Κυριακή, 29 Νοεμβρίου 2015

Πολ ΜακΓκραθ: Το Μαύρο Μαργαριτάρι από το προβατονήσι

Ο Ιρλανδός κεντρικός αμυντικός Πολ ΜακΓκραθ (Paul McGrath), γεννήθηκε στις 4 Δεκεμβρίου του 1959, στο Ίλινγκ, στη δυτική ευρύτερη περιοχή του Λονδίνου, από Ιρλανδή μητέρα και Νιγηριανό πατέρα. Αναγνωρίζεται ευρέως ως ένας από τους Μεγαλύτερους Παίκτες που έχουν βγει ποτέ από την Ιρλανδία. Σε μια καριέρα που σε μεγάλο βαθμό παρεμποδίστηκε από εκτός παιχνιδιού προβλήματα, έπαιξε 14 επαγγελματικές σεζόν σε υψηλότατο επίπεδο, με την Άστον Βίλα και η Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ (από 7 σεζόν σε κάθε μια). Ένας  σκληρός ποδοσφαιριστής με εξαιρετικές τοποθετήσεις και πρόβλεψη του παιχνιδιού, συνέχιζε να αγωνίζεται, παρά τα συνεχιζόμενα προβλήματα με τα γόνατά του. Έπαιξε επίσης για τη Σεντ Πάτρικ Αθλέτικ στη πατρίδα του, τη Ντέρμπι Κάουντι και τη Σέφιλντ Γιουνάιτεντ. Επίσης, για πολύ καιρό μέλος της εθνικής ομάδας της Δημοκρατίας της Ιρλανδίας, εμφανίστηκε στα Παγκόσμια Κύπελλα του 1990 και 1994, καθώς και στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα του 1988, το πρώτο μεγάλο  διεθνές τουρνουά που συμμετείχε η Ιρλανδία.


Ο πατέρας του εξαφανίστηκε λίγο μετά τη σύλληψη του, ενώ η μητέρα του, Μπέτυ ΜακΓκραθ, τον εγκατέλειψε για υιοθεσία όταν ήταν τεσσάρων εβδομάδων. Τρομοκρατημένη ότι ο πατέρας της θα ανακαλύψει ότι είχε μείνει έγκυος εκτός γάμου και μάλιστα σε μια διαφυλετική σχέση, έφυγε μυστικά για το Λονδίνο ώστε να έχει το παιδί της, το οποίο θεωρήθηκε παράνομο. 


Όταν ήταν πέντε χρονών, μια από τις κόρες της οικογένειας που είχε υιοθετηθεί, παραπονέθηκε στη μητέρα του, ότι δεν μπορούσε να τον ελέγξει. Εκείνη τη στιγμή τον πήρε πίσω για έναν αριθμό ημερών πριν χρειαστεί να μπει ξανά σε ένα ορφανοτροφείο. Παρά το γεγονός ότι αναφερόταν ως Πολ ΜακΓκραθ στο πιστοποιητικό γέννησής του, η μορφή εισαγωγής στο ορφανοτροφείο απαιτούσε το όνομα του πατέρα. Ως εκ τούτου, ήταν γνωστός ως Πολ Νβομπίλο (Paul Nwobilo) για έναν χρόνο. Είχε ανατραφεί σε μια σειρά από ορφανοτροφεία στο Δουβλίνο, αλλά είχε τακτικές επισκέψεις από τη μητέρα και την αδελφή του, μέχρι την στιγμή που έφυγε απ’ αυτά.


Ξεκίνησε ως μαθητής με την Πιρς Ρόβερς και έπαιξε σε κατώτερο επίπεδο για την Ντάλκει Γιουνάιτεντ. Στη τελευταία, προσέλκυσε την προσοχή του σκάουτερ της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ Μπίλι Μπίχαν (Billy Behan). Πριν γίνει επαγγελματίας με την πρωταθλήτρια Ιρλανδίας, Σεντ Πάτρικ, το 1981, εργάστηκε για λίγο ως μαθητευόμενος εργάτης σε μεταλλείο και σαν φύλακας στο Δουβλίνο. Έκανε το ντεμπούτο του σ’ έναν αγώνα για το Λιγκ Καπ εναντίον της Σάμροκ Ρόβερς τον Αύγουστο. Διακρίθηκε σ’ ολόκληρη τη σεζόν, κερδίζοντας το παρατσούκλι "Το Μαύρο Μαργαριτάρι του Inchicore" και παράλληλα το Βραβείο του Παίκτη της Χρονιάς από τους Επαγγελματίες Ποδοσφαιριστές από την πρώτη του σεζόν, πετυχαίνοντας και τέσσερα γκολ σε 31 εμφανίσεις συνολικά. 


Το 1982, μεταγράφηκε στη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, που τότε προπονητής της ήταν ο Ρον Άτκινσον (Ron Atkinson). Η μόνη διάκρισή του ήταν το 1985 στον τελικό του Κυπέλλου, στην ήττα με 1-0 από την Έβερτον. Ονομάστηκε Παίκτης του Αγώνα στο παιχνίδι, το οποίο έχει μείνει στην ιστορία για την αποβολή του Κέβιν Μοράν (Kevin Moran), την πρώτη ιστορικά στον τελικό του θεσμού. Στα πρώτα χρόνια της καριέρας του στη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ,  χρησιμοποιούνταν συχνά ως μέσος εναλλακτικά με αμυντικός ακόμα και στο Όλντ Τράφορντ, παρ’ ότι  φαινόταν ότι είχε ένα χαλαρό στυλ παιχνιδιού, δεν στερούνταν ρυθμού. 


Αρκετοί τραυματισμοί στο γόνατο, εμπόδισαν τον ΜακΓκραθ από το να γίνει ένα κανονικό μέλος της νέας Γιουνάιτεντ του Άλεξ Φέργκιουσον. Οι δυο τους είχαν μια ταραχώδη σχέση, απόρροια του εθισμού του ΜακΓκραθ στο αλκοόλ. Παράλληλα και με τα προβλήματα τραυματισμών, οδήγησαν τη Γιουνάιτεντ να του προσφέρει ένα πακέτο αποχώρησης αξίας  100.000 λιρών, σύμφωνα με μια μαρτυρία. Ο ΜακΓκραθ αρνήθηκε και αντ' αυτού ο Φέργκιουσον άρχισε να ενημερώνει συλλόγους για την διαθεσιμότητά του. Παρά το γεγονός ότι ο πρώην προπονητής του, Ρον Άτκινσον, έκανε μια προσφορά εκ μέρους της Σέφιλντ Γουένσντεϊ, η προσφορά της πρώην πρωταθλήτριας Ευρώπης, Άστον Βίλα, έγινε αποδεκτή και ο ΜακΓκραθ υπέγραψε στις 3 Αυγούστου του 1989 αντί κόστους 400,000 λιρών. Μετά από 194 επίσημους αγώνες για τους «Κόκκινους Διαβόλους» και 16 γκολ, έπαιξε το τελευταίο του παιχνίδι για την Γιουνάιτεντ στην ήττα (2-1) στο πρωτάθλημα από τη Νόριτς στο Κάροου Ρόουντ, στις 25 Φεβρουαρίου του 1989. 


Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, του προσφέρθηκε συμβόλαιο με την Νάπολι. Με την  Άστον Βίλα, ο ΜακΓραθ, έπαιξε το καλύτερο ποδόσφαιρο της καριέρας του, παρά τα επαναλαμβανόμενα προβλήματα στα γόνατά του. Η Βίλα έφτασε κοντά στο να κερδίσει τον τίτλο στην πρώτη του σεζόν, τερματίζοντας δεύτερη πίσω από την Λίβερπουλ. Την επόμενη σεζόν η ομάδα αντιμετώπισε το φάσμα του υποβιβασμού, για ένα μεγάλο μέρος της περιόδου, αφού ο προπονητής Γκράχαμ Τέιλορ (Graham Taylor) την άφησε για να αναλάβει την εθνικής Αγγλίας. 


Παρά την αναταραχή, ο ΜακΓκραθ συνέχισε να εντυπωσιάζει. Κάτω από τις οδηγίες του Γιόζεφ Βένγκλος (Josef Venglos), του πρώτου κορυφαίου προπονητή από την ηπειρωτική Ευρώπη, ο ΜακΓκραθ έγινε μόνιμος στην ενδεκάδα της Βίλα. Μετά από μία σεζόν ανέλαβε ο Ρον Άτκινσον φτιάχνοντας μια από τις  καλύτερες ομάδες της πρώιμης εποχής της Πρέμιερ Λιγκ. Η Άστον Βίλα τερμάτισε και πάλι δεύτερη, αυτή τη φορά πίσω από την Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ. 


Ως επιβράβευση για την απόδοσή του, ψηφίστηκε από τους συναδέλφους τους επαγγελματίες ως Παίκτης της Χρονιάς και στο τέλος της σεζόν θα κερδίσει το πρώτο του τρόπαιο με τους «Χωριάτες», νικώντας την Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ στον τελικό του Λιγκ Καπ της περιόδου 1993/94. Το 1996 κέρδισε το δεύτερο Λιγκ Καπ για την Βίλα. Μέχρι το τέλος της καριέρας του στο Βίλα Παρκ είχε σημειώσει 252 εμφανίσεις. Λατρεύτηκε και αναφέρεται ως «Θεός» από πολλούς οπαδούς της Βίλα. 


Μετά τη κατάκτηση του δεύτερου Λιγκ Καπ, αποχώρησε απ’ την Άστον Βίλα το 1996, αφήνοντας μια κληρονομιά ως ένας από τους μεγαλύτερους παίκτες στην ιστορία του συλλόγου. Στη συνέχεια, αποσύρθηκε από το παιχνίδι σχεδόν στα 39 του χρόνια, μετά από 2 πολύ σύντομες περιόδους με την Ντέρμπι Κάουντι και την Σέφιλντ Γιουνάιτεντ. Έπαιξε τελευταίο παιχνίδι του ως επαγγελματίας για την Σέφιλντ Γιουνάιτεντ εναντίον της Ίπσουιτς, στις 9 Νοεμβρίου του 1997. 

Για πολλά χρόνια, ο ΜακΓκραθ υπέφερε από αλκοολισμό και περιστασιακά έχανε παιχνίδια, ως αποτέλεσμα του πάθους του. Σε μια συνέντευξη του στο «FourFourTwo», παραδέχτηκε ότιυπήρξαν παιχνίδια που έπαιξε, ενώ ήταν ακόμα υπό την επήρεια αλκοόλ! Επιπρόσθετα, τα επαναλαμβανόμενα προβλήματα στο γόνατο του, τον οδήγησαν να υποβληθεί σε συνολικά οκτώ εγχειρήσεις κατά τη διάρκεια της καριέρας του. Η αυτοβιογραφία του, «Back from the Brink» (Πίσω από το χείλος), που έγραψε μαζί με τον δημοσιογράφο Βίνσεντ Χόγκαν (Vincent Hogan),  αναδείχθηκε κορυφαίο ιρλανδικό Αθλητικό Βιβλίο της Χρονιάς (2006), κέρδισε τον τίτλο "Καλύτερη Αυτοβιογραφία» των βρετανικών βραβείων αθλητικού βιβλίου (2007), και κέρδισε την κατηγορία «Αθλητικό Βιβλίο» των Βραβείων ιρλανδικών Βιβλίων (2007 ). 


Έδωσε το πρώτο του παιχνίδι για την εθνική Ιρλανδίας, εναντίον της Ιταλίας το 1985 και το τελευταίο 12 χρόνια αργότερα, εναντίον της Ουαλίας. Κατά τη διάρκεια της παρουσίας του στην εθνική, συχνά θεωρήθηκε ως ο καλύτερος παίκτης της. Αγωνίστηκε σε  83 αγώνες, πετυχαίνοντας οκτώ γκολ. Ήταν παρών στις μεγάλες στιγμές της ιρλανδικής ομάδας, στην εποχή Τζάκι Τσάρλτον (Jack Charlton), λαμβάνοντας μέρος στο Euro 1988, το πρώτο διεθνές τουρνουά που μετείχε η Ιρλανδία.


 Ήταν βασικός στη μεγάλη νίκη επί της Αγγλίας στη φάση των Ομίλων. Στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1990, έφτασε μέχρι τα προημιτελικά, όπου ηττήθηκε από την Ιταλία στη Ρώμης, όντας βασικός σε όλα τα παιχνίδια, Έγινε αρχηγός μετά την αποχώρηση του Μικ Μακάρθι (Mick McCarthy), το 1992 και παρά τους πόνους στον ώμο, συμμετείχε στο πρώτο παιχνίδι για το Παγκόσμιο Κύπελλο του1994, στην περίφημη νίκη επί της Ιταλίας με 1-0, από το γκολ του Ρέι Χάουτον (Ray Houghton). Ακόμη και μετά την αποχώρησή του από την εθνική ομάδα το 1997, εξακολουθεί να θεωρείται έως σήμερα ένας από τους μεγαλύτερους παίκτες που έχουν φορέσει τη πράσινη φανέλα της Ιρλανδίας. 

Το 2011, ο ΜακΓκραθ ξεκίνησε καριέρα στο τραγούδι με διασκευές από τον ίδιο και με ένα ποσοστό των εσόδων του άλμπουμ θα πηγαίνει σε ένα  Ίδρυμα εγκεφαλικών τραυματισμών  και στο Ίδρυμα Κυστικής Ίνωσης της Ιρλανδίας. 

PALMARES 

Περίοδος: Σύλλογος, Συμμετοχές (Γκολ) 

Εφηβική καριέρα 

  • Pearse Rovers 
  • Dalkey United 

Επαγγελματική καριέρα 

  • 1981–1982: St Patrick's Athletic Football Club, 27 (4) 
  • 1982–1989: Manchester United Football Club, 163 (12) 
  • 1989–1996: Aston Villa Football Club, 252 (9) 
  • 1996/97: Derby County Football Club, 24 (0) 
  • 1997: (δανεικός) → Sheffield United Football Club, 7 (0) 
  • 1997/98: Sheffield United Football Club, 5 (0) 
Σύνολο καριέρας: 478 (25) 

Διεθνής 

  • 1985–1997: Δημοκρατία της Ιρλανδίας (Έιρε), 83 

Τίτλοι 

Συλλογικοί 

Με την Manchester United 
  • Κύπελλο Αγγλίας: 1984/85 
Με την Aston Villa 
  • Λιγκ Καπ: 2 (1993/94, 1995/96) και φιναλίστ: 1989/90 
  • Πρωτάθλημα Αγγλίας: επιλαχών το 1992/93 
Προσωπικές Διακρίσεις 
  • Παίκτης της Χρονιάς από την Ένωση Επαγγελματιών Ποδοσφαιριστών της Ιρλανδίας: 1982 
  • Παίκτης της Χρονιάς από την Ιρλανδική Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία: 2 (1990, 1991) 
  • Παίκτης της Χρονιάς από την Ένωση Επαγγελματιών Ποδοσφαιριστών Αγγλίας: 1993

Ανδρέας Μουράτης: Ο θρυλικός Μιζούρι

Ο Αντρέας «Αντρίκος» Μουράτης γεννήθηκε στις 29 Νοεμβρίου του 1926 στη Σούδα του Νέου Φαλήρου. Αρχηγός του Ολυμπιακού και της εθνικής Ελλάδας. Ο πατέρας του, Μάρκος και η μητέρα του, Αγγελική ήταν πρόσφυγες από τα Βουρλά της Μικράς Ασίας. Εγκαταστάθηκαν στις φτωχογειτονιές του Πειραιά, σε ένα σπίτι στην οδό Ιωνίας 22. Εργαζόταν σκληρά από πολύ μικρή ηλικία και μέχρι που βγήκε σε σύνταξη ήταν εργάτης στη ΔΕΗ. Σαν αριστερός μπακ με σουτ-βολίδες και τρομερή δεινότητα στην εκτέλεση των πέναλτι, κέρδισε μια θέση στο πάνθεον των καλύτερων Ελλήνων αμυντικών. Η ξεροκεφαλιά του και η αυτοθυσία του στους αγώνες με την ερυθρόλευκη ομάδα άφησε εποχή και με την αυταπάρνηση του επάξια κέρδισε παρατσούκλια όπως «Μιζούρι» και «Μουράτ Ασλάν» 


Δεν ήταν καλός με τα γράμματα και σιχαινόταν το σχολείο. Ακόμα κι όταν έφτασε σε μεγάλη ηλικία συνήθιζε να υπογράφει απλά με ένα σταυρό. Με κάθε τρόπο προσπαθούσε να το αποφύγει και στην εφηβεία του βρήκε την ευκαιρία να το κάνει. Εργάστηκε σε εργοστάσιο οινοπνευμάτων ως σοφέρ.


Μέχρι να υπογράψει συμβόλαιο στον Ολυμπιακό, ο Μουράτης ήταν πολύ ανήσυχο πνεύμα. Μην μπορώντας να διοχετεύει σωστά την ενέργεια του, πάντα έμπλεκε σε μικροκαβγάδες, ενώ όποτε έπαιζε ποδόσφαιρο δεν υπήρχε μέρα που να μη γύριζε χτυπημένος στο πατρικό του. Μια φορά μάλιστα είχε πέσει σε καζάνι Χρωματουργείων και μια άλλη τον είχε πατήσει φορτηγό! Στα 21 του πήγε στην πολεμική Αεροπορία με τον βαθμό του σμηνίτη.


Σύμφωνα με τα λεγόμενα της μητέρας του, όταν ήταν παίχτης του Ολυμπιακού, ο Αντρέας ηρέμησε κάπως. Με τα λεφτά που κέρδιζε βοηθούσε οικονομικά την οικογένεια του, ενώ κατάφερε να αρραβωνιάσει τη μικρή του αδερφή, Ευαγγελία. Δεν κάπνιζε ούτε έπινε και σύχναζε στο καφενείο «Εθνικόν» στο Νέο Φάληρο μαζί με τον φίλο και συμπαίχτη του, Ηλία Ρωσίδη. Δεν έπαψε βέβαια να είναι μεγάλος γλεντζές με την φράση «άτσα ούτσα» να έχει γίνει πια θρύλος.


Ο Μουράτης είδε για πρώτη φορά ποδοσφαιρικό αγώνα όταν ήταν μόλις ενός έτους. Ο πατέρας του, το 1925, ίδρυσε τον ανεξάρτητο ποδοσφαιρικό σύλλογο «Πολικός Αστέρας» με έδρα την Ευαγγελίστρια του Πειραιά. Η ομάδα ταξίδεψε μέχρι τα Αμπελάκια Σαλαμίνας για να δώσει ποδοσφαιρικό αγώνα. Ο Μουράτης ήταν εκεί και κατά την επιστροφή στο σπίτι του, ο μπόμπιρας δεν έπαψε να κλωτσά χαλίκια. Η ομάδα διαλύθηκε και το 1936 ο Μάρκος Μουράτης ίδρυσε την Ένωση Χρωματουργείων. Στην ομάδα έκανε και τα πρώτα του βήματα ο Ανδρέας. Το ταλέντο του προσέλκυσε αθλητικούς συλλόγους και το 1943 ο Μουράτης έπαιζε με την ομάδα της Προοδευτικής.
 

Πέρα από τις προπονήσεις και τα παιχνίδια, ο Μουράτης σε κάθε ευκαιρία προπονούνταν μόνος του. Πολλές φορές χτύπαγε το κεφάλι στις …πόρτες του σπιτιού του για να «εξασκηθεί» και να διεκδικεί κεφαλιές χωρίς να τραυματίζεται εύκολα! Το 1945 ο Μουράτης έπαιξε στην ομάδα νέων του Ολυμπιακού. Ο Τάκης Κτενάς ήταν υπεύθυνος για τη μεταγραφή του Ανδρέα στην ερυθρόλευκη ομάδα. Η αμοιβή ήταν δυο πιάτα ψαρόσουπες που του κέρασε ο Κτενάς σε ταβέρνα στο Πέραμα!


Ο Μουράτης έπαιξε σε όλες τις θέσεις εκτός από αυτή του τερματοφύλακα. Η θέση του αριστερού οπισθοφύλακα όμως τον καθιέρωσε. Ήταν εξαιρετικά αλτικός, διεκδικούσε όλες τις φάσεις, εκτελούσε άρτια φάουλ και πέναλτι, ενώ το αριστερό του σουτ έβγαζε φωτιές. Η πρώτη του εμφάνιση έγινε στις 22 Ιουνίου του 1945, στο φιλικό παιχνίδι του Ολυμπιακού με την ΑΕΚ που έληξε 1-1. Ο ίδιος είχε βάλει αυτογκόλ. Το πρώτο επίσημο παιχνίδι ήταν εναντίον της ομάδας του Θησέα, όπου ο Πειραιώτικος Σύλλογος την κατατρόπωσε με σκορ 6-0.


Η αυταπάρνηση και η αυτοθυσία ήταν σήμα κατατεθέν του Μουράτη σε όλους τους αγώνες. Δεν το έβαζε κάτω και «πάλευε» μέχρι τέλους. Το 1948, στον κρίσιμο αγώνα απέναντι στον Εθνικό, ο Μουράτης από νωρίς τραυματίστηκε στο κεφάλι. Οι επίδεσμοι δεν μπορούσαν να σταματήσουν το αίμα, αλλά ο πεισματάρης παίχτης αγωνίστηκε σε όλη τη διάρκεια του ματς. Από ΄κει του κόλλησε το παρατσούκλι «Μισούρι». Η δύναμη και η αντοχή που έβγαζε στο παιχνίδι θύμιζε το Θωρηκτό Μιζούρι, γιγαντιαίο αμερικανικό πολεμικό πλοίο που είχε αγκυροβολήσει στο λιμάνι του Πειραιά μετά την επίσκεψη του στην Κωνσταντινούπολη. Αξίζει βέβαια να σημειωθεί ότι εκείνη την χρονική περίοδο η Ελλάδα βρισκόταν στο μένος του Εμφυλίου Πολέμου.


Το 1950 έπαιξε απέναντι στον Πανελευσινιακό. Και εκεί ο Μουράτης τραυματίστηκε βαριά. Τελείωσε τον αγώνα αιμόφυρτος και έμεινε σε κλινική όπου οι γιατροί του μετάγγισαν δύο μονάδες αίματος… Με την Εθνική κέρδισε το παρατσούκλι «Μουράτ Ασλάν», δηλαδή «Μουράτης το Λιοντάρι» Σε ένα αγώνα μεταξύ Τουρκίας και Ελλάδας, το εθνικό συγκρότημα επικράτησε 1-0 μέσα στην Κωνσταντινούπολη και οι Τούρκοι φίλαθλοι χαρακτήρισαν τον Μουράτη λιοντάρι για ήταν παλικαρίσια εμφάνισή του. Όσο ξεροκέφαλος κι αν ήταν ωστόσο, ο Μουράτης αναγνώριζε και τις αξίες άλλων ποδοσφαιριστών. Χαρακτηριστική είναι η στιγμή που σε ένα αγώνα με την ομάδα του Πανιωνίου, ο κυανέρυθρος τερματοφύλακας Νίκος Πεντζαρόπουλος απέκρουσε θεαματικά μια βολίδα του Μουράτη. Ο Ανδρέας αμέσως έτρεξε να σηκώσει τον πεσμένο Πεντζαρόπουλο, του έδωσε συγχαρητήρια και τον φίλησε!


Ο Μουράτης έπαιξε σε ποδοσφαιρικούς αγώνες με την ομάδα της ΕΠΟΝ του Πειραιά. Ο Ανδρέας Μουράτης κατά τη διάρκεια της κατοχής ήταν ενεργό μέρος στην αντίσταση. Σαν σαλταδόρος στις γερμανικές καναδέζες, άρπαζε τρόφιμα και διάφορα είδη πρώτης ανάγκης και τα έδινε στους Πειραιώτες. Αργότερα προσχώρησε στην ΕΠΟΝ, την Ενιαία Πανελλαδική Οργάνωση Νέων που ανήκε στον ΕΑΜ. Επιθυμούσε όσο τίποτε να απελευθερωθεί η πατρίδα του από τον γερμανικό ζυγό. Με την ΕΠΟΝ συμμετείχε και σε ποδοσφαιρικούς αγώνες μαζί με τον Νίκο Γόδα, μέλος του ΕΛΑΣ και του ΚΚΕ που εκτελέστηκε το 1948 και τον Διονύση Γεωργάτο που πολέμησε το 1944 στη μάχη της Ηλεκτρικής στον Πειραιά. Όταν ο Μουράτης έπαιξε στον Ολυμπιακό ζήτησε σαν όρο να του διαγράψουν το φάκελο που  είχε δημιουργήσει η Ασφάλεια εναντίον του…


Το 1953 ήταν η τελευταία χρονιά που ο Μουράτης έπαιξε με το εθνόσημο. Η ΕΠΟ τον έδιωξε ύστερα από την «ανταρσία» που δημιούργησε στα αποδυτήρια. Το 1953 η Ελλάδα θα έπαιζε εναντίον του Ισραήλ για τα προκριματικά του Παγκοσμίου Κυπέλου του 1954 στην Ελβετία. Τα πολυδάπανα ταξίδια στα εξωτερικό με την αποστολή της Εθνικής είχαν γονατίσει πολλούς ποδοσφαιριστές που εργάζονταν παράλληλα για να επιβιώσουν. Ο Μουράτης δούλευε στην ΔΕΗ. Η ΕΠΟ λοιπόν έταξε στην εθνική ομάδα κάποια χρήματα ως πριμ αν αγωνίζονταν στα προκριματικά. Ο Μουράτης δεν πίστεψε στις υποσχέσεις της ΕΠΟ, αντέδρασε και μαζί ξεσήκωσε και την υπόλοιπη ομάδα. Οι παίχτες αγωνίστηκαν στα προκριματικά, αλλά τελικά τιμωρήθηκαν και ο Μουράτης αποκλείστηκε από τα παιχνίδια της Εθνικής!


Το τελευταίο παιχνίδι του Μουράτη στον Ολυμπιακό ήταν ενάντια στον Παναθηναϊκό στις 8 Μαΐου του 1955. Με τον Ολυμπιακό έπαιξε συνολικά σε 295 αγώνες, κερδίζοντας πέντε πρωταθλήματα, πέντε κύπελλα, τρία νταμπλ και δέκα πρωταθλήματα Πειραιώς. Μετά πήγε στον Αργοναύτη, για να σταματήσει το ποδόσφαιρο το 1961. Με την απόσυρση του έμεινε στην Πειραιώτικη Ομάδα είτε ως φροντιστής είτε ως στέλεχος. Με την Εθνική έπαιξε σε 16 παιχνίδια.


Το 1956 βγήκε στον κινηματογράφο η ταινία «Άσσοι του Γηπέδου» του Βασίλη Γεωργιάδη σε σενάριο του Ιάκωβου Καμπανέλλη. Αργότερα στην επανέκδοση,  η ταινία ονομάστηκε «Κυριακάτικοι Ήρωες». Με πρωταγωνιστές τους ίδιους τους ποδοσφαιριστές η ταινία εξιστορούσε το πραγματικό γεγονός που έλαβε χώρα κατά την διάρκεια των προκριματικών της Εθνικής Ομάδας. Οι ποδοσφαιριστές Μουράτης, Πούλης, Μανταλόζης Πετρόπουλος και Λινοξυλάκης κλήθηκαν σε απολογία από την ΕΠΟ μετά την συμμετοχή τους στην ταινία.


Ο Ανδρέας Μουράτης πέθανε στις 10 Δεκεμβρίου του 2000.  Σήμερα, κοντά στο γήπεδο «Γεώργιος Καραϊσκάκης», ο Δήμος Πειραιά έχει δώσει το όνομα του στον δρόμο που έμενε τα τελευταία χρόνια ο ερυθρόλευκος οπισθοφύλακας...

PALMARES

Περίοδος: Σύλλογος (Club), Συμμετοχές (Γκολ)

Εφηβική καριέρα

  • 1943/44: Απόλλων Ν. Φαλήρου
  • 1944: Ολυμπιακός Σύνδεσμος Φιλάθλων Πειραιώς

Επαγγελματική καριέρα

  • 1944/45: Αθλητικός Όμιλος Προοδευτική Νεολαία
  • 1945-1955: Ολυμπιακός Σύνδεσμος Φιλάθλων Πειραιώς
  •           -1961: Δωδεκανησιακός Αθλητικός Όμιλος Αργοναύτης Πειραιά

Διεθνής

  • 1948-1953: Ελλάδα16 (1)

Τίτλοι

Με τον Ολυμπιακό
  • Πρωτάθλημα Ελλάδος: 1947, 1948, 1951, 1952, 1954 και 1955
  • Κύπελλα Ελλάδος: 1947, 1951, 1952, 1953 και 1954
  • Πρωταθλήματα Πειραιά: 1946, 1947, 1948, 1949, 1950, 1951, 1952, 1953, 1954 και 1955
Πηγή: mixanitouxronou.gr

Σάββατο, 28 Νοεμβρίου 2015

Κριστιάν Καρεμπέ: Ο τρελός σκύλος


Ο Γάλλος κεντρικός μέσος Κριστιάν Καρεμπέ (Christian Karembeu) γεννήθηκε στις 3 Δεκεμβρίου του 1970 στο Λιφού του αρχιπελάγους της Νέας Καληδονίας, μιας υπερπόντιας γαλλικής νησιωτικής κτήσης στον Ειρηνικό Ωκεανό, περίπου 1200 χιλιόμετρα ανατολικά της Αυστραλίας. Ο Κριστιάν μεγάλωσε σε αυτή την ξεχασμένη γωνιά της Ωκεανίας με πληθυσμό περίπου 230.000 κατοίκους. Οι γονείς του, ο ίδιος και τα 17 αδέρφια του! Υπέγραψε το πρώτο του επαγγελματικό συμβόλαιο με τη Ναντ το 1990, κερδίζοντας τον τίτλο του πρωταθλητή Γαλλίας το 1995. Συνέχισε  στην Ιταλία για την Σαμπντόρια , όπου παρέμεινε δύο σεζόν. Το 1997, μεταγράφηκε στη Ρεάλ Μαδρίτης και κατέκτησε το Champions League το 1998. Μετά από ένα σύντομο πέρασμα από την αγγλική Μίντλεσμπρο, ήλθε στην Ελλάδα για τον Ολυμπιακό, όπου κατέκτησε το πρωτάθλημα το 2002 και το 2003. Το 2004, εντάχθηκε στη Σερβέτ, αλλά, μετά από οικονομικά προβλήματα, έφυγε από το σύλλογο λίγους μήνες αργότερα. Ανακοίνωσε την αποχώρησή του από το ποδόσφαιρο τον Οκτώβριο του του 2005 μετά από έξι μήνες στη Μπαστιά.


Έχει 53 διεθνείς συμμετοχές και σκόραρε ένα γκολ με τη Γαλλία. Έγινε δημοφιλής κερδίζοντας δύο σημαντικούς τίτλους με την ομάδα της Γαλλίας: το Παγκόσμιο Κύπελλο το 1998 και το Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα του 2000, αλλά η φήμη του ενισχύθηκε, λόγω της σχέσης του και το γάμο με τη Σλοβάκα μανεκέν Αντριάνα Σκλεναρίκοβα (Adriana Sklenarikova) μεταξύ 1998 και 2011. Πέρα από τις συλλογικές επιδόσεις του και σε μια σειρά από ατομικές, εξελέγη Παίκτης της Χρονιάς για την Ωκεανία το 1995 και το 1998 και Παίκτης του 20ου Αιώνα για την Ωκεανία από την Διεθνή Ομοσπονδία Ιστορίας και Στατιστικής του Ποδοσφαίρου. Στο Σεπτέμβριο του 199 , τιμήθηκε ως μέλος της Λεγεώνας της Τιμής από τον Γάλλο Πρόεδρο Ζακ Σιράκ (Jacques Chirac).


Ο Κριστιάν από πολύ μικρός βρέθηκε μέσα στον αθλητισμό. Πριν φορέσει τα ποδοσφαιρικά, ασχολήθηκε με το τένις, τον στίβο και το χάντμπολ. Αυτό, όπως λέει ο ίδιος, του χάρισε σιγουριά. Πάντα είχε μέσα στο μυαλό του ότι μπορούσε να κερδίσει τόσο σε ατομικό όσο και σε ομαδικό άθλημα και αυτό ήταν κάτι που τον βοήθησε να φτάσει στο υψηλότερο επίπεδο. Διηγείται ο ίδιος: 
"Ήταν μια ιστορία λίγο περίεργη. Με ανακάλυψε ένας τεχνικός της γαλλικής ομοσπονδίας που με είδε να παίζω χωρίς παπούτσια στην αυλή του σχολείου. Είχα έναν ξάδελφο που του άρεσε πολύ η μπάλα. Μαζί με τον αδερφό μου προσπαθούσαν να πλαστογραφήσουν ένα δελτίο για να μπορέσω να παίξω σε έναν τοπικό σύλλογο. Με είχαν πάρει σε ένα φιλικό ματς ανάμεσα σε δυο ομάδες. Έλειπε ένας παίκτης. Εγώ πίστευα ότι δεν μπορούσα να αγωνιστώ, αφού δεν είχα δελτίο. Όμως με φώναξαν να κατέβω από την εξέδρα για να παίξω. Κερδίσαμε τον αγώνα και ο ίδιος τεχνικός που με είχε δει στο Γυμνάσιο, με συνέστησε στην ομάδα της Ναντ. Έτσι ξεκίνησαν όλα"

Στα 17 του, λοιπόν, έφυγε από την Νέα Καληδονία για τη Γαλλία, όπου κέρδισε μια υποτροφία για να συνεχίσει το σχολείο και παράλληλα να παίξει στις ακαδημίες της Ναντ. Σε ηλικία 20 ετών πραγματοποίησε το ντεμπούτο του στην Ligue 1 και παρέμεινε στα "καναρίνια" για μια πενταετία (1990-1995). Στην τελευταία του χρονιά κατέκτησε το γαλλικό πρωτάθλημα μαζί με τους Πατρίς Λοκό (Patrice Loko) και Κλοντ Μακελελέ (Claude Makélélé) και αμέσως μετά μετακινήθηκε στο Καμπιονάτο, φορώντας τη φανέλα της Σαμπντόρια του Σβεν Γκόραν Έρικσον (Sven-Göran Eriksson), με συμπαίκτες τους Σίνισα Μιχαΐλοβιτς (Siniša Mihajlović), Κλάρενς Ζέεντορφ (Clarence Seedorf), Ρομπέρτο Μαντσίνι (Roberto Mancini) και Ενρίκο Κιέζα (Enrico Chiesa). Την πρώτη του χρονιά η ομάδα τερμάτισε στην 8η θέση, ενώ τη δεύτερη, με την προσθήκη του Χουάν Σεμπαστιάν Βερόν (Juan Sebastián Verón) ανέβηκε μέχρι την 6η, κερδίζοντας ευρωπαϊκό εισιτήριο για το Κύπελλο UEFA.


Η ώρα για το μεγάλο βήμα είχε φτάσει. Ο Καρεμπέ στα 27 του χρόνια, ώριμος ποδοσφαιρικά πλέον και καταξιωμένος ως ένα από τα κορυφαία αμυντικά χαφ της Ευρώπης, γρήγορος, δυνατός, μαχητής, τρεχαλατζής και πάντα ουσιώδης, μετακινήθηκε το καλοκαίρι του 1997 στη Ρεάλ Μαδρίτης, υπογράφοντας τετραετές συμβόλαιο με συνολική αμοιβή 741 εκατομμύρια πεσέτες (περίπου 4.5 εκ. ευρώ). Ήταν μια νίκη της "βασίλισσας", όχι μόνο στον αγωνιστικό σχεδιασμό της, αλλά και στην αιώνια κόντρα της με την Μπαρτσελόνα, αφού για αρκετούς μήνες πριν την μεταγραφή, τον διεκδίκησαν και οι "μπλαουγκράνα". Οι "μερένγκες" ξεκινούσαν για μια ακόμη σεζόν με μεγάλο όνειρο την επιστροφή στην κορυφή της Ευρώπης και την κατάκτηση της «séptima», του έβδομου δηλαδή Κυπέλλου Πρωταθλητριών. Είχαν ήδη συμπληρωθεί τρεις δεκαετίες χωρίς το κορυφαίο τρόπαιο που στο ξεκίνημα του θεσμού είχε γίνει αποκλειστική υπόθεση της ομάδας του Τσαμαρτίν.


Η Ρεάλ του Γιουπ Χάινκες (Jupp Heynckes) ήταν μια υπερομάδα. Σαντιάγκο Κανιθάρες (Santiago Cañizares), Ρομπέρτο Κάρλος (Roberto Carlos), Φερνάντο Ιέρο (Fernando Hierro), Μανουέλ Σαντσίς (Monolo Sanchís), Φερνάντο Ρεδόνδο (Fernando Redondo), Ραούλ (Raúl), Νταβόρ Σούκερ (Davor Šuker), Πρέτραγκ Μιγιάτοβιτς (Predrag Mijatović), Κλάρενς Ζέεντορφ, Χοσέ Αμαβίσκα (José Amavisca), Γκούτι (Guti), Φερνάντο Μοριέντες (Fernando Morientes), Κριστιάν Πανούτσι(Christian Panucci)! Η προσθήκη του Καρεμπέ αποδείχθηκε καταλυτική. Οι "μπλάνκος" με μια ξέφρενη πορεία έφτασαν μέχρι τον τελικό του Τσάμπιονς Λιγκ και το κατέκτησαν κερδίζοντας 1-0 την Γιουβέντους στην "Amsterdam Arena" με το γκολ του Μιγιάτοβιτς.


Ο Κριστιάν, παρών σε όλο το 90λεπτο, είχε κατακτήσει τον πρώτο πολύ μεγάλο τίτλο της καριέρας του. Μέσα σε ελάχιστες εβδομάδες, εκτός από το σημαντικότερο τρόπαιο σε επίπεδο συλλόγων, θα «ανέβαινε» και στην κορυφή του κόσμου, κερδίζοντας με την εθνική ομάδα της Γαλλίας το Παγκόσμιο Κύπελλο. Οι «τρικολόρ», με τον Καρεμπέ παρόντα στα τρία τελευταία ματς της διοργάνωσης (προημιτελικό με Ιταλία, ημιτελικό με Κροατία και τελικό με Βραζιλία), έφτασαν μέχρι τον τελικό, εκεί όπου διέλυσαν με 3-0 την «πληγωμένη» από την επιληπτική κρίση του Ρονάλντο την παραμονή του αγώνα, "σελεσάο". Ο Καρεμπέ και οι συμπαίκτες του, η μεγάλη φουρνιά των Ζινεντίν Ζιντάν (Zinedine Zidane), Φαμπιάν Μπαρτέζ (Fabien Barthez), Μαρσέλ Ντεσαγί (Marcel Desailly), Ντιντιέ Ντεσάν (Didier Deschamps), Μπιξέντε Λιζαραζού (Bixente Lizarazu), Εμανουέλ Πετί (Emmanuel Petit), Πατρίκ Βιεϊρά (Patrick Vieira), Γιούρι Τζορκαέφ (Youri Djorkaeff) κλπ, χάρισαν στη διοργανώτρια το πρώτο Μουντιάλ της ιστορίας της.


Σαν να υπήρχε κάποια αόρατη συνωμοσία συμπτώσεων, ο Καρεμπέ κατέκτησε δυο ακόμα μεγάλους τίτλους, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο όπως το 1998. Ήταν το 2000, όταν ο Κριστιάν πήρε το δεύτερό του Τσάμπιονς Λιγκ με τη Ρεάλ και στη συνέχεια, λίγες εβδομάδες αργότερα, κατέκτησε με την Εθνική Γαλλίας το άλλο μεγάλο τρόπαιο που έλειπε από τη συλλογή του, το Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα που διεξήχθη στην Ολλανδία. Εδώ όμως, σε αντίθεση με το 1998, δεν αγωνίστηκε ούτε στον έναν, ούτε στον άλλο τελικό, παρακολουθώντας αμφότερους από τον πάγκο.


Οι "μερένγκες" σκόρπισαν εύκολα 3-0 τη Βαλένθια μέσα στο "Σταντ ντε Φρανς", το οποίο είχε σταθεί για μια ακόμα φορά γούρικο για τον Καρεμπέ. Αμέσως μετά, η παγκόσμια πρωταθλήτρια Γαλλία, ταξίδεψε στις Κάτω Χώρες και πραγματοποίησε μια επική ανατροπή στον τελικό, απέναντι στην Ιταλία, ισοφαρίζοντας το 0-1 στις καθυστερήσεις του αγώνα με το γκολ του Σιλβέν Βιλτόρ (Sylvain Wiltord), για να πάρει τη νίκη και το τρόπαιο με την ονειρεμένη βολίδα του Νταβίντ Τρεζεγκέ (David Trezeguet) στην παράταση. Ο Καρεμπέ αγωνίστηκε μόλις σε ένα ματς στη διοργάνωση, στην ήττα με 2-3 από την Ολλανδία στον όμιλο. Όμως δεν είχε χορτάσει τίτλους. Βλέποντας ότι είχε χάση τη θέση του στην ενδεκάδα της Ρεάλ, αποφάσισε να αναζητήσει καινούργιο προορισμό. Οι "μερένγκες" τον παραχώρησαν στην αγγλική Μίντλεσμπρο για 2.1 εκατομμύρια λίρες στερλίνες (κάτι λιγότερο από 3 εκ. ευρώ).


Στην Αγγλία ο Καρεμπέ έμεινε μόνο μια σεζόν (2000/01) και στη συνέχεια δέχτηκε μια πολύ μεγάλη πρόταση από τον Ολυμπιακό. Η Μίντλεσμπρο πήρε κοντά στο ένα δις δραχμές και ο Γάλλος υπέγραψε τριετές συμβόλαιο με τους "ερυθρόλευκους". Ο Κριστιάν κατέκτησε δυο πρωταθλήματα Ελλάδας με την ομάδα του Πειραιά, πριν επιστρέψει στη Γαλλία για να ολοκληρώσει την καριέρα του στη Μπαστιά, αφού πρώτα είχε κάνει ένα σύντομο πέρασμα από την ελβετική Σερβέτ.


Η ευαισθησία του Καρεμπέ για θέματα που αφορούν την κοινωνία, είναι δεδομένη. Ο ίδιος συνδυάζει τα επαγγελματικά του με δράσεις που στόχο έχουν να βοηθήσουν τους αδύναμους. Οι σχέσεις του με την FIFA, η συμμετοχή του σε προγράμματα που προωθούν το ποδόσφαιρο σε χώρες του τρίτου κόσμου, η συνεργασία του με φορείς, συλλόγους και παράγοντες στην Ευρώπη και τον υπόλοιπο κόσμο, όλα αυτά είναι τα δικά του "όπλα" στην προσπάθειά του να εφαρμόσει σε κάθε ευκαιρία αυτό που ο ίδιος ονομάζει "διεθνισμό" του ποδοσφαίρου. Ο Κριστιάν Καρεμπέ είναι αναμφίβολα μια μεγάλη ποδοσφαιρική προσωπικότητα. Αλλά είναι και κάτι παραπέρα από αυτό. Είναι ένας πρέσβης του αθλητισμού και της ευγενούς άμιλλας, ένας ακούραστος "εργάτης" που υπηρετεί τα δικά του πιστεύω και ιδανικά.


Ο "φιλόσοφος" συνεχίζει, ως "απόμαχος" πλέον, να νιώθει το ίδιο πάθος που τον έκανε να αγαπήσει το ποδόσφαιρο και να διαγράψει μια πολύ μεγάλη πορεία, κερδίζοντας τρόπαια, τα οποία σίγουρα ζηλεύουν παίκτες όπως ο Μέσι ή ο Κριστιάνο. Η μεγαλύτερη κατάκτησή του όμως, δεν έχει να κάνει με τους τίτλους, αλλά με τον σεβασμό του στην ανθρώπινη ύπαρξη και την προσπάθεια που καταβάλλει ώστε να υπάρχει ένα καλύτερο αύριο για όλους. Οι καταβολές από την Νέα Καληδονία είναι ριζωμένες πολύ βαθιά μέσα του και το χρήμα και η δόξα δεν τις επηρέασαν.

PALMARES

Περίοδος: Σύλλογος (Club), Συμμετοχές (Γκολ)

Επαγγελματική καριέρα

  • 1990–1995: Football Club de Nantes, 130 (5)
  • 1995–1997: Unione Calcio Sampdoria, 62 (6)
  • 1997–2000: Real Madrid Club de Fútbol, 51 (1)
  • 2000/01: Middlesbrough Football Club, 33 (4)
  • 2001/04: Oλυμπιακός Σύνδεσμος Φιλάθλων Πειραιώς, 88 (5)
  • 2004/05: Association du Servette Football Club, 23 (2)
  • 2005/06: Sporting Club de Bastia, 7 (0)
Σύνολο καριέρας: 414 (23)

Διεθνής

  • 1992–2002: Γαλλία, 53 (1)

Τίτλοι

Συλλογικοί

Με την Nantes
  • Πρωτάθλημα Γαλλίας: 1994/95
  • Κύπελλο Γαλλίας: φιναλίστ το 1992/93
Με την Real Madrid
  • UEFA Champions League: 2 (1997/98, 1999–2000)
  • Διηπειρωτικό Κύπελλο: 1998
  • UEFA Super Cup: φιναλίστ το 1998
Με τον Ολυμπιακό
  • Πρωτάθλημα Ελλάδος: 2 (2001/02, 2002/03)
  • Κύπελλο Ελλάδος: φιναλίστ 2 (2001/02, 2003/04)

Διεθνείς

Με την Γαλλία
  • Παγκόσμιο Κύπελλο: 1998
  • Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα: 2000
  • Κύπελλο Συνομοσπονδιών: 2001

Προσωπικές Διακρίσεις

  • Παίκτης της Χρονιάς για την Ωκεανία: 2 (1995, 1998)
  • Ιππότης της Λεγεώνας της Τιμής: 1998
Πηγή: balla.com.cy

Στέφαν Μπόμπεκ: Ο αναμορφωτής του Ελληνικού ποδοσφαίρου


Ο Γιουγκοσλάβος, κροάτικης καταγωγής, επιθετικός μέσος και αργότερα πετυχημένος προπονητής, Στέφαν Μπόμπεκ (Stjepan Bobek), γεννήθηκε στις 3 Δεκεμβρίου του 1923, στο Ζάγκρεμπ. Συνήθως σε θέση επιθετικού μέσου ή και επιθετικού, ήταν διάσημος για την τεχνική του κατάρτιση  και την ικανότητά του στο σκοράρισμα και θεωρείται ως ένας από τους Μεγαλύτερους Γιουγκοσλάβους Ποδοσφαιριστές. Ο Φέρεντς Πούσκας είπε κάποτε ότι: .. « η τεχνική του Μπόμπεκ με τη μπάλαήταν ασυναγώνιστη κι εγώ δεν ντρέπομαι να ομολογήσω, ότι προσπάθησα να τον αντιγράψω! Η θεϊκή του ντρίμπλα και η πάσα στη πλάτη της άμυνας, ήταν ασυναγώνιστη! Για μένα, εξακολουθεί να είναι ένας από τους πιο ευγενείς καλλιτέχνες στο ποδόσφαιρο»!


Άρχισε να παίζει σε πολύ νεαρή ηλικία και είχε θητείες με πολλούς συλλόγους στο Ζάγκρεμπ, αλλά είναι κυρίως γνωστός για τη περίοδό του στην –σερβική- Παρτιζάν Βελιγραδίου, στην οποία πήγε μετά το τέλος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου . Έπαιξε για την Παρτιζάν μεταξύ 1945 και 1959, βοηθώντας τους να κερδίσουν 2 πρωταθλήματα και 4 Γιουγκοσλαβικά Κύπελλα. Ονομάστηκε ο Καλύτερος Παίκτης του συλλόγου στην ιστορία του, το 1995! Διεθνώς, είναι ο Κορυφαίο Σκόρερ Όλων των Εποχών για την εθνική ομάδα της Γιουγκοσλαβίας, σκοράροντας 38 γκολ σε 63 συμμετοχές μεταξύ 1946 και 1956! Ήταν μέλος των ομάδων  που κέρδισαν δύο Ασημένια Ολυμπιακά Μετάλλια, το 1948 στο Λονδίνο και το 1952 στο Ελσίνκι και έπαιξε σε δύο Παγκόσμια Κύπελλα, το 1950 στη Βραζιλία και το 1954 στην Ελβετία. Μετά τη απόσυρσή του από την ενεργό δράση το 1959, έγινε ένας αρκετά επιτυχημένος προπονητής, κερδίζοντας εθνικούς τίτλους στη Γιουγκοσλαβία και την Ελλάδα, δημιουργώντας ένα απαράμιλλο ρεκόρ στη χώρα μας, έχοντας επίσης οδηγήσει συλλόγους στην Πολωνία και την Τυνησία.


Κροάτης της καταγωγή, σε ηλικία 13 ετών αγωνίστηκε στην Βικτώρια με το δελτίο του αδερφού του. Σε ηλικία 20 ετών αγωνίστηκε στη Γκρατσιάνσκι Ζάγκρεμπ και αναδείχθηκε πρώτος σκόρερ του Γιουγκοσλαβικού πρωταθλήματος με 8 γκολ. Από το 1945 αγωνίστηκε στην Παρτιζάν Βελιγραδίου, αποτελώντας βασικότατο στέλεχος στην γραμμή κρούσης της Παρτιζάν καθ’ όλη την διάρκεια της δεκαετίας του 1950. Αναδείχθηκε για μία ακόμη φορά πρώτος σκόρερ του πρωταθλήματος το 1954 και το 1946 σημείωσε 9 γκολ σε αγώνα της Παρτιζάν εναντίον της Ζελέσνιτσαρ Νις (τελικό σκορ 1-10) σημειώνοντας ένα ακατάρριπτο ρεκόρ έως σήμερα. Με 403 γκολ αγωνιζόμενος σε 468 αγώνες της Παρτιζάν αποτελεί τον πρώτο σε γκολ αθλητή του συλλόγου.


Με την εθνική ομάδα της Γιουγκοσλαβίας αγωνίστηκε σε 2 διοργανώσεις Παγκοσμίου Κυπέλλου στη Βραζιλία το 1950 (σημείωσε 1 γκολ) και στην Ελβετία το 1954. Κατέκτησε 2 ασημένια ολυμπιακό μετάλλια, το 1948 στην Ολυμπιάδα του Λονδίνου (σημείωσε 4 γκολ) και στην Ολυμπιάδα του Ελσίνκι (σημείωσε 3 γκολ). Ήταν κροατικής καταγωγής, αλλά οπωσδήποτε μια προσωπικότητα κοινής αποδοχής και σίγουρα ένας εξαιρετικός ποδοσφαιριστής. Μαζί με τους Μπράνκο Στάνκοβιτς (Branko Stanković), Τόζα Βεσελίνοβιτς (Toza Veselinović) και Ζλάτκο Τσαϊκόφσκι (Zlatko Čajkovski) συγκροτούσαν ένα εξαιρετικό σύνολο δημιουργώντας την ισχυρότερη βαλκανική ομάδα όλων των εποχών. Με 38 γκολ σε 63 εμφανίσεις έγινε ο πρώτος σκόρερ στην ιστορία της εθνικής Γιουγκοσλαβίας.


Το 1963 αναλαμβάνει την τεχνική ηγεσία του Παναθηναϊκού, ενώ τέσσερα χρόνια πριν ξεκίνησε την προπονητική στη Λέγκια Βαρσοβίας το 1959. Ως τεχνικός της Παρτιζάν Βελιγραδίου από το 1960 κατέκτησε 3 συνεχόμενα πρωταθλήματα Γιουγκοσλαβίας (1961, 1962, 1963). Ήλθε στην Ελλάδα στις 17 Μαΐου του 1963 και δύο μέρες αργότερα παρακολούθησε από την εξέδρα των επισήμων της Λεωφόρου το φιλικό 6-0 του Παναθηναϊκού επί του Πανηλειακού. Στον πάγκο της ομάδας βρισκόταν ο Χάρι Γκέιμ, ο οποίος με τους δύο συνεχόμενους τίτλους που είχε κατακτήσει το 1961 και το 1962 και έναν ακόμη το 1953, παραμένει μέχρι σήμερα ο προπονητής με τα περισσότερα πρωταθλήματα στην ιστορία του Παναθηναϊκού. Αν και ο Άγγλος ήταν ιδιαίτερα αγαπητός και διεκδικούσε εκείνες τις ημέρες το τρίτο συνεχόμενο πρωτάθλημά του (χάθηκε με ισοπαλία 3-3 στη Ν. Φιλαδέλφεια σε μπαράζ με την ΑΕΚ, μετά μια απροσδόκητη ήττα από τον ελλιπέστατο Εθνικό την τελευταία αγωνιστική), η διαδοχή έγινε με ομαλό τρόπο και ο νέος τεχνικός έγινε δεκτός με ενθουσιασμό από τους οπαδούς των «πρασίνων».


Ασυμβίβαστος και καινοτόμος, ο Μπόμπεκ έβαλε από την αρχή τη σφραγίδα του. Καθιέρωσε τη συστηματική προπόνηση και προετοιμασία των παικτών (μέχρι τότε έπαιζαν απλώς... μπάλα, χωρίς να δίνουν το παραμικρό βάρος στη φυσική κατάσταση), άλλαξε όλη την οργάνωση της ομάδας, επέβαλλε το 4-3-3, σύστημα πρωτόγνωρο για την εποχή και εντελώς διαφορετικό σε αγωνιστική φιλοσοφία με το 4-2-4 που επικρατούσε. Οι ιδέες του χρειάζονταν χρόνο για να αφομοιωθούν και στην αρχή του πρωταθλήματος, οι αναιμικές νίκες του Παναθηναϊκού έφεραν τη συνηθισμένη γκρίνια των πάντα απαιτητικών οπαδών του. Στην πορεία όμως όλα βελτιώθηκαν θεαματικά και η σεζόν έκλεισε με 24 νίκες - 6 ισοπαλίες και το μοναδικό ρεκόρ της κατάκτησης του αήττητου πρωταθλήματος. Σε αυτό το διάστημα, βοηθός του ήταν ο Λάκης Πετρόπουλος ο οποίος στην συνέχεια πανηγύρισε πέντε πρωταθλήματα με το «τριφύλλι» και ισάριθμα με τον Ολυμπιακό.


Ο Εθνικός ήταν η τελευταία ομάδα που νίκησε τον Παναθηναϊκό στο τέλος του πρωταθλήματος του 1963 και η πρώτη μετά την κατάκτηση του αήττητου τίτλου, στο ξεκίνημα της επόμενης διοργάνωσης. Ήταν η μοναδική ήττα των «πρασίνων» στα δύο πρώτα χρόνια της παρουσίας του Μπόμπεκ. Πήραν και εκείνη την περίοδο το πρωτάθλημα κι αν δεν είχαν χάσει εκείνο το ματς τον Οκτώβριο του 1964 από τον Εθνικό στο Καραϊσκάκη, το ρεκόρ της κατάκτησης δύο συνεχόμενων πρωταθλημάτων χωρίς ήττα θα είχε παγκόσμια απήχηση και θα ήταν εξαιρετικά δύσκολο, αν όχι απίθανο, να το επαναλάβει άλλη ομάδα.


Ο ασταθής χαρακτήρας του
Οι παίκτες εκείνης της γενιάς του Παναθηναϊκού χαρακτηρίζουν τον Στέφαν Μπόμπεκ τον κορυφαίο προπονητή που εργάστηκε ποτέ στην Ελλάδα. Άμεση σύγκριση στα μέτρα εκείνης της εποχής κάνουν μόνο με τον Φέρεντς Πούσκας που οδήγησε το «τριφύλλι» στον τελικό του Κυπέλλου Πρωταθλητριών το 1971, με βασική διαφορά ότι ο Ούγγρος βασίστηκε κυρίως στη δύναμη της ψυχολογίας και στην εκπληκτική επικοινωνία του με τους ποδοσφαιριστές, σε αντίθεση με τον Κροάτη που ήταν δύσκολος χαρακτήρας, αλλά ήταν πολύ μπροστά σε θέματα τακτικής, οργάνωσης και τεχνικών γνώσεων. Οι ιδέες του ήταν πρωτοποριακές και βοήθησαν σε μεγάλο βαθμό το ελληνικό ποδόσφαιρο να ξεφύγει από τα στενά όρια του ερασιτεχνισμού και να οργανωθεί σε πιο επαγγελματικές βάσεις.


Ο Μπόμπεκ δεν ήταν άνθρωπος που επιζητούσε φιλίες. Περιέργως όμως, επηρεαζόταν πολύ από τον στενό κύκλο του και άλλαζε συχνά απόψεις, ανάλογα με τον ποιον άκουγε τελευταίο. Αυτή η αδυναμία του χαρακτήρα του τον έκανε ανασφαλή και ενίοτε ακραίο στις αντιδράσεις του. Σε μια ομάδα μαθημένη επί των ημερών του να κερδίζει σχεδόν πάντα, ακόμα και μια ισοπαλία έφερνε αναταράξεις και εντάσεις στ’ αποδυτήρια, με τον Μπόμπεκ να αντιμετωπίζει κατά καιρούς με καχυποψία ορισμένους παίκτες ή παράγοντες. Όταν χάθηκε το πρωτάθλημα του 1966 έπειτα από μία ήττα - σοκ στη Ν. Σμύρνη που χάρισε τον τίτλο στον Ολυμπιακό, οι αντιδράσεις του θύμιζαν... τσουνάμι. Συνέπλευσε με παράγοντες που κινούνταν αντιπολιτευτικά απέναντι στον ισχυρό άνδρα της εποχής, Αντώνη Μαντζεβελάκη, και «ξήλωσε» σχεδόν όλη την ομάδα που έχασε τον τίτλο. Ήταν η χρονιά της περίφημης «ανανέωσης», μέσα σε ένα κλίμα εμφυλίου πολέμου. Ο Παναθηναϊκός πήρε το Κύπελλο το 1967, αλλά το γυαλί με τον Μπόμπεκ είχε ήδη ραγίσει...


Η αποπομπή του από τη χούντα και ο Ολυμπιακός
Η αποπομπή του Στέφαν Μπόμπεκ από τον Παναθηναϊκό έγινε με τρόπο που θύμιζε ταινίες του... Τζέιμς Μποντ. Αν και στην τετραετία 1963-1966 είχε κατακτήσει δύο πρωταθλήματα και ένα Κύπελλο, έχοντας βάλει ουσιαστικά τις βάσεις για τη δημιουργία της ιστορικής ομάδας του Γουέμπλεϊ, ο Κροάτης είχε ανοίξει αρκετά μέτωπα κυρίως λόγω του πρωταγωνιστικού ρόλου του στην ιστορία της «ανανέωσης». Ακόμα και πριν από το πραξικόπημα των συνταγματαρχών το 1967 είχε μπει στο στόχαστρο των αρχών λόγω της γιουγκοσλαβικής καταγωγής του, με χαρακτηριστικό ένα δημοσίευμα της «Καθημερινής» στις 18 Αυγούστου του 1966 που αποκάλυπτε ότι «το Υπουργείο Δημόσιας Τάξης εξετάζει το ενδεχόμενο πολιτικής δραστηριότητας του Μπόμπεκ προς « …ιδεολογικόν προσηλυτισμόν, με το ερώτημα της απελάσεως».


Η κίνηση αυτή έγινε σχεδόν ένα χρόνο αργότερα, όταν η χούντα τον απομάκρυνε από την Ελλάδα το καλοκαίρι του 1967, με την κατηγορία της «κατασκοπείας». Είναι προφανές, όμως, ότι τα πραγματικά αίτια της αποπομπής του ήταν εντελώς διαφορετικά. Άλλωστε, εάν ετίθετο όντως θέμα κατασκοπείας δεν θα του επιτρεπόταν να επιστρέψει στην Ελλάδα το 1969 για να αναλάβει τον Ολυμπιακό. Η συνεργασία του Μπόμπεκ με το «αντίπαλο δέος» του Παναθηναϊκού ήταν σύντομη και ταραχώδης. Ήλθε γρήγορα σε ρήξη με τις «βεντέτες» της ομάδας και κυρίως με τον Γιώργο Σιδέρη, δεν βρήκε συμμάχους στην επιθυμία του για την ανανέωση του ρόστερ, ενώ οι οπαδοί των «ερυθρολεύκων» τον αντιμετώπισαν εξ αρχής με καχυποψία λόγω του «πράσινου» παρελθόντος του. Όλα αυτά τον οδήγησαν έπειτα από λίγους μήνες στην πόρτα της εξόδου, συνεχίζοντας στη τουρκική Αλτάι, τη Δυναμό Ζάγκρεμπ για να επιστρέψει στην Ελλάδα και στον Παναθηναϊκό τη σεζόν 1974/75 διαδεχόμενος τον Φέρεντς Πούσκας, χωρίς όμως ιδιαίτερη επιτυχία.


Την επόμενη περίοδο βρέθηκε στην Τυνησία για λογαριασμό της Εσπεράνς Σπορτίβ ντε Τυνίς και το 1979 κατέκτησε το πρωτάθλημα Β΄ εθνικής με τη Βαρντάρ Σκοπίων. Ολοκλήρωσε την προπονητική καριέρα του στην ΦΚ Σεμλίνο. Η προσωπικότητα του Μπόμπεκ υπήρξε μεγαλειώδης τόσο για την πειθαρχία που επέβαλλε, την ευφυΐα, αλλά και την ευγενή φυσιογνωμία του.

Ο Στέφαν Μπόμπεκ, πέθανε στις 22 Αυγούστου του 2010, σε ηλικία 86 ετών, στο Βελιγράδι.



PALMARES

Περίοδος: Σύλλογος (Club), Συμμετοχές (Γκολ)

Εφηβική καριέρα

  • 1936–1938: HŠK Derbi
  • 1938–1942: ŠK Zagreb
  • 1942–1944: HŠK Ličanin

Επαγγελματική καριέρα

  • 1942: Fußballclub Admira Wacker Mödling, 8 (7)
  • 1944/45: Građanski Zagreb (Prvi hrvatski građanski športski klub), 15 (13)
  • 1945–1959: Fudbalski klub Partizan, 478 (425)

Διεθνής

  • 1946–1956: Γιουγκοσλαβία, 63 (38)

Προπονητική καριέρα

  • 1959: Legia Warszawa SA
  • 1960–1963: Fudbalski klub Partizan
  • 1963: Legia Warszawa SA
  • 1963–1967: Παναθηναϊκός Αθλητικός Όμιλος
  • 1967–1969: Fudbalski klub Partizan
  • 1969/70: Oλυμπιακός Σύνδεσμος Φιλάθλων Πειραιώς
  • 1970: Altay Spor Kulübü
  • 1972: Građanski nogometni klub Dinamo Zagreb
  • 1974/75: Παναθηναϊκός Αθλητικός Όμιλος
  • 1975/76: Παναιτωλικός Γυμναστικός Φιλεκπαιδευτικός Σύλλογος
  • 1976–1978: Espérance Sportive de Tunis
  • 1978–1981: Fudbalski klub Vardar Skopje
  •                      : Fudbalski klub Zemun

Τίτλοι

Ως ποδοσφαιριστής

Με την  Partizan
  • Πρωτάθλημα Γιουγκοσλαβίας: 2 (1946/47, 1948/49)
  • Κύπελλο Γιουγκοσλαβίας: 4 (1947, 1952, 1954, 1957)

Διεθνείς

Με την Γιουγκοσλαβία
  • Ολυμπιακοί Αγώνες: 2η θέση –Ασημένιο μετάλλιο: 2 (1948, 1952)

Ως προπονητής

Με την Partizan
  • Πρωτάθλημα Γιουγκοσλαβίας: 3 (1960/61, 1961/62,1962/63)
Με τον Παναθηναϊκό
  • Πρωτάθλημα Ελλάδος: 2 (1963/64, 1964/65)
  • Κύπελλο Ελλάδος: 1967
Με την Vardar
  • Πρωτάθλημα Β’ Κατηγορίας Γιουγκοσλαβίας 1978/79

Προσωπικές Διακρίσεις

  • Πρώτος Σκόρερ Γιουγκοσλαβικού πρωταθλήματος: 2 (1945, 1953/54)

Πηγές: kathimerini.gr - e-soccer.gr