδας Βραζιλιάνικου Πρωταθλήματος: 5 (1974, 1975, 1977, 1982, 1987)
  • Πρώτος Σκόρερ της Φλαμένγκο για την Σεζόν: 3 (1974 με 49 γκολ, 1975 με 56 γκολ, 1979 με 81 γκολ)
  • Πρώτος Σκόρερ Πολιτειακού Πρωταθλήματος Ριο: 6 (1975 με 30 γκολ, 1977 με 27 γκολ, 1978 με 19 γκολ, 1979 με 26 γκολ, 1979-Extra με 34 γκολ, 1982 με 21 γκολ)
  • Πρώτος Σκόρερ στην Βραζιλία –Πολιτειακό και Serie A: 5 (1976 με 63 γκολ, 1977 με 48 γκολ, 1979 με 89 γκολ, 1980 με 53 γκολ, 1982 με 59 γκολ)
  • Πρώτος Σκόρερ Βραζιλιάνικου Πρωταθλήματος Serie A: 2 (1980 με 21 γκολ, 1982 με 21 γκολ)
  • Καλύτερος Παίκτης στην Νότιο Αμερική: 2 (1976, 1980)
  • Ποδοσφαιριστής της Χρονιάς για την Νότιο Αμερική: 3 (1977, 1981, 1982)
  • Ομάδες Επιλέκτων FIFA: 2 (1979, 1982)
  • Καλύτερος Παίκτης  Copa Libertadores: 1981
  • Πρώτος Σκόρερ Copa Libertadores: 1981 με 11 γκολ
  • MVP Τελικού Διηπειρωτικού Κυπέλλου: 1981
  • Καλύτερος Παίκτης του Κόσμου από το ιταλικό περιοδικό «Guerin Sportivo»: 2 (5ος το 1980, 1981)
  • Καλύτερος Παίκτης του Κόσμου από το περιοδικό  «El Mundo» της Βενεζουέλας: 1981 ,
  • Καλύτερος Παίκτης του Κόσμου από το ισπανικό περιοδικό  «El Balón»: 1981
  • Καλύτερος Παίκτης του Κόσμου από το βραζιλιάνικο περιοδικό  «Placar Magazine»: 1981
  • Καλύτερος Παίκτης του Κόσμου από το αγγλικό  περιοδικό  «World Soccer Magazine»: 3 (4ος το 1982, 1983, 3ος το 1984)
  • Χάλκινη Μπάλα από τη FIFA: 1982
  • Μέλος Ιδανικής Ενδεκάδας Διοργάνωσης Παγκοσμίου Κυπέλλου: 1982
  • Καλύτερος Σκόρερ ιταλικής Serie A: 2ος το 1984 με 19 γκολ
  • Καλύτερο Ποσοστό Γκολ Ανά Παιχνίδι στην ιταλική Serie A (Chevron Award): 1984 με Μ.Ο.= 0.79,
  • Παίκτης της Χρονιάς στην Ιταλική Serie A από το ιταλικό περιοδικό «Guerin Sportivo»: 1984
  • Ρεκόρ Γκολ σε Συνεχόμενα Παιχνίδια για την Ιαπωνική Λίγκα : 1992 με 11 γκολ σε 10 παιχνίδια
  • Μετάλλιο της Τιμής από την FIFA: 1996
  • Καλύτερος Βραζιλιάνος Ποδοσφαιριστής του 20ου Αιώνα από τον Διεθνή Οργανισμό Ιστορίας και Στατιστικής του Ποδοσφαίρου (IFFHS): στην θέση # 3 το 1999
  • Καλύτερος Νοτιοαμερικάνος Ποδοσφαιριστής του 20ου Αιώνα από τον Διεθνή Οργανισμό Ιστορίας και Στατιστικής του Ποδοσφαίρου (IFFHS): στην θέση # 7 το 1999
  • Καλύτερος Ποδοσφαιριστής του 20ου Αιώνα από τον Διεθνή Οργανισμό Ιστορίας και Στατιστικής του Ποδοσφαίρου (IFFHS): στην θέση # 14 το 1999
  • Καλύτερος Ποδοσφαιριστής του 20ου Αιώνα από την FIFA: στην θέση # 8 το 1999
  • Καλύτερος Ποδοσφαιριστής του 20ου Αιώνα από το γαλλικό περιοδικό «France Football»: στην θέση # 9 το 1999
  • Καλύτερος Ποδοσφαιριστής του 20ου Αιώνα από το αγγλικό  περιοδικό «World Soccer Magazine»:  στην θέση # 18 το 1999
  • Καλύτερος Ποδοσφαιριστής του 20ου Αιώνα από το βραζιλιάνικο  περιοδικό «Placar»: στην θέση # 16 το 1999
  • Μέλος της λίστας των 125 Εν Ζωή Καλύτερων Ποδοσφαιριστών του Κόσμου που συνέταξε ο Πελέ, για τα 100 Χρόνια της FIFA: 2004
  • Χρυσό Παπούτσι ως ένας Θρύλος του Ποδοσφαίρου: 2006
  • Πρώτος Σκόρερ στην Ιστορία της Flamengo  με  508 γκολ
  • Πρώτος Σκόρερ στο Στάδιο Maracanã με  333 γκολ
  • Μέλος του Hall of Fame του Βραζιλιάνικου Ποδοσφαίρου
ΠΗΓΗ: pesetero-blog.blogspot.gr - balleto.gr

Τετάρτη, 17 Φεβρουαρίου 2016

Βιτόριο Πότσο: Ο γερο-δάσκαλος που όρισε νέες μεθόδους στα γήπεδα

Ο Ιταλός ποδοσφαιριστής και αργότερα προπονητής Βιτόριο Πότσο (Vittorio Giuseppe Luigi Pozzo), γεννήθηκε στο Τορίνο, στις 2 Μαρτίου του 1886. Έγινε διάσημος για την κατάκτηση με την ιταλική εθνική ομάδα των Παγκοσμίων Κυπέλλων του 1934 και του 1938. Υπό τις οδηγίες του η «σκουάντρα ατζούρα», κατέκτησε επίσης το Χρυσό Μετάλλιο στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Βερολίνου του 1936 και το Χάλκινο στους Ολυμπιακούς του 1928 στο Άμστερνταμ, αλλά και σε 2 πρώτες θέσεις, το 1930 και το 1935, στο Διεθνές Κύπελλο Κεντρικής Ευρώπης. Επί των ημερών του, η Ιταλία έζησε τις μεγαλύτερες στιγμές της ποδοσφαιρικής της ιστορίας και πέτυχε ένα σπουδαίο σερί μένοντας αήττητη από το Δεκέμβρη του 1934 μέχρι το 1939. Υπήρξε ο εμπνευστής της «Μεθόδου» (Metodo), σύστημα τακτικής το οποίο χάρισε τόσες επιτυχίες στο ιταλικό ποδόσφαιρο. Είναι ο μόνος προπονητής στην ιστορία του ποδοσφαίρου που έχει κερδίσει δύο Παγκόσμια Κύπελλα.



Προερχόταν από σχετικά ευκατάστατη οικογένεια, μια προσωπικότητα ανήσυχη, ευρυμαθής, με ποικίλα ενδιαφέροντα, στα πρώτα παραγωγικά του χρόνια, ταξίδεψε σε πολλά μέρη.   Φιλομαθής, αυταρχικός και πάντα πρόθυμος για νέες προκλήσεις, ο μετέπειτα «γερο-δάσκαλος» (Il Vecchio Maestro), σπούδασε στο Μάντσεστερ της Αγγλίας, στη στροφή του 20ου αιώνα, όπου και γνώρισε, παρακολουθώντας τις προπονήσεις της, τον άσο της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, τον Τσάρλι Ρόμπερτς, ο οποίος έπαιζε στη θέση του σέντερ-χαφ. Ο πολυτάλαντος μέσος, αγωνιζόταν σε θέση δημιουργού, κεντρικός μέσος στο σύστημα της πυραμίδας 2-3-5 και όλο το παιχνίδι της Γιουνάιτεντ περνούσε από τα πόδια του. Μαγνητίστηκε από την ομορφιά του ποδοσφαίρου της Γιουνάιτεντ, ενώ αργότερα γνωρίστηκε και με τον αγωνιζόμενο σε θέση μέσα αριστερά επιθετικό της Ντέρμπι Κάουντι, τον θρυλικό Στιβ Μπλούμερ.


Θέλοντας να δοκιμάσει και ο ίδιος την τύχη του, στα 19 του χρόνια, γίνεται μέλος της ελβετικής Γκρασχόπερς, για μία χρονιά και στη συνέχεια, το 1906, επιστρέφει στην Ιταλία και μετέχει στην ίδρυση της Τορίνο, μιας ομάδας η οποία θα μεγαλουργήσει, έως και το τραγικό αεροπορικό δυστύχημα της 4ης Μαΐου του 1949 και θα μείνει στην ποδοσφαιρική ιστορία ως «Η Μεγάλη Τορίνο» (Il Grande Τorino). Με την Τορίνο αγωνίστηκε από το 1906 έως το 1911, οπότε και σταμάτησε την καριέρα του ως παίκτης.


Σταμάτησε το ποδόσφαιρο στα 25 του χρόνια και ένα χρόνο αργότερα αποδέχεται την πρόταση της ιταλικής ομοσπονδίας να αναλάβει την εθνική ομάδα στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Στοκχόλμης. Η πρώτη του απόπειρα στην προπονητική ήταν απογοητευτική, αφού στους Αγώνες αυτούς η Ιταλία αποκλείστηκε από τον πρώτο γύρο χάνοντας στον κρίσιμο νοκ άουτ αγώνα με 3-2 από τη Φινλανδία στο Τράνεμπουργκ. Το ματς είχε διαιτητεύσει μια μεγάλη μορφή του αυστριακού και ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου, ο Ούγκο Μάισλ. Συνεχίζει την προσπάθειά του, αφού μετά τους Ολυμπιακούς Αγώνες της Σουηδίας, ανέλαβε την Τορίνο την οποία κοουτσάρισε στο Καμπιονάτο για μαι 12ετία (1912-1924). Στο διάστημα αυτό, επειδή ο μισθός του δεν ήταν μεγάλος, εργάστηκε παράλληλα ως διοικητικό στέλεχος στην εταιρεία Πιρέλλι. Πολέμησε επίσης στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο (1914-1918) με τις ιταλικές δυνάμεις στο μέτωπο των Άλπεων εναντίον των Αυστριακών.


Ο Πότσο δεν σταματάει την ενασχόλησή του με το ποδόσφαιρο. Η μεγάλη του ευκαιρία ήταν η δεύτερη πρόσκληση που του έγινε από την ιταλική ομοσπονδία το 1929. Μία πρόσκληση που περισσότερο έμοιαζε με πρόκληση, αφού η θέση τού προσφέρθηκε αμισθί! Αυταρχικός και γνωστός αγγλόφιλος, επί των ημερών του καθεστώτος των μελανοχιτώνων του Μπενίτο Μουσολίνι (Benito Mussolini), η αυταρχικότητα του χαρακτήρα του και η γενικότερη πειθαρχία που χαρακτήριζε το καθεστώς αυτό, τού επέτρεψε να έχει τον απόλυτο έλεγχο στους παίκτες του, σε βαθμό που ποτέ δεν ήταν τόσο μεγάλος μετά την πτώση του Φασισμού. Ο Πότσο ποτέ δεν έκρυψε την συμπάθειά του για το φασιστικό καθεστώς, ωστόσο, δεν ήθελε να χρησιμοποιείται το ποδόσφαιρο ως εργαλείο προπαγάνδας. Η προσπάθεια αυτή δεν ήταν πάντα εύκολη, αφού η ανάληψη της διοργάνωσης του Παγκοσμίου Κυπέλλου από την Ιταλία, το 1934, ήταν για τον Μουσολίνι μία πρώτης τάξεως ευκαιρία για τη διαφήμιση της χώρας, η οποία έπρεπε (πάση θυσία) να κερδίσει και το τρόπαιο.


Ο 42χρονος τεχνικός είχε δώσει ήδη κάποια καλά δείγματα, αφού το 1930 κατέκτησε το Κύπελλο Κεντρικής Ευρώπης, τον πρόδρομο του Ευρωπαϊκού πρωταθλήματος, μια διοργάνωση που είχε μορφή Λίγκας με διπλά παιχνίδια εντός και εκτός έδρας, νικώντας στο άκρως σημαντικό τελευταίο παιχνίδι 5-0 τους Ούγγρους μέσα στη Βουδαπέστη, κατατασσόμενος πρώτος με 11 βαθμούς, ένα βαθμό διαφορά από τη δεύτερη ομάδα της κατάταξης. Στην επόμενη διοργάνωση του Κεντρικού Κυπέλλου, οι Ιταλοί έχασαν το τρόπαιο από τη θρυλική ομάδα της Αυστρίας της δεκαετίας του 1930, γνωστή με το παρατσούκλι "Wunderteam" (Βούντερτιμ, "Ομάδα-Θαύμα"), μια ομάδα μέσα στις 5 κορυφαίες Εθνικές Ομάδες όλων των εποχών, του μεγάλου ποδοσφαιριστή Ματίας Ζίντελαρ (Matthias Sindelar) με 2 βαθμούς διαφορά.


Ο Πότσο ήταν το απόλυτο αφεντικό στην ομάδα. Μέγας τακτικιστής, απέδιδε μεγάλη σημασία στην πειθαρχία και την τακτική προσήλωση στο παιχνίδι. Για να αντεπεξέλθει στις μεγάλες απαιτήσεις του Μουντιάλ, έπρεπε να πάρει κάποιες γενναίες αποφάσεις. Μετά την ήττα-αποκλεισμό από την Ισπανία στο πρώτο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1930 στην Ουρουγουάη, δεν δίστασε να θέσει εκτός ομάδας θρυλικούς παίκτες με τεράστια επιρροή σε όλα τα επίπεδα, όπως τον αρχηγό της ομάδας Αντόλφο Μπαλοντσιέρι (στράικερ), τον ηγέτη στο χάλκινο μετάλλιο των Ολυμπιακών Αγώνων του 1928 και στην κατάκτηση του Κυπέλλου Κεντρικής Ευρώπης το 1930, διεθνή επί δεκαετία και ποδοσφαιριστή με μεγάλη επιρροή στους συμπαίκτες του, στα μέσα και στους φιλάθλους.


Στα προκριματικά του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1934, μιας και τότε η διοργανώτρια χώρα έδινε προκριματικά, η Ιταλία δεν ξεκίνησε καλά. Η Αυστρία και η Τσεχοσλοβακία τη νίκησαν ενώ η ήττα από την Ουγγαρία αποσοβήθηκε την τελευταία στιγμή χάρις σε ένα χαμένο πέναλτι. Αμέσως ο Πότσο χωρίς να υπολογίσει την κριτική των μέσων περί παλινδρομήσεων, επανέφερε στην ομάδα τον πρώτο σκόρερ της Μπολόνια, τον θρυλικό στράικερ Άντζελο Σκιάβιο (Angelo Schiavio). Στα τέλη δε εκείνων των προκριματικών, με τη δεύτερη ήττα από την Αυστρία μέσα στο Τορίνο με 2-4, τον Φλεβάρη του 1934 και παρά την πρόκριση στο Μουντιάλ, πήρε και δεύτερο κεφάλι, αυτό του αρχηγού, του Ουμπέρτο Καλιγκάρις (Umberto Caligaris), δεξιού αμυντικού στους δυο αμυντικούς του συστήματος 2-3-5. Έπειτα «ιταλοποίησε» όσους σπουδαίους παίκτες είχαν ιταλικές ρίζες και στο τέλος, άλλαξε το αγωνιστικό σύστημα της ομάδας, εφαρμόζοντας την πρωτοποριακή «Μέθοδο».


Τα παιχνίδια ψυχολογίας

Το σύστημα που κυριαρχούσε σχεδόν στα γήπεδα όλου του κόσμου έως τότε ήταν το 2-3-5 (πυραμίδα). Ο Πότσο το μετέτρεψε σε 2-3-2-3, αλλάζοντας τον τρόπο παιχνιδιού της ομάδας και ανοίγοντας νέους ορίζοντες στους προπονητές. Με μεγάλη δυσκολία και αρκετή εύνοια της τύχης (και όχι μόνον) η Ιταλία κατακτά το 1934 το πρώτο της Μουντιάλ, ικανοποιώντας τον Μουσολίνι, ο οποίος είχε μαζέψει στο παλάτι του παίκτες και προπονητή και με κατηγορηματικό τρόπο τους είχε «παραγγείλει» να κερδίσουν το τρόπαιο. H επιτυχία αυτή αποτέλεσε την απαρχή της δημιουργίας μιας σπουδαίας ομάδας η οποία κατέκτησε ένα ακόμη Κύπελλο Κεντρικής Ευρώπης (1935) και το χρυσό ολυμπιακό μετάλλιο στους Ολυμπιακούς του Βερολίνου, το 1936.


Ωστόσο, η καταξίωσή της ήρθε δύο χρόνια αργότερα στο Μουντιάλ της Γαλλίας, η οποία υπήρξε και πολιτική αντίπαλος. Στην πατρίδα του τότε προέδρου της FIFA, Ζιλ Ριμέ (Jules Rimet), η ομάδα του Πότσο δεν άφησε περιθώρια αμφισβήτησης από κανέναν. Πριν από τον ημιτελικό με τη Βραζιλία στη Μαρσέιγ, ο Ιταλός είχε επιστρατεύσει όλη του την τακτική στον ψυχολογικό τομέα. Είχε μάθει πως οι Βραζιλιάνοι ήταν τόσο σίγουροι για την πρόκρισή τους στον τελικό, που είχαν κλείσει αεροπορικά εισιτήρια προς το Παρίσι. Ο Ιταλός επισκέφθηκε την αποστολή της Βραζιλίας πριν από το παιχνίδι και τους ζήτησε να του πουλήσουν τα εισιτήρια. Εκείνοι τον αντιμετώπισαν με ειρωνεία και του πρόσφεραν μία θέση στο αεροπλάνο για να τους δει στον μεγάλο τελικό. Ο Πότσο μετέφερε όλη την ιστορία στους παίκτες του, οι οποίοι νευρίασαν με τους αλαζόνες Βραζιλιάνους, τους οποίους και νίκησαν με 2-1, σε έναν αγώνα, πάντως, όπου ακόμη παραμένει άλυτο μυστήριο το γεγονός της μη χρησιμοποίησης του μεγάλου αστεριού της Βραζιλίας, Λεονίντας (Leônidas da Silva).


Έντονη προσωπικότητα με απαντήσεις για όλα

Η Ιστορία έγραψε πως η Ιταλία του Βιτόριο Πότσο είχε κερδίσει τα δύο από τα πρώτα τρία Μουντιάλ και μάλιστα έγινε η πρώτη που κατέκτησε το τρόπαιο εκτός έδρας, αφού το 1930 και η Εθνική Ουρουγουάης είχε στεφθεί πρωταθλήτρια κόσμου αγωνιζόμενη στη χώρα της. Αρκετοί από τους παίκτες δεν ήταν ιταλικής εθνικότητας, κάτι που εξόργιζε τους φιλάθλους. Οι Αργεντίνοι Ατόλιο Ντε Μαρία (Attilio Demaría), Λουίς Μόντι (Luis Monti), Ραϊμούντο Όρσι (Raimundo Orsi), Ενρίκε Γκουάιτα (Enrique Guaita) πολιτογραφήθηκαν Ιταλοί, προσφέροντας σημαντικότατες λύσεις πλάι σε παίκτες όπως οι Τζουζέπε Μεάτσα (Giuseppe Meazza) και Άντζελο Σκιάβιο (Angelo Schiavio). Ο Ιταλός είχε έτοιμη την απάντηση, «πατώντας» στο γεγονός πως όλοι τους είχαν ιταλικές ρίζες και υπηρέτησαν στον στρατό. «Αν μπορούν να πεθάνουν για την Ιταλία, τότε μπορούν και να παίξουν γι’  αυτήν», έλεγε, και δεν είχε άδικο, έστω κι αν οι συγκεκριμένοι είχαν αγωνιστεί και με διαφορετικό εθνόσημο στο στήθος.



Ο Πότσο είχε τον τρόπο να επιβάλλεται στους ποδοσφαιριστές του, με τον απόλυτο χαρακτήρα του και την πειθαρχία που επέβαλε. Μάλιστα, μία ακραία θεωρία τον έχει συνδέσει με τον τυφλό, αριστοκρατικό ήρωα Πότσο του θεατρικού έργου «Περιμένοντας τον Γκοντό», του Σάμιουελ Μπέκετ. Με το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ο «γέρο-δάσκαλος» επιχείρησε να παραμείνει στον πάγκο της εθνικής Ιταλίας, αλλά η μέτρια παρουσία στους Ολυμπιακούς του Λονδίνου έπαιξε καταλυτικό ρόλο στην απόσυρσή του σε ηλικία 64 ετών. Παρέμεινε στον χώρο του αθλητισμού μέσω της δημοσιογραφίας από την εφημερίδα «La Stampa». Μάλιστα, «κάλυψε» τους αγώνες της Ιταλίας στο Μουντιάλ του 1950 στη Βραζιλία. Η τελευταία διοργάνωση που είδε ήταν το Εuro 1968 που διεξήχθη στην Ιταλία και οι «Ατζούρι» κατέκτησαν το πρώτο και μοναδικό τρόπαιό τους στη συγκεκριμένη διοργάνωση. Λίγους μήνες μετά, στις 21 Δεκεμβρίου του 1968, απεβίωσε σε ηλικία 82 ετών.



PALMARES

Περίοδος: Σύλλογος, Συμμετοχές (Γκολ)

Επαγγελματική καριέρα

  • 1905/06: Grasshopper Club Zürich, ? (?)
  • 1906–1911: Torino Football Club, ? (?)

Προπονητική καριέρα

  • 1912: Ιταλία
  • 1912–1922: Torino Football Club
  • 1921: Ιταλία
  • 1924: Ιταλία
  • 1924–1926: Associazione Calcio Milan
  • 1929–1948: Ιταλία

Τίτλοι

Διεθνείς

Με την Ιταλία
  • Παγκόσμιο Κύπελλο: 1934, 1938
  • Διεθνές Κύπελλο Κεντρικής Ευρώπης: 2 (1927-1930, 1930–1935)
  • Ολυμπιακοί Αγώνες: Χρυσό Μετάλλιο -1η θέση  το 1936, στο Βερολίνο

Προσωπικές Διακρίσεις


  • Μέλος του Hall of Fame του Ιταλικού Ποδοσφαίρου: 2011
ΠΗΓΗ: kathimerini.gr