Παρασκευή 8 Ιανουαρίου 2016

Ότμαρ Χίτσφελντ: Ο Στρατηγός

Ο (Δυτικο)-Γερμανός κεντρικός επιθετικός και αργότερα προπονητής, Ότμαρ Χίτσφελντ (Ottmar Hitzfeld), γεννήθηκε στις 12 Ιανουαρίου του 1949 στο Λόεραχ της Βάδης-Βιτερβέργης, στην κοιλάδα του ποταμού Βίζε, παραπόταμου του Ρήνου στη νοτιοδυτική Γερμανία, δίπλα στα ελβετικά σύνορα. Στην ποδοσφαιρική του σταδιοδρομία, έχει παίζει στο ελβετικό πρωτάθλημα και την Μπουντεσλίγκα. Ξεκίνησε από τη Βασιλεία, το 1971 και έγινε ο πρώτος σκόρερ το 1973 με 18 γκολ. Στη συνέχεια έπαιξε για την Στουτγάρδη, τη Λουγκάνο και τη Λουκέρνη έως το 1983. Σκόραρε συνολικά 169 γκολ κατά τη διάρκεια της καριέρας του.


Με το παρατσούκλι «der General» (Ο Στρατηγός), και «Gottmar Χίτσφελντ» (λογοπαίγνιο με τη λέξη Gott, η οποία είναι η γερμανική λέξη για τον Θεό) έχει συσσωρεύσει συνολικά 18 μεγάλους τίτλους, ως επί το πλείστον στις προπονητικές θητείες του με τη Γκρασχόπερς Ζυρίχης, τη Μπορούσια Ντόρτμουντ και τη Μπάγερν Μονάχου. Ένας εκπαιδευμένος μαθηματικός και δάσκαλος των σπορ, είναι ένας από τους πιο επιτυχημένους προπονητές της Γερμανίας και του διεθνούς ποδοσφαίρου. Έχει εκλεγεί «Παγκόσμιος Προπονητής της Χρονιάς» δύο φορές και είναι ένας από τους μόλις πέντε προπονητές που έχει κατακτήσει το Κύπελλο Πρωταθλητριών/Τσάμπιονς Λιγκ με δύο διαφορετικές ομάδες, μαζί με τον Ερνστ Χάπελ (Ernst Happel), Ζοζέ Μουρίνιο (José Mourinho), Γιουπ Χάινκες (Jupp Heynckes) και Κάρλο Αντσελότι (Carlo Ancelotti).


Μεγάλωσε εκεί και ήταν το νεότερο από τα πέντε παιδιά της οικογένειας. Θείος του ήταν ο στρατηγός του γερμανικού στρατού στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, Ότο Χίτσφελντ (Otto Hitzfeld). Από εκεί, αλλά και λόγω της λατρείας του στην τακτική, είχε πάρει το παρατσούκλι «Ο Στρατηγός». Ξεκίνησε να παίζει ποδόσφαιρο στα τέλη της δεκαετίας του 1960 με την Στέτεν και την ομάδα της γενέτειράς του, την Λόεραχ, στα χαμηλότερα γερμανικά πρωταθλήματα, προσελκύοντας την προσοχή της ελβετικής FC Βασιλείας. Εντάχθηκε στο σύλλογο, που βρίσκεται στην άλλη όχθη του Ρήνου, το 1971. Αγωνιζόμενος ως επιθετικός, κέρδισε το Ελβετικό πρωτάθλημα το 1972 και το 1973, την τελευταία περίοδο μάλιστα, αναδεικνυόμενος ως κορυφαίος επιθετικός στην Ελβετία. Το 1975, κατέκτησε επίσης το κύπελλο με τη Βασιλεία.


Το 1973, παίζοντας στη Βασιλεία, αποφοίτησε από το κοντινό Κολλέγιο του Λόεραχ ως καθηγητής των μαθηματικών και του αθλητισμού. Διατήρησε την ερασιτεχνική του ιδιότητα ώστε να είναι σε θέση να συμμετάσχει στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1972 στο Μόναχο. Εκεί, έπαιξε μεταξύ άλλων μαζί με τον Ούλι Χένες (Uli Hoenneß), αργότερα ποδοσφαιριστή και γενικό διευθυντή στη Μπάγερν Μονάχου, ο οποίος θα τον προσλάβει ως προπονητή, στα τέλη του 1990. Μία από τις σημαντικότερες στιγμές του τουρνουά, ήταν η πρώτη συνάντηση μεταξύ των εθνικών ομάδων της Δυτικής και της Ανατολικής Γερμανίας στο ποδόσφαιρο. Η Δυτική Γερμανία έχασε αυτό το ματς 2-3 και έτσι δεν μπόρεσαν να προχωρήσουν στους ημιτελικούς. Σε αυτό το ματς, ο Χίτσφελντ πέτυχε ένα από τα πέντε γκολ του στο τουρνουά.


Το 1975, στα 26 του χρόνια, αποδέχθηκε την προσφορά της Στουτγάρδης, τότε στην Β’ γερμανική κατηγορία. Με τους Σουηβούς, ήταν μέλος της θρυλικής «επίθεσης των 100 γκολ», από την επίτευξη τερμάτων εκείνης της περιόδου που ήταν 100 – 36. Σ’  έναν αγώνα εναντίον της Γιαν Ρέγκενσμπουργκ, σκόραρε 6 γκολ, που είναι μέχρι σήμερα ακόμη, το ρεκόρ για παίκτη της Β’ Κατηγορίας! Μετά από δύο χρόνια, το 1977, η ομάδα κατέκτησε την άνοδο στην πρώτη κατηγορία, την Μπουντεσλίγκα. Ο Χίτσφελντ, μέχρι εκείνη τη στιγμή είχε σκοράρει 33 γκολ σε 55 αγώνες πρωταθλήματος. Στην Μπουντεσλίγκα, η ομάδα τελείωσε τη σεζόν σε μια αξιοσημείωτη 4η θέση. Σκόραρε 5 γκολ σε 22 αγώνες. Μετά από τρία χρόνια με τη Στουτγκάρδη,  επέστρεψε σε αυτό που μέχρι τότε είχε γίνει το δεύτερο σπίτι του, την Ελβετία. Αγωνίστηκε για 2 σεζόν, από το 1978 έως το 1980 με την ομάδα της Λουγκάνο πριν ενταχθεί στη Λουκέρνη, όπου και τελείωσε την καριέρα του το 1983, σε ηλικία 34 ετών.


Η πρώτη του δουλειά σαν προπονητής, ήταν με την FC Ζουγκ. Παραιτήθηκε πάνω στον χρόνο επειδή « ... ο πρόεδρος έβριζε και μείωνε τους παίκτες. Προσπάθησα να τους προστατέψω, αλλά δεν μπορούσα άλλο να συνεχίσω σε αυτή την κατάσταση». Το 1984, ακολούθησε μια προσφορά για ν’ αναλάβει την Ααράου, όπου και εγκαταστάθηκε για τέσσερα χρόνια. Η θητεία του εκεί στέφθηκε με τον πρώτο τίτλο του ως προπονητής, το Κύπελλο Ελβετίας του 1985. Σύντομα προσέλκυσε την προσοχή του μεγάλου συλλόγου της Ζυρίχης, της Γκρασχόπερ. Μεταξύ 1988 και 1991, κατέκτησε με τις «ακρίδες» άλλα τέσσερα τρόπαια, ξεκινώντας με μια κατάκτηση του κυπέλλου πριν απ’ το τέλος της πρώτης σεζόν. Το επόμενο έτος, ακολούθησε το double και το 1991 υπερασπίστηκε τον τίτλο, πριν φύγει για την Μπορούσια του Ντόρτμουντ.


Το 1991, ήλθε πρόταση από ομάδα της Μπουντεσλίγκα, την Μπορούσια Ντόρτμουντ, η οποία μόλις είχε ολοκληρώσει τη δέκατη σεζόν. Στη πρώτη του περίοδο εκεί, αυτός και ο βοηθός του Μίκαελ Χένκε (Michael Henke), με τον οποίο θα συνεργάζονται για τα επόμενα 13 χρόνια, κατέκτησε την δεύτερη θέση στο πρωτάθλημα, εξασφαλίζοντας μια θέση στο Κύπελλο UEFA της περιόδου 1992/93. Την επόμενη χρονιά, η Ντόρτμουντ έφτασε στον τελικό αυτής της διοργάνωσης, αλλά ηττήθηκε και στους δύο αγώνες από την Γιουβέντους. Το 1995, κέρδισε το πρώτο πρωτάθλημα του με την Ντόρτμουντ. Ήταν ο πρώτος τίτλος της από το Κύπελλο Γερμανίας του 1989 και το πρώτο πρωτάθλημα της μετά από 32 χρόνια. Ήταν και το πρώτο τρόπαιο του Χίτσφελντ στη Γερμανία.


Την περίοδο 1995/96, υπερασπίστηκε με επιτυχία τον τίτλο, αλλά ο μεγάλος θρίαμβος έπρεπε να περιμένει για άλλη μια χρονιά. Το 1997, η Ντόρτμουντ τερμάτισε τρίτη στο πρωτάθλημα, αλλά έφτασε μέχρι τον τελικό του UEFA Champions League, όπου συναντήθηκε και πάλι με την Γιουβέντους. Αυτή τη φορά, η Μπορούσια επικράτησε 3-1, στο Ολυμπιακό Στάδιο του Μονάχου, εναντίον της ομάδας από τη βόρεια Ιταλία, η οποία είχε στις τάξεις της, αστέρια όπως τον Ζινεντίν Ζιντάν (Zinedine Zidane), τον Ντιντιέ Ντεσάν (Didier Deschamps) και τον Κριστιάν Βιέρι (Christian Vieri). Για αυτήν την επιτυχία του,  βραβεύτηκε για πρώτη φορά με το βραβείο «Προπονητής της Χρονιάς στον Κόσμο»! Υπήρχαν όμως προστριβές με την διοίκηση της ομάδας και προήχθη σε αθλητικό διευθυντή και διάδοχός του ανέλαβε ο Νέβιο Σκάλα (Nevio Scala), που οδήγησε την Μπορούσια Ντόρτμουντ στην κατάκτηση του Διηπειρωτικού Κυπέλλου του 1997, με αντίπαλο την  Κρουζέιρο από τη Βραζιλία.


Το 1998, προσλήφθηκε από τον πιο επιτυχημένο σύλλογο της Γερμανίας, τη Μπάγερν Μονάχου. Στο πρώτο έτος του, οδήγησε τον σύλλογο στην κατάκτηση του πρωταθλήματος, με ένα ρεκόρ διαφοράς βαθμών. Ωστόσο, έχασε το Κύπελλο Γερμανίας, αφού ηττήθηκε στον τελικό από την Βέρντερ Βρέμης στα πέναλτι. Το πιο σημαντικό ήταν η πορεία τους προς τον τελικό του Champions League. Στον τελικό, έπεσε θύμα της «Ανατροπής του Αιώνα», όπου η Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, στα τελευταία λεπτά και στις καθυστερήσεις, πέτυχε 2 γκολ, ανατρέποντας το μέχρι τότε σκορ του αγώνα, καταδικάζοντας τη Μπάγερν σε μια εκπληκτική ήττα.



Στην επόμενη σεζόν, η επιτυχία μέσα στη Γερμανία, έγινε επιβλητικότερη μετά τη κατάκτηση του double. Το πρωτάθλημα, πάντως το πήρε με καρδιοχτύπι, μιας και η Μπαγερν εξαρτιόνταν από την γειτονική Ουντερχάκινγκ, ένα προάστιο του Μονάχου, να νικήσει τη Μπάγερ Λεβερκούζεν στο τελευταίο παιχνίδι για να εξασφαλίσει τον τίτλο. Στον τελικό του Κύπελλο Γερμανίας κέρδισε την Βέρντερ Βρέμης, σε μια επανάληψη του προηγούμενου τελικού. Στο Champions League, σταμάτησε στον ημιτελικό από την μετέπειτα νικήτρια Ρεάλ Μαδρίτης.


Την περίοδο 2000/01, οδήγησε τη Μπάγερν όχι μόνο στο τρίτο συνεχόμενο πρωτάθλημα, αλλά και πάλι σε τελικό του Champions League, αποκλείοντας καθ’ οδό την Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ και την κάτοχο του τίτλου Ρεάλ Μαδρίτης. Στον τελικό, επικράτησε στα πέναλτι της Βαλένθια. Το γεγονός αυτό έκανε τον Χίτσφελντ έναν από τους μόλις πέντε προπονητές που έχει κερδίσει το Κύπελλο Πρωταθλητριών/Champions League με δύο διαφορετικές ομάδες, μαζί με τον Έρνστ Χάπελ (Ernst Happel), τον Ζοζέ Μουρίνιο (José Mourinho), τον Γιουπ Χάινκες (Jupp Heynckes) και τον Κάρλο Αντσελότι (Carlo Ancelotti).


Αναγνωρίστηκε και πάλι με την τιμή του «Προπονητής της Χρονιάς στον Κόσμο», αλλά αυτή τη φορά συνέχισε να έχει τον έλεγχο στην ομάδα του στον επακόλουθο τελικό για το Διηπειρωτικό Κύπελλο εναντίον της αργεντίνικης Μπόκα Τζούνιορς. Ένα μοναδικό γκολ του Γκανέζου αμυντικού Σάμιουελ Κουφούρ (Samuel Kuffour) στην παράταση έδωσε στη Μπάγερν τον τίτλο, διασκεδάζοντας τις εντυπώσεις από την τρίτη θέση στο πρωτάθλημα. Την σεζόν 2002/03, η Μπάγερν για μια ακόμη φορά κυριάρχησε στο γερμανικό ποδόσφαιρο, κατακτώντας το πρωτάθλημα, τέσσερις αγωνιστικές πριν από το τέλος της σεζόν. Με την νίκη 3-1 επί της Καιζερσλάουτερν εξασφάλισε άλλο ένα double. Ακολούθησε μια περίοδος  λιγότερο εντυπωσιακού ποδοσφαίρου, μένοντας χωρίς τίτλο και ο σύλλογος παραιτήθηκε από το υπόλοιπο έτος του συμβολαίου του 55χρονου προπονητή.


Είχε μια προσφορά για να αναλάβει τα ηνία της γερμανικής εθνικής ομάδας, αλλά προτίμησε να κάνει ένα διάλειμμα από το παιχνίδι. Την 1η Φεβρουαρίου του 2007, μετά την απόλυση του Φέλιξ Μάγκατ (Fèlix Magath), επέστρεψε στην Μπάγερν Μονάχου, ελπίζοντας ότι θα μπορούσε να την οδηγήσει σε ένα άλλο πρωτάθλημα. Συγκέντρωσε 8 πόντους σε 15 παιχνίδια που απέμεναν και τελικά, η Μπάγερν τερμάτισε 4η, με αποτέλεσμα να μην πληρεί τις προϋποθέσεις για το Champions League, για πρώτη φορά σε περισσότερο από μια δεκαετία.


Ένας πακτωλός εκατομμυρίων πριν από τη νέα σεζόν, βοήθησε τον Χίτσφελντ  να οδηγήσει την ομάδα σε μια νέα φάση στην εγχώρια κυριαρχία της, κερδίζοντας το γερμανικό Λιγκ Καπ, το Κύπελλο Γερμανίας, και το πρωτάθλημα. Μετά από πολλές νίκες και μερικές ισοπαλίες, η συμμετοχή στο Κύπελλο UEFA της περιόδου 2007/08, τελείωσε στον ημιτελικό με μια ταπεινωτική ήττα 4-0 από την μετέπειτα νικήτρια, Ζενίτ Αγίας Πετρούπολης. Κατά τη διάρκεια της σεζόν, είχε ανακοινώσει ότι δεν θα συνεχίσει για άλλη μια σεζόν στο τιμόνι και ο Γιούργκεν Κλίνσμαν (Jürgen Klinsmann) έγινε ο διάδοχός του στην Μπάγερν.


Ανέλαβε προπονητής της ελβετικής εθνικής ομάδας το καλοκαίρι του 2008. Τερμάτισε στην κορυφή του προκριματικού ομίλου για το Παγκόσμιο Κύπελλο του 2010 στη Νότιο Αφρική. Παρόλο που η Ελβετία κέρδισε (1-0) τον εναρκτήριο αγώνα της εναντίον της μετέπειτα Παγκόσμιας Πρωταθλήτριας Ισπανίας, ηττήθηκε 1-0 από τη Χιλή και έφερε ισοπαλία 0-0 με την Ονδούρα, αποτελέσματα που εκμηδένισαν τις πιθανότητές τους για πρόκριση. Δεν κατάφερε να προκριθεί για το Euro του 2012, αφού τερμάτισε στην τρίτη θέση πίσω από την Αγγλία και το Μαυροβούνιο στον προκριματικό όμιλο.


Οδήγησε την Ελβετία σε ένα δεύτερο διαδοχικό Παγκόσμιο Κύπελλο, καθώς η ομάδα του παρέμεινε αήττητη στη διάρκεια των προκριματικών για την διοργάνωση του 2014 στη Βραζιλία. Ανακοίνωσε την αποχώρησή του από την προπονητική μετά το Παγκόσμιο Κύπελλο.


Πέρα από το παρατσούκλι «Ο Στρατηγός» (Der General), με σαφή αναφορά στον θείο του, πολλές φορές γίνεται λογοπαίγνιο με το όνομά του, «Gott-mar Χίτσφελντ», όπου Gott είναι η γερμανική λέξη για τον Θεό!



PALMARES

Περίοδος: Σύλλογος, Συμμετοχές (Γκολ) 

Εφηβική καριέρα 

  • 1960–1967: TuS Stetten 
  • 1967/68: FV Lörrach 

Επαγγελματική καριέρα 

  • 1971–1975: Fussball Club Basel 1893, 92 (66) 
  • 1975–1978: Verein für Bewegungsspiele Stuttgart 1893 E. V., 80 (38) 
  • 1978–1980: Football Club Lugano, 55 (35) 
  • 1980–1983: Fussball-Club Luzern, 72 (30) 
Σύνολο καριέρας: 300 (169) 

Διεθνής

  • 1972: Ολυμπιακή Ομάδα Δυτικής Γερμανίας, 6 (5) 

Προπονητική καριέρα 

  • 1983–1984: Zug 94 
  • 1984–1988: Fussball-Club Aarau 
  • 1988–1991: Grasshopper Club Zürich 
  • 1991–1997: Ballspielverein Borussia 09 e.V. Dortmund 
  • 1998–2004: Fußball-Club Bayern München e.V. 
  • 2007/08: Fußball-Club Bayern München e.V. 
  • 2008–2014: Ελβετία 

Τίτλοι


Ως ποδοσφαιριστής

Με την Βασιλεία 

  • Πρωτάθλημα Ελβετίας: 2 (1971/72, 1972/73) 
  • Κύπελλο Ελβετίας: 1975 

Ως προπονητής 


Με την  Aarau 

  • Κύπελλο Ελβετίας: 1985 

Με την Grasshopper 
  • Πρωτάθλημα Ελβετίας: 2 (1989/90, 1990/91) 
  • Κύπελλο Ελβετίας: 2 (1989, 1990) 
  • Super Cup Ελβετίας: 1989 

Με την Borussia Dortmund 
  • Πρωτάθλημα Γερμανίας: 2 (1994/95, 1995/96) 
  • Super Cup Γερμανίας: 2 (1995, 1996) 
  • UEFA Champions League: 1996/97 

Με την Bayern Munich 
  • Πρωτάθλημα Γερμανίας: 1998/99, 1999/00, 2000/01, 2002/03, 2007/08 
  • Κύπελλο Γερμανίας: 3 (1999–2000, 2002/03, 2007/08) 
  • Λιγκ Καπ Γερμανίας: 4 (1998, 1999, 2000, 2007) 
  • UEFA Champions League: 2000/01; Runner Up:1998/99 
  • Διηπειρωτικό Κύπελλο: 2001 

Προσωπικές Διακρίσεις 


Ως ποδοσφαιριστής 


  • Πρώτος Σκόρερ Ελβετικού Πρωταθλήματος: 1973 με 18 γκολ 

Ως προπονητής 

  • Καλύτερος Προπονητής του Κόσμου από τον Διεθνή Οργανισμό Ιστορίας και Στατιστικής του Ποδοσδαίρου: 2 (1997, 2001) 
  • Καλύτερος Προπονητής του Κόσμου από το περιοδικό «World Soccer»: 1997 
  • Προπονητής της Χρονιάς από την UEFA: 2001 
  • Προπονητής της Χρονιάς για την Γερμανία: 2008 
  • Έχει ψηφιστεί ως ο Καλύτερος Προπονητής της Bayern Όλων των Εποχών 
  • Μοιράζεται την θέση του Καλύτερου Προπονητή για την Μπουντεσλίγκα.