Σάββατο, 31 Δεκεμβρίου 2016

Κουατεμόκ Μπλάνκο

Ο Μεξικάνος επιθετικός ή και επιθετικός μέσος Κουατεμόκ Μπλάνκο (Cuauhtémoc Blanco Bravo), γεννήθηκε στις 17 Ιανουαρίου του 1973, στην Πόλη του Μέξικο. Ως ποδοσφαιριστής, ήταν γνωστός για τις επιθετικές του ικανότητες και έπαιξε το μεγαλύτερο μέρος της καριέρας του ως επιθετικός και τη τελευταία χρονιά του ως μεσοεπιθετικός. Ήταν επίσης γνωστός για τα ακριβή σουτ του και τις εξαιρετικές μεταβιβάσεις του. Θεωρείται ως ένας από τους Μεγαλύτερους Ποδοσφαιριστές του Μέξικο Όλων των Εποχών. Είναι ο μόνος Μεξικάνος ποδοσφαιριστής που έχει βραβευτεί σε διεθνή διαγωνισμό της FIFA, καθώς κέρδισε την Αργυρή Μπάλα και το Ασημένιο Παπούτσι στο Κύπελλο Συνομοσπονδιών της FIFA το 1999. Του έχει απονεμηθεί το βραβείο του Πολυτιμότερου Παίκτη (MVP) του πρωταθλήματος του Μέξικο τέσσερις φορές. Είναι μαζί με τον Ροναλντίνιο ο Κορυφαίος Σκόρερ του Κυπέλλου Συνομοσπονδιών Όλων των Εποχών. Είναι ο 3ος Κορυφαίος Σκόρερ για την εθνική ομάδα του Μέξικο, αλλά και για τη Κλαμπ Αμέρικα. Είναι επίσης ο 2ος σκόρερ για το Μέξικο, τόσο στα Παγκόσμια Κύπελλα όσο και στο Κόπα Λιμπερταδόρες. Σήμερα, υπηρετεί ως ο δήμαρχος της Κουερναβάκα, υπό το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα (PSD).


Έμαθε να παίζει μπάλα στις αλάνες της Πόλης του Μέξικο με διάφορες τοπικές ομάδες, αναπτύσσοντας ένα στυλ παιχνιδιού που βασιζόταν στη δημιουργικότητα. Ο Άνχελ Γκονζάλεζ (Angel Gonzalez), σκάουτερ της Κλαμπ Αμέρικα τον ανακάλυψε και τον έφερε στα τμήματα υποδομής του συλλόγου και έκανε το ντεμπούτο του στη Μεξικάνικη Πριμέρα Ντιβιζιόν, το 1992, σε ηλικία 19 ετών. Κέρδισε το πρώτο του Χρυσό Παπούτσι στη Χειμερινή σεζόν του 1998 με 16 γκολ για τους «Αετούς». Τον Μάιο του 2005, κέρδισε το πρώτο του πρωτάθλημα ως παίκτης, το δέκατο για την  Κλαμπ Αμέρικα. Στα επόμενα τρία χρόνια, από το 2005 έως το 2007, τιμήθηκε με το βραβείο MVP.  Σημείωσε το τελευταίο γκολ του για την Κλαμπ Αμέρικα, στον τελικό του πρωταθλήματος 2007, εναντίον της Πατσούκα. Έχοντας 333 συμμετοχές και 135 γκολ, είναι ένα είδωλο για τους οπαδούς του συλλόγου και μια σημαντική μορφή στην ιστορία της ομάδας.  Μετά από εκείνο το παιχνίδι μετακόμισε στο Σικάγο και έπαιξε τα επόμενα δύο σεζόν για Σικάγο Φάιρ.


Το χειμώνα του 1997 και το καλοκαίρι του 1998,  έπαιξε δανεικός στην Νεκάξα, με την οποία σκόραρε 13 γκολ σε 28 εμφανίσεις. Το 2000, μετά από τη βράβευσή του με το Χρυσό Παπούτσι στο Κύπελλο Συνομοσπονδιών του 1999, δόθηκε δανεικός στην ισπανική Βαγιαδολίδ για την περίοδο 2000/01. Τον Οκτώβριο του ίδιου έτους σ’ ένα διεθνή αγώνα εναντίον των Τρινιντάντ και Τομπάγκο, έσπασε το πόδι του που τον κράτησε έξω από τα γήπεδα για τους επόμενους έξι μήνες. Ανέκαμψε και συνέχισε, πραγματοποιώντας πολύ καλές εμφανίσεις με τον ισπανικό σύλλογο για άλλη μια σεζόν. Σκόραρε μάλιστα ένα εξαιρετικό γκολ, εναντίον της Ρεάλ Μαδρίτης στο «Μπερναμπέου»


Επέστρεψε στο Μέξικο, για λογαριασμό της Βερακρούζ και κατέκτησε μαζί της την Απερτούρα του 2004, όντας ο σημαντικότερος παίκτης της. Στις 2 Απριλίου του 2007, υπέγραψε και έπαιξε τις δύο επόμενες σεζόν για τους Σικάγο Φάιερ,  στη Major League Soccer των Ηνωμένων Πολιτειών. Χαιρετίστηκε από 5.000 οπαδούς στο «Toyota Park», εν μέσω αποθέωσης. Ήταν φιναλίστ για MVP της Χρονιάς καθώς και Νεοεισερχόμενος στο πρωτάθλημα. Ένα γκολ του ψηφίστηκε ως το Καλύτερο της Χρονιάς.  Ήταν ο δεύτερος πιο ακριβοπληρωμένος παίκτης στην Major League Soccer, μετά τον Ντέιβιντ Μπέκαμ (David Beckham), κερδίζοντας 2.7 εκατομμύρια δολάρια το χρόνο. Για άλλη μια χρονιά ήταν φιναλίστ για MVP της χρονιάς. Στις 24 Ιουλίου του 2008, με τους  MLS All-Stars εναντίον της Γουέστ Χαμ, ήταν ο MVP του παιχνιδιού με μία ασίστ και ένα γκολ, σ’ ένα παιχνίδι στο οποίο έπαιξε μόνο 46 λεπτά. Οι  MLS All-Stars κέρδισαν 3-2.


Στις 19 Νοεμβρίου του 2008, υπέγραψε στη Σάντος Λαγκούνα, μόνο για την Απερτούρα 2008. Σκόραρε το πρώτο του γκολ στις 29 Νοεμβρίου του 2008. Τον Οκτώβριο του 2009, στα 36 του χρόνια, υπέγραψε στη Βερακρούζ, ωστόσο, μετά από 6 μήνες πήγε στην Ιραπουάτο, στην Β’ κατηγορία, όπου ως αρχηγός της κατέκτησε την Κλαουσούρα 2011, χωρίς να καταφέρει να πάρει την άνοδο, χάνοντας από την Τιχουάνα. Τον Δεκέμβριο του 2011, εντάχθηκε στη Ντοράντος της Σιναλόα, που σύμφωνα με τον Μπλάνκο, θα ήταν η τελευταία ομάδα που εκπροσωπεί. Άλλαξε τη γνώμη του και έπαιξε για άλλους 6 μήνες στη Ντοράντος . Τελείωσε τον Ιούνιο του 2013. Στα 40 του χρόνια αγωνίστηκε με την Λόμπος και στα 41 του με την Πουέμπλα τέλειωσε την καριέρα του, πρωταθλητής, αγωνιζόμενος τα τελευταία 20 λεπτά στον τελικό εναντίον της Γουαδαλαχάρα.


Έπαιξε  για το Μεξικό σε τρία Παγκόσμια Κύπελλα. Ήταν μέλος της ομάδας στη Γαλλία το 1998, την Κορέα και την Ιαπωνία το 2002 και τη Νότια Αφρική το 2010. Ήταν επίσης μέλος της ομάδας που κέρδισε Κύπελλο Συνομοσπονδιών το 1999, όπου ήταν πρώτος σκόρερ του τουρνουά με 6 γκολ, συμπεριλαμβανομένου αυτού της νίκης στο Estadio Azteca κόντρα στη Βραζιλία στον τελικό. Του απονεμήθηκε το «Ασημένιο Παπούτσι» και η «Ασημένια Μπάλα» του τουρνουά. Κατέχει το ρεκόρ Καλύτερου Σκόρερ, μαζί με τον Βραζιλιάνο Ροναλντίνιο, στο Κύπελλο Συνομοσπονδιών με 9 γκολ, 3 το 1997 και 6 το 1999.


Στις 13 Σεπτεμβρίου του 2008, κέρδισε την 100ή συμμετοχή του του για τη χώρα του στη νίκη με 2-1 επί του Καναδά.  Στις 17 Ιουνίου του 2010, σημείωσε γκολ με πέναλτι στο 78ο λεπτό, στη νίκη με 2-0 εναντίον της Γαλλίας, στα τελικά του Παγκοσμίου Κυπέλλου στη Νότια Αφρική και μ’ αυτό το γκολ έγινε ο πρώτος παίκτης  του Μέξικο που σκοράρει σε 3 Παγκόσμια Κύπελλα και ο τρίτος Μεξικάνος σκόρερ στην ιστορία των Παγκοσμίων Κυπέλλων. Θεωρείται από πολλούς ως ένας από τα καλύτερους εκτελεστές πέναλτι όλων των εποχών.  Έχει εκτελέσει 58 και  έχει χάσει μόνο δύο. Έκανε συνολικά 120 συμμετοχές για το Μέξικο σημειώνοντας 39 γκολ.


Έχει δώσει τ’ όνομά του στην Κουατεμίνια (Cuauhtemiña), την περίφημη ντρίπλα που εφάρμοσε για πρώτη φορά στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1998, όταν  κολλώντας την μπάλα ανάμεσα στα δυο του πόδια και πηδώντας μαζί της πάνω από τα πόδια των αντιπάλων, την απελευθέρωσε στον αέρα, αφήνοντας άναυδους τους αμυντικούς της Χιλής που έπεσαν θύματα.  Από τον Ιανουάριο του 2015, είναι δήμαρχος της περιοχής Κουερναβάκα, στην Πόλη του Μέξικο.

Μερικά από τα κατορθώματά του, εδώ:


και εδώ:  


PALMARES

Περίοδος: Σύλλογος, Συμμετοχές (Γκολ)

Επαγγελματική καριέρα

  • 1992–2007: Club de Fútbol América S.A. de C.V., 333 (135)
  • 1997/98: (δανεικός) → Impulsora del Deportivo Necaxa S.A. de C.V., 28 (13)
  • 2000–2002: (δανεικός) → Real Valladolid Club de Fútbol, 23 (3)
  • 2004: (δανεικός) → Club Deportivo Tiburones Rojos de Veracruz, 15 (5)
  • 2007–2009: Chicago Fire, 62 (16)
  • 2008: (δανεικός) → Club Santos Laguna S.A. de C.V., 4 (1)
  • 2010: Club Deportivo Tiburones Rojos de Veracruz, 14 (5)
  • 2010/11: Irapuato Fútbol Club, 47 (9)
  • 2012/13: Club Social y Deportivo Dorados de Sinaloa, 40 (14)
  • 2013/14: Club de Fútbol Lobos de la Benemérita Universidad Autónoma de Puebla, 22 (6)
  • 2014/15: Puebla Fútbol Club, 19 (3)

Σύνολο καριέρας: 607 (205)

Διεθνής

  • 1995–2014: Μέξικο, 120 (39)

Τίτλοι

Συλλογικοί

Με την América
  • Πρωτάθλημα Μέξικο: Clausura 2005
  • Σούπερ Καπ Μέξικο: 2005
  • CONCACAF Champions' Cup: 2006

Με την Dorados
  • Copa MX: Apertura 2012

Με την Irapuato
  • Liga de Ascenso: Clausura 2011

Με την Puebla

  • Copa MX: Clausura 2015

Διεθνείς

Με το Μέξικο

  • FIFA Confederations Cup: 1999
  • CONCACAF Gold Cup: 2 (1996, 1998)

Προσωπικές Διακρίσεις

  • Ασημένιο Παπούτσι -2ος Σκόρερ FIFA Confederations Cup: 1999
  • Ασημένια Μπάλα –2ος Καλύτερος Πάικτης FIFA Confederations Cup: 1999
  • Παίκτης της Χρονιάς για το Μέξικο: 2001/02
  • MVP Μεξικάνικου Πρωταθλήματος: 4 (1997/98, 2004/05, 2005/06, 2006/07)
  • Πρώτος Σκόρερ Μεξικάνικου Πρωταθλήματος: Χειμώνας 1998
  • Μέλος Καλύτερης Ενδεκάδας πρωταθλήματος MLS: 2008
  • MVP All-Star Game MLS: 2008
  • Γκολ της Χρονιάς για την MLS: 2007


Νίκος Νιόπλιας

Ο Έλληνας οργανωτικός μέσος Νίκος Νιόπλιας, γεννήθηκε στις 17 Ιανουαρίου του 1965, στη Γαλατινή της Κοζάνης. Η καριέρα του ξεκίνησε με τον ΟΦΗ το 1983, κερδίζοντας το ελληνικό κύπελλο το 1987, ενώ παρέμεινε στον σύλλογο για μια δεκαετία πριν μεταγραφεί στο Παναθηναϊκό. Στην πρώτη του σεζόν στους «πράσινους» κατέκτησε το Κύπελλο και το 1994/95 το νταμπλ. Διατήρησε τον τίτλο και την επόμενη σεζόν και ήταν μέλος της ομάδας που έφτασε στα ημιτελικά του UEFA Champions League του 1995. Το 1996 επέστρεψε στην ΟΦΗ και παρέμεινε μέχρι το 2002, όταν και μετακόμισε στην Χαλκηδόνα. Αγωνίστηκε  μέχρι το καλοκαίρι του 2004, όταν έκλεισε την καριέρα του, αφού έκανε συνολικά 509 εμφανίσεις στην κορυφαία ελληνική κατηγορία. Έπαιξε για τις μικρές εθνικές της Ελλάδας, φτάνοντας  στον τελικό του Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος U-21 του 1988. Ήταν μέλος της ομάδας που συμμετείχε στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1994, παίζοντας και στους 3 αγώνες. Συνολικά, έκανε 44 συμμετοχές και σημείωσε 1 γκολ για την Ελλάδα. Είναι ένας από τους πιο ποιοτικούς Έλληνες ποδοσφαιριστές της γενιάς του και από τους πλέον ελπιδοφόρους νέους προπονητές της χώρας μας. 


Ξεκίνησε την καριέρα του από την τοπική ομάδα το 1981 και την αμέσως επόμενη χρονιά μεταγράφηκε στον ΟΦΗ. Η απόδοση του στην κρητική ομάδα δεν άργησε να τον καθιερώσει, αρχικά ως έναν από τους πλέον ταλαντούχους Έλληνες ποδοσφαιριστές και στη συνέχεια ως βασικό στέλεχος της Εθνικής ομάδας. Αγωνιζόμενος στον ΟΦΗ, κατέκτησε το Κύπελλο Ελλάδας το 1987, αγωνίστηκε σε έναν ακόμη τελικό το 1990, ενώ τερμάτισε στη δεύτερη θέση στο πρωτάθλημα το 1986. Όλα αυτά, σε συνδυασμό με την μεγάλη αγάπη του κόσμου στο Ηράκλειο, τον κατέστησαν, όχι άδικα, ως έναν από τους πιο σημαντικούς ποδοσφαιριστές στην ιστορία της ομάδας.


Το 1993 ήρθε η ώρα να κάνει το μεγάλο βήμα, με την μεταγραφή του στον Παναθηναϊκό. Εκεί συνέχισε τις πολύ καλές εμφανίσεις που τον έφεραν στην Παιανία, ενώ υπήρξε στέλεχος της ομάδας που καταξιώθηκε απόλυτα σε Ελλάδα και Ευρώπη. Με τη φανέλα του «τριφυλλιού» κέρδισε δύο πρωταθλήματα (1995,1996) και δύο Κύπελλα Ελλάδας (1994,1995), ενώ αγωνίστηκε και στο Champions League.


Το 1996 ήρθε η ώρα της επιστροφής του στην ομάδα που λάτρεψε και λατρεύτηκε, με τον ΟΦΗ να ανοίγει και πάλι την «αγκαλιά» του για να τον υποδεχθεί. Εκεί αγωνίστηκε για έξι χρόνια ακόμα, πάντα ως αρχηγός, πριν πάρει μεταγραφή το 2002 για τη Χαλκηδόνα. Με τη φανέλα της αθηναϊκής ομάδας, πραγματοποίησε και πάλι εξαιρετικές εμφανίσεις, πριν κλείσει εκεί την πλούσια καριέρα του το 2004. Είχε συνολικά 509 συμμετοχές στην Α' Εθνική, επίδοση η οποία τον φέρνει στη 2η θέση της σχετικής λίστας, πετυχαίνοντας 70 τέρματα.


 Υπήρξε βασικό μέλος των εθνικών ομάδων των Ελπίδων και ήταν μάλιστα βασικό στέλεχος της ομάδας που το 1988 αγωνίστηκε στον τελικό του ευρωπαϊκού πρωταθλήματος Ελπίδων, εναντίον της Γαλλίας, αλλά και των Νέων, με τις οποίες αγωνίστηκε στις τελικές φάσεις των αντίστοιχων ευρωπαϊκών πρωταθλημάτων. Με την εθνική Ανδρών αγωνίστηκε για πρώτη φορά στις 17 Φεβρουαρίου του 1988, στον φιλικό εντός έδρας αγώνα εναντίον της Βόρειας Ιρλανδίας (3-2), όταν υπό τις οδηγίες του Μίλτου Παπαποστόλου πέρασε ως αλλαγή στη θέση του Σάββα Κωφίδη και έως το 1995 αποτελούσε ένα από τα βασικά στελέχη της. Σε 44 συνολικά αγώνες σημείωσε 1 γκολ. Συνέβαλε στη μεγάλη πρόκριση στο Μουντιάλ του 1994, όπου και συμμετείχε στην τελική φάση της διοργάνωσης στα γήπεδα των ΗΠΑ, αγωνιζόμενος και στους τρεις αγώνες που έδωσε η ελληνική ομάδα.


 Μετά το τέλος της ποδοσφαιρικής του καριέρας, ακολούθησε την προπονητική και ανέλαβε την εθνική Νέων (Κ-19), την οποία οδήγησε στον τελικό του ευρωπαϊκού πρωταθλήματος Νέων της Αυστρίας το 2007. Στη συνέχεια ανέλαβε την εθνική Ελπίδων καθώς οι αθλητές που καθοδηγούσε προβιβάστηκαν σε αυτή. Στις 8 Δεκεμβρίου του 2009 η ΠΑΕ Παναθηναϊκός ανακοίνωσε την πρόσληψή του στη θέση του Χενκ Τεν Κάτε (Henk ten Cate). Βοηθός του στον Παναθηναϊκό ήταν ο παλιός του συμπαίκτης στην ομάδα, Κριστόφ Βαζέχα (Krzysztof Warzycha). Μαζί κατέκτησαν το νταμπλ την περίοδο 2009/10.  Τον Ιούνιο του 2011 ανέλαβε την εθνική ομάδα της Κύπρου, θέση από την οποία αποχώρησε τον Σεπτέμβριο του 2013. Τον Φεβρουάριο του 2015 ανακοινώθηκε η πρόσληψή του στον Ατρόμητο Αθηνών, απ’ τον οποίο αποχώρησε όμως με τη λήξη της περιόδου. Τον Ιανουάριο του 2016 ανέλαβε την τεχνική ηγεσία του ΟΦΗ.

PALMARES

Περίοδος: Σύλλογος, Συμμετοχές (Γκολ)

Εφηβική καριέρα

  • 1981/82: Αθλητικός Μορφωτικός Σύλλογος Γαλατινή

Επαγγελματική καριέρα

  • 1982-1993: Όμιλος Φιλάθλων Ηρακλείου, 257 (34)
  • 1993-1996: Παναθηναϊκός Αθλητικός Όμιλος, 73 (6)
  • 1996-2002: Όμιλος Φιλάθλων Ηρακλείου, 159 (30)
  • 2002-2004: Αθλητικός Όμιλος Χαλκηδών, 44 (4)

Σύνολο Καριέρας: 533 (74)

Διεθνής

  • 1988-1995: Ελλάδα, 44 (1)

Προπονητική καριέρα

  • 2005-2007: Εθνική Νέων Ελλάδος U-19
  • 2007-2009: Εθνική Ελπίδων Ελλάδος U-21
  • 2009/10: Παναθηναϊκός Αθλητικός Όμιλος
  • 2010/11: Εθνική Ελπίδων Ελλάδος U-21
  • 2011/13: Κύπρος
  • 2015: Α.Π.Σ. Ατρόμητος Αθηνών

Τίτλοι

Ως ποδοσφαιριστής

Με τον ΟΦΗ
  • Κύπελλο Ελλάδος: 1986-87

Με τον Παναθηναϊκό

  • Πρωτάθλημα Ελλάδος: 2 (1994/95, 1995/96)
  • Κύπελλο Ελλάδος: 2 (1993/94, 1994/95)

Ως προπονητής

  • Πρωτάθλημα Ελλάδος:  2009/10
  • Κύπελλο Ελλάδος: 2009/10


Γκιγιέρμο Στάμπιλε

Ο Αργεντίνος κεντρικός επιθετικός Γκιγιέρμο Στάμπιλε (Guillermo Stábile), γεννήθηκε στις 17 Ιανουαρίου του 1905, στο Παρκέ Πατρίσιος, ένα μπάριο στις νότιες περιοχές του Μπουένος Άιρες. Σε συλλογικό επίπεδο, κέρδισε δύο εθνικά πρωταθλήματα με την Χουρακάν, ενώ αγωνίστηκε και στην Ιταλία αλλά και τη Γαλλία. Ήταν ο πρώτος σκόρερ του πρώτου Παγκοσμίου Κυπέλλου το 1930. Ως προπονητής, οδήγησε την Αργεντινή στη νίκη σε 6 Κόπα Αμέρικα και τη Ράσινγκ της Αβεγιανέδα, σε τρεις τίτλους πρωταθλήματος. Έπαιξε για 7 χρόνια στην Ρίβερ Πλέιτ και σκόραρε 417 γκολ. 


Ξεκίνησε την καριέρα του με την τοπική ομάδα Σπορτίβο Μετάν και από το 1920, αγωνιζόταν με την Χουρακάν. Το 1924, προχώρησε στην επαγγελματική ομάδα, στην αρχή ως ακραίος δεξιά επιθετικός, αλλά σύντομα εξελίχθηκε σε σέντερ φορ. Κέρδισε τα πρωταθλήματα του 1925 και 1928, με την Χουρακάν. Μετά τα εντυπωσιακά κατορθώματα του στο Πρώτο Παγκόσμιο Κύπελλο, μεταγράφηκε στην ιταλική Τζένοα. Έγινε αμέσως ο αγαπημένος των οπαδών, σκοράροντας χατ-τρικ στο ντεμπούτο του εναντίον της Μπολόνια. Έμεινε στον Γενοβέζικο σύλλογο για πέντε χρόνια, παίζοντας σε 41 αγώνες και πετυχαίνοντας 16 γκολ. 


Κατά τη διάρκεια της περιόδου 1935/36, μεταγράφηκε στη Νάπολι, με τον σύλλογο να τερματίζει στην 8η θέση στο πρωτάθλημα και τον ίδιο να  σκοράρει 3 γκολ σε 20 παιχνίδια. Τελείωσε την επαγγελματική του καριέρα, στο Παρίσι, με τον Ερυθρό Αστέρα, για τον οποίο αγωνίστηκε  μέχρι το 1939, βοηθώντας τον στην άνοδο στην πρώτη κατηγορία. 


Έκανε το ντεμπούτο του με την εθνική ομάδα της Αργεντινής στην ηλικία των 25 ετών, στον δεύτερο αγώνα της ομάδας, στο πρώτο Παγκόσμιο Κύπελλο που έγινε το 1930 στην Ουρουγουάη, εναντίον του Μέξικο.  Δεν έπαιξε στο πρώτο παιχνίδι κατά της Γαλλίας. Αγωνίστηκε, επειδή ο βασικός επιθετικός Ρομπέρτο Τσέρο (Roberto Cherro) δεν μπορούσε να αγωνιστεί, επικαλούμενος άγχος. Το παιχνίδι τελείωσε με 6-3 για την Αργεντινή, με τον ίδιο να σκοράρει χατ-τρικ στο ντεμπούτο του. Αυτό, για πολύ καιρό πιστευόταν ότι είναι το πρώτο χατ-τρικ στην ιστορία του Παγκοσμίου Κυπέλλου, όταν 76 χρόνια αργότερα, στις 10 Νοεμβρίου του 2006, η FIFA αποφάσισε ότι ο Αμερικανός Μπερτ Πατνόντ (Bert Patenaude) είχε σκοράρει το πρώτο χατ-τρικ δύο ημέρες νωρίτερα, στον αγώνα ΗΠΑ-Παραγουάης, 3-0. 

Στο τελευταίο παιχνίδι των Ομίλων, η Αργεντινή κέρδισε την Χιλή με 3-1, με τον Στάμπιλε να σκοράρει δύο φορές. Στον ημιτελικό, στη νίκη με 6-1 εναντίον των Αμερικανών, πρόσθεσε ακόμη δύο γκολ στο λογαριασμό του. Στις 30 Ιουλίου του 1930, στον  πρώτο τελικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου, μεταξύ της Αργεντινής και της Ουρουγουάης, στο ημίχρονο η Αργεντινή νικούσε με 2-1, με τον Στάμπιλε να έχει σκοράρει το δεύτερο γκολ. Ωστόσο, η Αργεντινή έχασε το παιχνίδι με  4-2. Παρά την απώλεια του τίτλου, έμεινε στην ιστορία, ως ο πρώτος σκόρερ στην πρώτη διοργάνωση του Παγκοσμίου Κυπέλλου, με ενεργητικό 8 γκολ σε 4 παιχνίδια. Δεν έπαιξε ποτέ ξανά για την Αργεντινή!


Είχε πάρει την πρώτη του γεύση ως προπονητής, την περίοδο 1931/32 στη Τζένοα. Μετά από λίγα χρόνια, στο Παρίσι με τον Ερυθρό Αστέρα, έγινε παίκτης-προπονητής . Άφησε τη γαλλική ομάδα, για να αναλάβει την εθνική ομάδα της Αργεντινής, το 1939. Με προπονητή τον Στάμπιλε, η  Αργεντινή κατέκτησε 6 Πρωταθλήματα Νοτίου Αμερικής, τον πρόγονο του Κόπα Αμέρικα (το 1941, 1945, 1946, 1947, 1955 και 1957).  Στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1958, όταν η Αργεντινή έχασε τον τελευταίο της αγώνα στους ομίλους, με 1-6 απ’ την Τσεχοσλοβακία και αποκλείστηκε, παραιτήθηκε. Κλήθηκε πίσω στο πηδάλιο το 1960 και οδήγησε την χώρα του στην κατάκτηση του Παναμερικανικού πρωταθλήματος, στην τρίτη και τελευταία διοργάνωση του, που πραγματοποιήθηκε στην Κόστα Ρίκα. 


Προπόνησε την εθνική ομάδα σε 123 επίσημους αγώνες, κερδίζοντας 83 από αυτούς, κάνοντάς τον έναν από τους λίγους προπονητές με περισσότερους από 100 διεθνείς αγώνες. Παράλληλα με την εθνική ομάδα, ήταν προπονητής στην Χουρακάν, την Φέρο Καρίλ Οέστε και την Ράσινγκ, την οποία οδήγησε σε τρία συνεχόμενα πρωταθλήματα, από το 1949 έως και το 1951. Αποσύρθηκε από τη προπονητική το 1960 για να αναλάβει το ρόλο του διευθυντή της Αργεντίνικης Εθνικής Σχολής Ποδοσφαίρου, θέση την οποία κατείχε μέχρι το τέλος της ζωής του

Ο Γκιγιέρμο Στάμπιλε πέθανε στις 26 Δεκεμβρίου του 1966, στα 61 του χρόνια, στο Μπουένος Άιρες.

PALMARES

Περίοδος: Σύλλογος, Συμμετοχές (Γκολ)

Εφηβική καριέρα

  • Sportivo Metán
  • 1920–1923: Club Atlético Huracán

Επαγγελματική καριέρα

  • 1924–1930: Club Atlético Huracán, 119 (102)
  • 1930–1934: Genoa Cricket and Football Club, 41 (15)
  • 1934/35: Società Sportiva Calcio Napoli, 20 (3)
  • 1935/36: Genoa Cricket and Football Club, 1 (1)
  • 1936–1939: Red Star de Paris Football Club, ? (?)

Διεθνής

  • 1930: Αργεντινή, 4 (8)

Προπονητική καριέρα

  • 1931/32: Genoa Cricket and Football Club (παίκτης-προπονητής)
  • 1937–1939: Red Star de Paris Football Club
  • 1939/40: Club Atlético San Lorenzo de Almagro
  • 1939–1960: Αργεντινή
  • 1940/41: Club Estudiantes de La Plata
  • 1940–1949: Club Atlético Huracán
  • 1949–1960: Racing Club de Avellaneda

Τίτλοι

Ως ποδοσφαιριστής

Συλλογικοί

Με την Huracán
  • Πρωτάθλημα Αργεντινής : 2 (1925, 1928)
  • Copa Dr. Carlos Ibarguren: 1925

Διεθνείς

Με την Αργεντινή
  • Παγκόσμιο Κύπελλο: φιναλίστ το 1930

Ως προπονητής

Συλλογικοί

Με την Racing
  • Πρωτάθλημα Αργεντινής: 3 (1949, 1950, 1951)

 Διεθνείς

Με την Αργεντινή
  • Πρωτάθλημα Νοτίου Αμερικής: 6 (1941, 1945, 1946, 1947, 1955, 1957)
  • Παναμερικανικό Πρωτάθλημα: 1960

Προσωπικές Διακρίσεις

  • Πρώτος Σκόρερ Διοργάνωσης Παγκοσμίου Κυπέλλου: 1930
  • Μέλος Καλύτερης Ενδεκάδας Διοργάνωσης Παγκοσμίου Κυπέλλου: 1930


Γιάννης Γραβάνης

Ο Έλληνας αριστερός ακραίος αμυντικός Γιάννης Γραβάνης, γεννήθηκε στον Δομοκό, στις  16 Ιανουαρίου του 1958. Ως ποδοσφαιριστής αγωνιζόταν στη θέση του αριστερού μπακ και φορούσε τη φανέλα με το № 3. Ξεκίνησε το ποδόσφαιρο από τον Αχιλλέα Δομοκού και το 1977 μεταγράφηκε στον Πανιώνιο, με τον οποίο έγραψε τη δική του ιστορία για 11 ολόκληρα χρόνια ως το καλοκαίρι του 1988, όταν και υποχρεώθηκε να αποχωρήσει, αν και είχε ακόμη ένα χρόνο συμβόλαιο. Μετακόμισε για μόνιμη εγκατάσταση στην Πάτρα, όπου έπαιξε στην Παναχαϊκή, τον ΑΟ Πάτραι και την Αχαϊκή, ενώ ως προπονητής πέρασε  από πολλές ερασιτεχνικές ομάδες του ποδοσφαίρου της Αχαΐας.


Έχοντας ξεκινήσει το ποδόσφαιρο από τον Αχιλλέα Δομοκού, το καλοκαίρι του 1977 μεταγράφηκε στον Πανιώνιο. Πρώτα είχε δοκιμαστεί στην Παναχαϊκή. Την καριέρα του στους «κυανερύθρους» την «οφείλει» στο μάτι του Ρώσου προπονητή, τότε του Πανιωνίου, του Ιγκόρ Νέτο που, το καλοκαίρι του 1977, χρειάστηκε μόλις δύο προπονήσεις για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ο 19χρονος αριστερός αμυντικός που είχε έρθει για δοκιμή, ήταν σπουδαίο ταλέντο. Στη συγκεκριμένη θέση του αριστερού μπακ έγραψε τη δική του ιστορία για 11 ολόκληρα χρόνια ως το καλοκαίρι του 1988, όταν και υποχρεώθηκε να αποχωρήσει, αν και είχε ακόμη ένα χρόνο συμβόλαιο.


Έκανε το ντεμπούτο του στην πρώτη ομάδα και στην Α΄ Εθνική, έξι μέρες πριν κλείσει τα 20 χρόνια του, στις 10 Ιανουαρίου του 1978, σε αγώνα εκτός έδρας με την Καστοριά και από τότε έβγαινε από την ενδεκάδα μόνο για... λόγους ανωτέρας βίας. Ήταν μέλος της ομάδας του Πανιωνίου που κατέκτησε το Κύπελλο Ελλάδος, για πρώτη φορά στην ιστορία του, όταν στις 9 Ιουνίου του 1979, ο Πανιώνιος επικράτησε με 3-1 της ΑΕΚ στο Καραϊσκάκη και στέφθηκε Κυπελλούχος Ελλάδας. Στην πορεία απέκλεισε τον Άρη με 2-5, 5-1 και τον Ολυμπιακό με 2-1, 2-3, με το εκτός έδρας γκολ.


Ως το 1988 που έπαιξε στο σύλλογο πήρε μέρος και στους δύο «τελικούς» του 1984 και του 1985, όταν οι «κυανέρυθροι» διεκδίκησαν και εξασφάλισαν την παραμονή τους στην Α’ Εθνική, παίζοντας μπαράζ την πρώτη χρονιά με τον Μακεδονικό στον Βόλο (3-2 στην παράταση) και τη δεύτερη με τον ΠΑΣ στην Λάρισα (2-0), με τον ίδιο να είναι ανάμεσα στους κορυφαίους της ομάδας. Συνέχισε να είναι βασικότατο μέλος και την αναγέννηση της ομάδας, με προπονητές τους Νίκο Αλέφαντο (12 ματς χωρίς ήττα) και Ούρμπεν Μπραμς (1985 ως 1988), με την καταπληκτική πορεία ως τα ημιτελικά του Κυπέλλου Ελλάδος το 1986/87 και την 4η θέση κι έξοδο στο Κύπελλο UEFA το 1988.


Με τη φανέλα των «κυανέρυθρων» είχε παίξει δύο φορές στην Ευρώπη, το 1980 στο Κύπελλο Κυπελλούχων, όταν ο Πανιώνιος είχε αποκλείσει την Τβέντε και είχε αποκλειστεί από την Γκέτεμποργκ και το 1987 στο Κύπελλο ΟΥΕΦΑ, όταν είχε αποκλειστεί από την Τουλούζ, με τον ίδιο να χάνει πέναλτι στον επαναληπτικό της Νέας Σμύρνης. Η αποχώρησή του από τον Πανιώνιο ήρθε άδοξα και με τρόπο που σε καμία περίπτωση δεν ταίριαζε με την πολύχρονη παρουσία και προσφορά του στην ομάδα.


Ήταν το καλοκαίρι του 1988, όταν η διοίκηση του Αβραάμ Μοβσεσιάν ξεκίνησε το μπαράζ των «εκκαθαρίσεων» της... παλιάς φρουράς των «κυανέρυθρων», εξαναγκάζοντάς τον να φύγει από την ομάδα, κάτι που έκανε στη συνέχεια και με τους εναπομείναντες «παλιούς», Νόνι Λίμα, Αντώνη Μανίκα, Νίκο Χαλκίδη, Θανάση Καναρά και Στέλιο Αποσπόρη. Στην Παναχαϊκή πήγε το 1988 και το 1989 στον A.O Πάτραι για να τελειώσει την καριέρα του στην Αχαϊκή σαν παίκτης και προπονητής. Διακρινόταν για την ταχύτητά του και την μαχητικότητά του. Συμπλήρωσε 269 συμμετοχές στην Α΄ Εθνική,  αριθμός που... μεταφράζεται σε περίπου 25 τον χρόνο και πέτυχε 14 γκολ.

Υπήρξε παίκτης της Εθνικής Ελπίδων με 25 συμμετοχές και της Εθνικής Ερασιτεχνών το 1977. Ήταν 3 φορές διεθνής με την εθνική ομάδα. Αγωνίστηκε σε τρία φιλικά παιχνίδια το 1982. Η πρώτη φορά ήταν στις 27 Οκτωβρίου του 1982 στον εκτός έδρας ισόπαλο 1-1 αγώνα με την Κύπρο, όταν μπήκε ως αλλαγή στο 62΄. Η δεύτερη συμμετοχή του ήταν τη  1η Δεκεμβρίου του 1982 στον εντός έδρας αγώνα με την Ελβετία. Η Ελλάδα ηττήθηκε με 1-3 αλλά ο ίδιος είχε εντυπωσιακή απόδοση. Για τελευταία φορά αγωνίστηκε με την εθνική στις 22 Δεκεμβρίου πάλι το 1982 στον εντός έδρας νικηφόρο αγώνα με την Κύπρο (σκορ 1-0), όταν μπήκε ως αλλαγή στο 65΄.


Με το τέλος της καριέρας του εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Πάτρα. Ακολούθησε το επάγγελμα του προπονητή και έχει καθίσει στον πάγκο πολλών ερασιτεχνικών ομάδων της Ε.Π.Σ. Αχαΐας, όπως ο Φωστήρας Οβρυάς, η Αστραπή Ψαροφαΐου, ο Αχιλλέας Καμαρών, ο Α.Σ. Ωλενιακός κ.ά. Επίσης την σεζόν 1996/97 ως προπονητής του Φωκικού βγήκε δευτεραθλητής στην Δ’ Εθνική. Τελευταίος του σταθμός ως προπονητής ήταν η Αθλητική Ένωση Περιβόλας στην Α1 κατηγορία της Ε.Π.Σ. Αχαΐας.

Ζούσε μόνιμα στην Πάτρα με τη σύζυγό του Έφη και είχε δύο γιους, το Μιχάλη και το Θανάση. Ο Γιάννης Γραβάνης, άφησε την τελευταία του πνοή  στη Πάτρα, μετά μάχη που έδωσε με την επάρατη νόσο τα τελευταία δύο χρόνια, στις 30 Απριλίου του 2012, σε ηλικία μόλις 54 ετών.

PALMARES

Περίοδος: Σύλλογος, Συμμετοχές (Γκολ)

Επαγγελματική καριέρα

  •         -1977: Αχιλλέας Δομοκού                    
  • 1977-1988: Πανιώνιος Γυμναστικός Σύλλογος Σμύρνης , 269 (14)
  • 1988/89: Παναχαϊκή Γυμναστική Ένωση, 6 (0)
  • 1989: Αθλητικός Ποδοσφαιρικός Σύλλογος Πάτραι                         

Διεθνής

  • 1982: Ελλάδα, 3 (0)

Τίτλοι

Συλλογικοί

Με τον Πανιώνιο
  • Κύπελλο Ελλάδος: 1979.



Με στοιχεία από το sentragoal.gr

Βιμ Σουρμπίρ

Ο Ολλανδός δεξιός ακραίος αμυντικός Βιμ Σουρμπίρ (Wilhelmus "Wim" Lourens Johannes Suurbier), γεννήθηκε στις 16 Ιανουαρίου του 1945, στο Αιντχόφεν. Έκανε το ντεμπούτο του για τον Άγιαξ στα 19 του χρόνια και έπαιξε μαζί τους για 13 χρόνια, σε όλη τη διάρκεια της πιο επιτυχημένης περιόδου του συλλόγου, μέχρι το 1977. Συνήθως ως δεξί μπακ ήταν γνωστός για την ταχύτητα και την αντοχή του. Κατέκτησε τρεις φορές σερί το Κύπελλο Πρωταθλητριών. Το 1977, πήγε για μία σεζόν στη Σάλκε και το 1979 στους Λος Άντζελες Άζτεκς. Ακολούθησαν για μια σεζόν, το 1982,  οι Σαν Χοσέ Ερθκουέικς. Έπαιξε 60 αγώνες και σκόραρε 3 γκολ για την εθνική ομάδα της Ολλανδίας από το 1966 έως το 1978. Έπαιξε και στα δύο Παγκόσμια Κύπελλα (1974 και 1978), όπου οι Ολλανδοί ήταν φιναλίστ με αντιπάλους τους διοργανωτές, Δυτικογερμανούς και Αργεντίνους αντίστοιχα αλλά και στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα του 1976.


Έκανε το ντεμπούτο του για τον Άγιαξ, όταν ήταν 19 ετών και αγωνίστηκε με τα χρώματά του για 13 χρόνια, σε όλη τη διάρκεια της πιο επιτυχημένης περιόδου του συλλόγου, μέχρι το 1977, όταν ήταν 32 ετών. Συνήθως αγωνιζόταν ως δεξί μπακ και ήταν γνωστός για την ταχύτητα και την αντοχή του. Ήταν βασικό μέλος της εξαιρετικής ομάδας της δεκαετίας του 1970, που έμεινε γνωστή ως «Οι Δώδεκα Απόστολοι» του Άγιαξ με επικεφαλής τον Γιόχαν Κρόιφ (Johan Cruijff), η οποία κατέκτησε το Κύπελλο Πρωταθλητριών τρεις συνεχόμενες φορές (1971, 1972, 1973).


Το 1977, μετακόμισε στη γερμανική Σάλκε για μία σεζόν. Ακολούθησε άλλη μια σεζόν με την Μετζ στη Γαλλία. Το 1979, αγωνίστηκε με τους Λος Άντζελες Άζτεκς στη Βορειοαμερικάνικη Λίγκα. Έπαιξε τρεις σεζόν στο Λος Άντζελες πριν μεταβεί στους Σαν Χοσέ Ερθκουέικς, το 1982. Το φθινόπωρο του 1982, η ομάδα μετονομάστηκε σε Γκόλντεν Μπέι Ερθκουέικς και μπήκε στην Ένωση Ποδοσφαίρου Σάλας. Ο ίδιος αποσύρθηκε στο τέλος της σεζόν για να γίνει βοηθός προπονητή με τους Ερθκουέικς. Αργότερα επανέλαβε την καριέρα του ως παίκτης-προπονητής των Τάμπα Μπέι Ράουντις στην αμερικανική λίγκα ποδοσφαίρου σάλας.


Έπαιξε σε 60 αγώνες και σκόραρε 3 γκολ για την Εθνική Ολλανδίας, από το 1966 έως το 1978. Έπαιξε και στους δύο τελικούς Παγκοσμίου Κυπέλλου που συμμετείχε και έχασε η «Βασίλισσα Χωρίς Στέμμα» ομάδα των «Οράνιε». Και σ’ αυτόν του 1974 και σ’ αυτόν του1978, όπου και στις 2 περιπτώσεις, αντιμετώπισαν τους διοργανωτές Δυτικογερμανούς και Αργεντίνους, αντίστοιχα. Συμμετείχε και στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα Ποδοσφαίρου του 1976, όπου κατέκτησε την 3η θέση.


Το 1983, διετέλεσε βοηθός προπονητή των Γκόλντεν Μπέι Ερθκουέικς. Το 1984, ανέλαβε προπονητής στους Τούλσα Ραουφνέκς. Το 1986, έγινε ο πρώτος προπονητής των Λος Άντζελες Χιτ της Δυτικής Ποδοσφαιρικής Λίγκας. Το φθινόπωρο του 1986, προσελήφθη από την Τάμπα Μπέι Ράουντις καθώς η ομάδα μπήκε στη στην Αμερικανική Λίγκα Ποδοσφαίρου Σάλας. Τον Νοέμβριο του 1987, έγινε προπονητής της νεοσύστατης Φορτ Λαουτερντέιλ Στράικερς. Τον Φεβρουάριο του 1989, ανέλαβε του Μαϊάμι Σαρκς.  Το 1994, έγινε ο προπονητής στους Κίκερς Αγίας Πετρούπολης, στην Φλόριντα των ΗΠΑ.

PALMARES

Περίοδος: Σύλλογος, Συμμετοχές (Γκολ)

Εφηβική καριέρα

  • Amsterdamsche Football Club Ajax

Επαγγελματική καριέρα

  • 1964–1977: Amsterdamsche Football Club Ajax, 392 (16)
  • 1977/78: Fußballclub Gelsenkirchen-Schalke 04, 12 (0)
  • 1978/79: Football Club de Metz, 24 (0)
  • 1979–1981: Los Angeles Aztecs, 73 (3)
  • 1981: Sparta Rotterdam, 11 (1)
  • 1982: San Jose Earthquakes, 23 (0)
  • 1982/83: Golden Bay Earthquakes (σάλας), 28 (0)
  • 1986/87: Tampa Bay Rowdies (σάλας), 10 (0)
Σύνολο καριέρας: 573 (20)

Διεθνής

  • 1966–1978: Ολλανδία, 60 (3)

Προπονητική καριέρα

  • 1983: Golden Bay Earthquakes (βοηθός)
  • 1984: Tulsa Roughnecks
  • 1986: Los Angeles Heat
  • 1986/87: Tampa Bay Rowdies
  • 1988: Fort Lauderdale Strikers
  • 1989: Miami Sharks
  • 1994: St. Petersburg Kickers

Τίτλοι

Συλλογικοί

Με τον Ajax

  • Πρωτάθλημα Ολλανδίας: 7 (1965/66, 1966/67, 1967/68, 1969/70, 1971/72, 1972/73, 1976/77)
  • Κύπελλο Ολλανδίας: 4 (1966/67, 1969/70, 1970/71, 1971/72
  • Κύπελλο Πρωταθλητριών: 3 (1970/71, 1971/72, 1972/73)
  • Super Cup Ευρώπης: 2 (1971/72, 1972/73)
  • Διηπειρωτικό Κύπελλο: 1972

Διεθνείς

Με την Ολλανδία
  • Παγκόσμιο Κύπελλο: φιναλίστ 2 (1974, 1978)
  • Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα: 3η θέση το 1976


Μάριους Τρεζόρ

Ο Γάλλος κεντρικός αμυντικός Μάριους Τρεζόρ (Marius Trésor), γεννήθηκε στις 15 Ιανουαρίου του 1950, στην Σεντ Αν στην Γουαδελούπη. Ονομάστηκε από τον Πελέ ως ένας από τους Κορυφαίους 125 Μεγαλύτερους Εν Ζωή Ποδοσφαιριστές του Κόσμου το 2004. Με θαυμάσια σωματική διάπλαση, άριστη τεχνική, εξαιρετική αντίληψη, ταχύτητα στις επεμβάσεις και αποφασιστικότητα στην εξουδετέρωση των κινδύνων, θεωρείται ως ένας από τους Καλύτερους Γάλλους αμυντικούς Όλων των Εποχών και ως ένας από τους Μεγαλύτερους Παίκτες του γαλλικού ποδοσφαίρου. Η σταδιοδρομία του ξεκίνησε από την Αζαξιό. Έπαιξε επίσης για την Μαρσέιγ και τη Μπορντό, κατακτώντας με τη πρώτη ένα Κύπελλο Γαλλίας το 1976. Κέρδισε επίσης το γαλλικό πρωτάθλημα το 1984 με τη Μπορντό. Για τη γαλλική εθνική ομάδα, έπαιξε στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1978 και του 1982, κάνοντας συνολικά 65 διεθνείς συμμετοχές, πετυχαίνοντας παράλληλα και 4 γκολ.


Πρωτόπαιξε ποδόσφαιρο στον τοπικό σύλλογο, τη Γιουβέντους της Σεντ Αν στην Γουαδελούπη. Αγωνιζόταν σαν κεντρικός επιθετικός και κέρδισε το Πρωτάθλημα της Γουαδελούπης το 1969. Την ίδια χρονιά ξεκίνησε την επαγγελματική του σταδιοδρομία στην Αζαξιό, στην πρωτεύουσα της Κορσικής, πάλι ως επιθετικός. Ο προπονητής του, ο Αλμπέρτο Μούρο (Alberto Muro) τον γύρισε στην άμυνα στις 23 Νοεμβρίου του 1969, σ’ έναν αγώνα εναντίον της Βαλενσιέν. Την επόμενη περίοδο, η Αζαξιό τερμάτισε 6η στο πρωτάθλημα, την καλύτερη στην ιστορία της. Χάρις στο ταλέντο του, σύντομα έγινε ένας από τους πιο περιζήτητους αμυντικούς και το 1972, αναδείχθηκε καλύτερος ποδοσφαιριστής στην Γαλλία. Φόρεσε τη φανέλα της για μία τριετία, συμμετέχοντας σε 92 συναντήσεις και σημειώνοντας ένα γκολ.


Επόμενος «σταθμός» του ήταν η Μαρσέιγ, στην οποία υπέγραψε στις 11 Οκτωβρίου του 1972, με αντάλλαγμα τη μεταβίβαση του Ρολάν Κουρμπίς (Rolland Courbis) στην Αζαξιό. Έκανε ντεμπούτο στις 22 Οκτωβρίου του 1972, εναντίον της πρώτης του ομάδας, όπου ηττήθηκε με 0-1. Τερμάτισε τρίτος στο πρωτάθλημα και από την επόμενη περίοδο έγινε ο αρχηγός της. Την περίοδο 1974/75, με συμπαίκτη τον Ζαϊρζίνιο (Jairzinho), τερμάτισε δεύτερος και το 1976, κέρδισε με το σύλλογο της Μασσαλίας, το Κύπελλο Γαλλίας, νικώντας τη Λιόν με 2-0.  Υπηρέτησε την «ΟΜ» για 8 σεζόν, συμμετέχοντας σε 253 αγώνες με 8 τέρματα, στο πιο παραγωγικό διάστημα της καριέρας του.


Ακολούθως, το 1980 μετεγγράφηκε στη Μπορντό. Υπό την καθοδήγηση του Εμέ Ζακέ (Aimé Jacquet) και συμπαίκτες, τον Μπερνάρ Λακόμπ (Bernard Lacombe), τον Αλέν Ζιρές (Alain Giresse) και τον Ζαν Τιγκανά (Jean Tigana), την περίοδο 1982/83, τερμάτισε 3ος στο πρωτάθλημα, παίζοντας  μόνο 19 παιχνίδια αυτή τη σεζόν, λόγω προβλημάτων από έναν τραυματισμό στην πλάτη. Την περίοδο 1983/84, εξακολουθούσε να υποφέρει και αποφάσισε να υποβληθεί και πάλι σε χειρουργική επέμβαση. Έπαιξε μόνο 12 παιχνίδια με αντικαταστάτη του τον Πάτρικ Μπατιστόν (Patrick Battiston). Ο σύλλογος κατέκτησε στο τέλος της σεζόν το πρωτάθλημα Γαλλίας, τον πρώτο τους τίτλο από το 1950 και επίσης το πρώτο και μοναδικό πρωτάθλημα στην καριέρα του Τρεζόρ. Λίγες εβδομάδες αργότερα, κι αφού είχε συμπληρώσει 93 συμμετοχές με τα χρώματά τους, με τρία γκολ, είπε «αντίο» στην ενεργό δράση.


Έπαιξε το πρώτο του παιχνίδι με την εθνική Γαλλίας, στις 4 Δεκεμβρίου του 1971, εναντίον της Βουλγαρίας, στην ήττα με 1-2 για τα προκριματικά του Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος του 1972. Σκόραρε το πρώτο του γκολ με την εθνική ομάδα , σε μια ήττα 1-2, από την Δυτική Γερμανία, τον Οκτώβριο του 1973.


Είναι ο πρώτος αρχηγός της εθνικής ομάδας της Γαλλίας, με καταγωγή από την Καραϊβική, περιβραχιόνιο το οποίο φόρεσε για πρώτη φορά, εναντίον της Βουλγαρίας (2-2), στις 9 Οκτωβρίου του 1976, για τα προκριματικά του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1978. Στις 30 Ιουνίου του 1977, στο Στάδιο Μαρακανά, σκόραρε ένα υπέροχο γκολ κόντρα στη Βραζιλία σε ένα φιλικό αγώνα (2-2). Έφτασε μέχρι τον ημιτελικό, στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1982, όπου στην περίφημη «Νύχτα της Σεβίλης», στον αγώνα με την Δυτική Γερμανία, σκόραρε ένα θαυμάσιο γκολ με σουτ βολέ, αφήνοντας άναυδο τον Χάραλντ Σουμάχερ (Harald Schumacher).


Έπαιξε τελευταία φορά για τους «τρικολόρ» στις 12 Νοεμβρίου του 1983, εναντίον της Γιουγκοσλαβίας . Χρησιμοποιήθηκε σε 65 αναμετρήσεις της εθνικής του, στις 23 εξ αυτών ως αρχηγός (!) και σκόραρε 4 γκολ.

Σήμερα, έχει τα ηνία των «ρεζερβών» της Μπορντό.

PALMARES

Περίοδος: Σύλλογος, Συμμετοχές (Γκολ)

Εφηβική καριέρα

  • 1958–1969: Juventus de Sainte-Anne

Επαγγελματική καριέρα

  • 1969–1972: Athletic Club Ajaccio, 92 (1)
  • 1972–1980: Olympique de Marseille, 253 (8)
  • 1980–1984: Football Club des Girondins de Bordeaux, 93 (3)

Σύνολο καριέρας: 438 (12)

Διεθνής

  • 1971–1983: Γαλλία, 65 (4)

Τίτλοι

Συλλογικοί

Με την Juventus de Sainte-Anne
  • Πρωταθλητής Γουαδελούπης: 1969

Με την Marseille
  • Κύπελλο Γαλλίας: 1975/76

Με την Bordeaux
  • Πρωτάθλημα Γαλλίας: 1983/84
  • Κύπελλο Άλπεων: 1980

Διεθνείς

Με την Γαλλία
  • Παγκόσμιο Κύπελλο: 4η θέση το 1982

Προσωπικές Διακρίσεις

  • Καλύτερος Παίκτης στην Γαλλία: 1972
  • Μέλος της λίστας των 125 Εν Ζωή Καλύτερων Ποδοσφαιριστών του Κόσμου, που συνέταξε ο Πελέ το 2004, για τον εορτασμό των 100 ετών της FIFA.


Παρασκευή, 30 Δεκεμβρίου 2016

Αντώνης Νικοπολίδης

Ο Έλληνας τερματοφύλακας Αντώνης Νικοπολίδης, γεννήθηκε στις 14 Ιανουαρίου του 1971, στην Άρτα. Ξεκίνησε ως επιθετικός, όμως, όπως έχει αναφέρει ο ίδιος, άλλαξε θέση με τον συνονόματο ξάδερφό του την ημέρα που αυτός παντρευόταν (!!!), αγωνιζόμενος για πρώτη φορά ως τερματοφύλακας, θέση στην οποία και τελικά καθιερώθηκε. Αγωνίστηκε τόσο με τα χρώματα του Παναθηναϊκού, όσο και του Ολυμπιακού, ενώ υπήρξε αρχηγός και στους δύο συλλόγους. Κορυφαία στιγμή στην καριέρα του, ήταν η κατάκτηση του Euro του 2004 με την εθνική Ελλάδας. Είχε το παρατσούκλι Τζορτζ Κλούνεϊ, εξαιτίας της μεγάλης ομοιότητάς του με τον διάσημο Αμερικανό ηθοποιό, που του το κόλλησαν, κατά τη διάρκεια του Euro, βρετανικά και άλλα ευρωπαϊκά μέσα ενημέρωσης.


Η πρώτη του ομάδα ήταν η Αναγέννηση Άρτας. Ξεκίνησε ως επιθετικός, όμως κάποια στιγμή, άλλαξε θέση με τον συνονόματο ξάδερφό του, την ημέρα που εκείνος παντρευόταν (!!!) και αγωνίστηκε μια φορά ως τερματοφύλακας, θέση στην οποία τελικά καθιερώθηκε. Από την Αναγέννηση, αποχώρησε το 1989 για να συνεχίσει στον Παναθηναϊκό, σε ηλικία 18 ετών. Τα πρώτα έξι χρόνια ήταν (συνήθως) αναπληρωματικός του Πολωνού τερματοφύλακα Γιόζεφ Βάντσικ (Józef Wandzik). Έκανε το ντεμπούτο του, ως αλλαγή, την περίοδο 1989/90 σε έναν αγώνα εναντίον του Ολυμπιακού. Την περίοδο 1994/95, συμμετείχε σε πέντε αγώνες με τη φανέλα του Παναθηναϊκού και σε τρεις την επόμενη περίοδο, κατακτώντας και τις δύο χρονιές το πρωτάθλημα, ενώ καθιερώθηκε ως βασικός από την περίοδο 1997/98 κι έπειτα.




Το 2002 βοήθησε τον Παναθηναϊκό να φτάσει στα προημιτελικά του Champions League, αλλά την περίοδο 2003/04 έχασε τη θέση του βασικού από τον Κώστα Χαλκιά, κυρίως λόγω της αρνητικής τροπής που είχαν πάρει οι διαπραγματεύσεις για την ανανέωση του συμβολαίου του. Ο Νικοπολίδης κατέκτησε τελικά το νταμπλ με τον Παναθηναϊκό την περίοδο 2003/04, όμως η μετακίνησή του στον Ολυμπιακό, είχε διαρρεύσει πριν τη λήξη της με αποτέλεσμα στη φιέστα που ακολούθησε για την κατάκτηση του νταμπλ, να αποδοκιμαστεί από μερίδα οπαδών όταν σήκωσε το τρόπαιο. Η επίσημη ανακοίνωση της μεταγραφής του στον Ολυμπιακό έγινε λίγες ημέρες μετά την ολοκλήρωση του Euro 2004.


Με το № 71 στη φανέλα του, αριθμός που αντιπροσωπεύει το έτος γέννησής του, βοήθησε τον Ολυμπιακό να κατακτήσει δύο συνεχόμενα νταμπλ και ο ίδιος έγινε ο πρώτος και μέχρι στιγμής μοναδικός, Έλληνας ποδοσφαιριστής που έχει κατακτήσει τρία συνεχόμενα νταμπλ. Αν συνυπολογιστεί και η κατάκτηση του Euro 2004, σε διάστημα 36 μηνών κατέκτησε 7 τίτλους. Τις τρεις επόμενες περιόδους παρέμεινε βασικός τερματοφύλακας του Ολυμπιακού και κατέκτησε ισάριθμα συνεχόμενα πρωταθλήματα (2007, 2008, 2009) και δύο ακόμα νταμπλ (2008 & 2009), φτάνοντας συνολικά τα 7 νταμπλ (3 με τον Παναθηναϊκό και 4 με τον Ολυμπιακό), αριθμό που αποτελεί ρεκόρ για Έλληνα ποδοσφαιριστή.


Κατά τη διάρκεια της περιόδου 2009/10 αποφάσισε να αποχωρήσει από την ενεργό δράση, όμως τελικά και ύστερα από παρότρυνση του τότε προέδρου του Ολυμπιακού Σωκράτη Κόκκαλη, αναθεώρησε και αποφάσισε να συνεχίσει για άλλη μία χρονιά. Στις 17 Απριλίου του 2011, αποχωρώντας ως αλλαγή από τον τελευταίο αγώνα του πρωταθλήματος, ανακοίνωσε πως αποχωρεί από την ενεργό δράση, αφού σήκωσε μαζί με τον Βασίλη Τοροσίδη το τρόπαιο του πρωταθλήματος 2010/11. Συνολικά, πραγματοποίησε 369 συμμετοχές στην Α’ Εθνική.


Το ντεμπούτο του με την Ελλάδα πραγματοποιήθηκε στις 18 Αυγούστου του 1999 εναντίον του Ελ Σαλβαδόρ και δύο χρόνια αργότερα, καθιερώθηκε ως ο βασικός τερματοφύλακας και της εθνικής ομάδας. Στην τελική φάση της διοργάνωσης του Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος του 2004, κράτησε το μηδέν στην εστία του στους τρεις νοκ-άουτ αγώνες και ήταν ένας από τους ακρογωνιαίους λίθους στην κατάκτηση του τροπαίου. Ψηφίστηκε ως ο τερματοφύλακας της διοργάνωσης και φυσικά μέλος της καλύτερης ενδεκάδας της. Συμμετείχε και στους έξι αγώνες, δεχόμενος συνολικά 4 γκολ.


Στις 15 Ιουνίου του 2008, μία ημέρα μετά την ήττα της Ελλάδας από τη Ρωσία με 1-0 για το Euro του 2008 και τον αποκλεισμό από την δεύτερη φάση της διοργάνωσης, ανακοίνωσε την αποχώρησή του από το αντιπροσωπευτικό συγκρότημα, υποστηρίζοντας ότι είχε πάρει αυτήν την απόφαση πριν από την έναρξη της διοργάνωσης και ανεξάρτητα από την πορεία της Ελλάδας σε αυτή. Συνολικά πραγματοποίησε 90 συμμετοχές, επίδοση που τον κατατάσσει στην 6η θέση Όλων των Εποχών σε συμμετοχές στην ιστορία της Ελλάδας και Κορυφαίο για τη θέση του τερματοφύλακα.


Μετά την αποχώρησή του από την ενεργό δράση ακολούθησε καριέρα προπονητή. Αρχικά υπήρξε βοηθός προπονητή του Λεονάρντο Ζαρντίμ (Leonardo Jardim) στον Ολυμπιακό το 2012, ενώ τον Ιανουάριο του 2013 αντικατέστησε τον Πορτογάλο, που μόλις είχε αποχωρήσει, στον πάγκο της πειραϊκής ομάδας.  Έπειτα από την ανάληψη της τεχνικής ηγεσίας από τον Μίτσελ (José Miguel González Martín del Campo), παρέμεινε προσωρινά ως βοηθός προπονητή, αποχωρώντας οριστικά στο τέλος της περιόδου. Τον Ιούλιο του 2014 επέστρεψε ως βοηθός του Ισπανού προπονητή. Τον Μάρτιο του 2015 έγινε γνωστή η λύση της συνεργασίας του με τον πειραϊκό σύλλογο. Στις 30 Σεπτεμβρίου 2015 ανέλαβε την τεχνική ηγεσία της εθνικής Ελπίδων. Έως το 2010 ήταν πρόεδρος του Πανελληνίου Συνδέσμου Αμειβομένων Ποδοσφαιριστών (ΠΣΑΠ).

PALMARES

Περίοδος: Σύλλογος, Συμμετοχές (Γκολ)

Εφηβική καριέρα

  •             -1987: Γυμναστικός Αθλητικός Σύλλογος Αναγέννηση Άρτας

Επαγγελματική καριέρα

  • 1987-1989: Γυμναστικός Αθλητικός Σύλλογος Αναγέννηση Άρτας, 49 (0)
  • 1989-2004: Παναθηναϊκός Αθλητικός Όμιλος, 189 (0)
  • 2004-2011: Ολυμπιακός Σύνδεσμος Φιλάθλων Πειραιώς, 180 (0)

Σύνολο καριέρας: 413 (0)

Διεθνής

  • 1998-2008: Ελλάδα, 90 (0)

Προπονητική καριέρα

  • 2012/13: Ολυμπιακός Σύνδεσμος Φιλάθλων Πειραιώς (βοηθός)
  • 2013: Ολυμπιακός Σύνδεσμος Φιλάθλων Πειραιώς
  • 2014/15: Ολυμπιακός Σύνδεσμος Φιλάθλων Πειραιώς (βοηθός)
  • 2015- Εθνική Ελπίδων Ελλάδος

Τίτλοι

Συλλογικοί

Με τον Παναθηναϊκό
  • Πρωτάθλημα Ελλάδος: 5 (1989/90, 1990/91, 1994/95, 1995/96, 2003/04)
  • Κύπελλο Ελλάδος: 5 (1990/91, 1992/93, 1993/94, 1994/95, 2003/04)
  • Σούπερ Καπ Ελλάδος: 2 (1993, 1994)

Με τον Ολυμπιακό
  • Πρωτάθλημα Ελλάδος: 6 (2004/05, 2005/06, 2006/07, 2007/08, 2008/09, 2010/11)
  • Κύπελλο Ελλάδος: 4 (2004/05, 2005/06, 2007/08, 2008/09)
  • Σούπερ Καπ Ελλάδος: 2007

Διεθνείς

Με την Ελλάδα

  • Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα: 2004